Η φωτιά στην Τραπεζίτσα της Κόνιτσας ξεκίνησε στις 31 Αυγούστου και παρέμεινε ενεργή για περισσότερο από δύο εβδομάδες, σε ένα από τα πιο δύσβατα σημεία της περιοχής. Η πυρκαγιά επηρέασε χιλιάδες στρέμματα, όμως δεν μονοπώλησε το ενδιαφέρον και δεν βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής. Δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο και υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι.
Σχετικά με την έκταση, μια πρώτη απάντηση έδωσαν το WWF Ελλάς και η MedINA, που πραγματοποίησαν αυτοψία τις τελευταίες ημέρες της πυρκαγιάς μαζί με τον Ορειβατικό Σύλλογο Κόνιτσας. Συνδυάζοντας παρατηρήσεις πεδίου με δορυφορικά δεδομένα, εκτιμούν ότι η φωτιά επηρέασε περίπου 10.000 στρέμματα.
Η εικόνα, όμως, δεν είναι ομοιόμορφη.
Δεν κάηκαν όλα με τον ίδιο τρόπο
Στο μεγαλύτερο μέρος της έκτασης η φωτιά φαίνεται ότι παρέμεινε κυρίως στο έδαφος. Έκαψε χαμηλή βλάστηση, ξερά κλαδιά, πευκοβελόνες, φύλλα και άλλη νεκρή οργανική ύλη, χωρίς να μεταδοθεί στις κόμες, δηλαδή στο επάνω τμήμα των δέντρων.
Αυτό ονομάζεται επιφανειακή καύση. Δεν είναι συνώνυμο της ολοκληρωτικής καταστροφής ενός δάσους. Ανάλογα με την ένταση, τη διάρκεια και το είδος της βλάστησης, μια τέτοια φωτιά μπορεί να αφήσει ζωντανά ώριμα δέντρα και τμήματα της βλάστησης, ενώ παράλληλα ανοίγει τον χώρο και επιστρέφει θρεπτικά στοιχεία στο έδαφος.
Στην Τραπεζίτσα φαίνεται ότι τα έργα διαχείρισης της καύσιμης ύλης που έγιναν φέτος από την αρμόδια δασική υπηρεσία γύρω από την Κόνιτσα συνέβαλαν θετικά στον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η πυρκαγιά.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Σε περίπου 1.000 στρέμματα, σύμφωνα με την πρώτη χαρτογράφηση και τις παρατηρήσεις πεδίου, η φωτιά έφτασε στις κόμες των δέντρων. Πρόκειται για επικόρυφη καύση, πολύ πιο σοβαρή μορφή πυρκαγιάς για ένα δασικό οικοσύστημα. Η μετάβαση από την επιφάνεια στην κόμη μπορεί να αυξήσει σημαντικά την ένταση της φωτιάς και την έκταση των περιοχών όπου τα ώριμα δέντρα νεκρώνονται.
Αυτό είναι και το τμήμα της Τραπεζίτσας που χρειάζεται τη στενότερη παρακολούθηση.

Στα σημεία όπου η φωτιά έφτασε στις κόμες, υπάρχουν αρκετές καμένες επιφάνειες που δεν είναι πολύ μεγάλες ούτε συνεχείς. Ανάμεσά τους και γύρω τους έχουν παραμείνει άκαυτα δέντρα και «νησίδες» ζωντανής βλάστησης.
Αυτό είναι σημαντικό επειδή τα ζωντανά ώριμα δέντρα μπορούν να λειτουργήσουν ως πηγές σπόρων για τη φυσική αναγέννηση. Η απόσταση από τα δέντρα που επέζησαν είναι παράγοντας που επηρεάζει το πόσο αποτελεσματικά μπορεί να αναγεννηθεί ένα δάσος μετά από πυρκαγιά.
Γι’ αυτό και η άμεση λύση δεν είναι απαραίτητα να φυτευτούν παντού νέα δέντρα.

Το WWF Ελλάς και η MedINA προτείνουν, για το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης που επλήγη από επικόρυφη καύση, πρώτα συστηματική παρακολούθηση της φυσικής αναγέννησης. Η αναδάσωση σε τόσο απότομες πλαγιές μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολη, ενώ η παρουσία ζωντανών δέντρων γύρω από τις καμένες περιοχές σημαίνει ότι υπάρχει ακόμη διαθέσιμη πηγή σπόρων.

Το ρόμπολο και η κορυφογραμμή
Το μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται ψηλότερα, στην κορυφογραμμή.
Εκεί η πυρκαγιά έπληξε με μεγάλη ένταση τμήματα ώριμου δάσους από ρόμπολο, τη λευκόδερμη πεύκη (Pinus heldreichii), ένα ψυχρόβιο κωνοφόρο που συναντάται στα υψηλά βουνά της βόρειας Ελλάδας. Το είδος έχει ιδιαίτερη οικολογική σημασία και μπορεί να φτάσει σε εξαιρετικά μεγάλες ηλικίες. Στον Σμόλικα, για παράδειγμα, έχει χρονολογηθεί ρόμπολο ηλικίας 1.075 ετών, ένα από τα αρχαιότερα δέντρα της Ευρώπης.
Η πρώτη αυτοψία δείχνει ότι στην κορυφογραμμή μπορεί να μην έχουν απομείνει αρκετά ώριμα, άκαυτα δέντρα ώστε να εξασφαλίζεται η μελλοντική διασπορά σπόρων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεκινήσει τώρα μια μαζική αναδάσωση. H συγκεκριμένη περιοχή χρειάζεται μακροχρόνια παρακολούθηση και, εφόσον διαπιστωθεί ότι η φυσική αναγέννηση δεν επαρκεί, πιθανότατα στοχευμένες φυτεύσεις.

Τα τελευταία χρόνια εκδηλώνονται όλο και περισσότερες πυρκαγιές σε ορεινά δάση της Βόρειας Ελλάδας, όπως αυτές στον Όρβηλο, το Παγγαίο, το Μενοίκιο, τα Πιέρια Όρη και τη Βάλια Κάλντα.
Η φωτιά στην Τραπεζίτσα, σύμφωνα με το WWF Ελλάς, επιβεβαιώνει ότι τα ορεινά δάση δεν είναι πλέον τόσο προστατευμένα από τη φωτιά όσο ήταν στο παρελθόν.
Γιατί τέτοιες φωτιές περνούν σχετικά απαρατήρητες
Δεκαέξι μέρες φωτιάς πάνω από 10.000 στρέμματα δεν είναι μικρό νούμερο, όμως η Τραπεζίτσα δεν μονοπώλησε την επικαιρότητα.
Υπάρχει λόγος που μια φωτιά όπως αυτή μπορεί να περάσει σχετικά απαρατήρητη. Η δημοσιογραφική προσοχή στις δασικές πυρκαγιές δεν καθορίζεται μόνο από την έκταση που καίγεται. Έρευνες για την κάλυψη πυρκαγιών έχουν δείξει ότι η εγγύτητα σε σπίτια, το μέγεθος της φωτιάς και η άμεση απειλή για ανθρώπους και περιουσίες αποτελούν σημαντικά στοιχεία του τρόπου με τον οποίο μεταφέρεται μια φωτιά ως είδηση.
Αυτό έχει σημασία στην περίπτωση της Τραπεζίτσας. Η φωτιά έκαιγε επί ημέρες σε δύσβατο ορεινό έδαφος. Δεν ήταν ένα μέτωπο που περνούσε από κατοικημένες περιοχές, δεν δημιουργούσε διαρκώς νέες εικόνες εκκένωσης και καταστροφής κατοικιών και δεν έθετε κάθε λίγες ώρες έναν νέο οικισμό στο επίκεντρο -αν και η απουσία αυτών των εικόνων δεν σημαίνει απουσία καταστροφής.
Η φωτιά εκδηλώθηκε στις τελευταίες ημέρες του Αυγούστου και συνέχισε να καίει μέσα στον Σεπτέμβριο, όταν η αντιπυρική περίοδος στην Ελλάδα δεν έχει τελειώσει. Οι δασικές πυρκαγιές εξακολουθούν να αποτελούν ενεργό κίνδυνο, αλλά η δημοσιογραφική προσοχή δεν μοιράζεται ισότιμα ανάμεσα σε όλα τα μέτωπα.
Μια φωτιά που κινείται αργά μέσα σε ένα απομακρυσμένο δάσος μπορεί να μην απειλεί άμεσα έναν οικισμό, αλλά να παραμένει ενεργή για πολλές ημέρες και να αλλάζει ένα οικοσύστημα που χρειάστηκε εκατοντάδες χρόνια για να δημιουργηθεί.
Η Τραπεζίτσα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν είχε τη συνεχή ορατότητα μιας πυρκαγιάς που βρίσκεται δίπλα σε μια πόλη, όμως το αποτέλεσμα μπορεί να έχει συνέπειες και να χρειαστεί πολύ καιρό για να φανούν.