Τη στιγμή που πήρε την απόφαση να φτιάξει την Koobiba, ο Μιχάλης Τόλκας δεν είχε την ιδιότητα του τεχνολόγου αλλά του γονιού.
Ήταν Νοέμβριος του 2024 και ο δίχρονος γιος του είδε το μιούζικαλ Annie. Οι γονείς του, γνωρίζοντας την ανυπομονησία ενός μικρού παιδιού, δεν είχαν ιδιαίτερες προσδοκίες. «Θεωρούσαμε πως δεν υπήρχε περίπτωση να κάτσει τρεις ώρες», θυμάται ο Μιχάλης.
Κι όμως. Προς έκπληξή τους, ο μικρός έμεινε καθηλωμένος. Για ώρες κοιτούσε τη σκηνή και απορροφούσε κάθε νότα της παράστασης. Την επόμενη μέρα, μάλιστα, μέσα στο αυτοκίνητο, άρχισε να σφυρίζει με τον δικό του τρόπο ένα από τα τραγούδια που είχε ακούσει.
Η λογική αυτής της startup είναι απλή, αλλά φιλόδοξη: θέλει να επαναφέρει τα παιδιά σε έναν κόσμο όπου η φαντασία ενεργοποιείται από τον ήχο και όχι από την οθόνη μέσα από συσκευές που είναι διαδραστικές, χωρίς να είναι εθιστικές.
Ο Μιχάλης και η γυναίκα του βρήκαν το τραγούδι στο YouTube, το ηχογράφησαν πρόχειρα από τον υπολογιστή και το έβαλαν να παίζει. Για ακόμη μία φορά, ο μικρός τους γιος κάθισε και το άκουσε μαγνητισμένος. Το βλέμμα του ταξίδευε αλλού, ενώ τα χείλη του ακολουθούσαν τη μελωδία.
Εκεί, λέει ο Μιχάλης, συνειδητοποίησε κάτι που στην εποχή των οθονών μοιάζει σχεδόν αντιφατικό. «Αναρωτιόμουν: μπορεί ο ήχος από μόνος του να κρατήσει την προσοχή των παιδιών σε τέτοιο βαθμό ώστε να βγει ένα σχετικό προϊόν;» θυμάται. «Η απάντηση βρισκόταν μπροστά στα μάτια μου».
Από εκείνη τη μικρή οικογενειακή στιγμή γεννήθηκε η Koobiba. Η λογική αυτής της startup είναι απλή, αλλά φιλόδοξη: θέλει να επαναφέρει τα παιδιά σε έναν κόσμο όπου η φαντασία ενεργοποιείται από τον ήχο και όχι από την οθόνη μέσα από συσκευές που είναι διαδραστικές, χωρίς να είναι εθιστικές.
Ο Μιχάλης έχει περάσει περίπου δεκαπέντε χρόνια στον κλάδο της τεχνολογίας, με ιδιαίτερη τριβή σε θέματα privacy και ασφάλειας δεδομένων. Αυτό το υπόβαθρο τον είχε καταστήσει ιδιαίτερα επιφυλακτικό όσον αφορά την έκθεση των παιδιών στις οθόνες για δύο διαφορετικούς, αλλά εξίσου ισχυρούς λόγους.

Ο πρώτος ήταν παιδαγωγικός. «Από ερευνητική σκοπιά, ένα παιδί δεν κερδίζει τίποτα από την έκθεση σε οθόνη στα πρώτα χρόνια της ζωής του», υποστηρίζει. Αντίθετα, μεγάλο μέρος του ψηφιακού περιεχομένου που καταναλώνουμε σήμερα, από το YouTube μέχρι το Netflix, είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να τραβά την προσοχή και να την κρατά. «Δεν δίνει τον χρόνο και τον χώρο που χρειάζεται ένα παιδί για να αντιληφθεί το περιβάλλον του, να τρέξει, να πέσει, να ρωτήσει», ισχυρίζεται.
Ο δεύτερος λόγος πηγάζει από πράγματα που έχει δει στη δουλειά του. Η ευαλωτότητα ενός παιδιού απέναντι στην τεχνολογία, υποστηρίζει, δεν αφορά μόνο την προσοχή αλλά και τις συνήθειες που αποκτά από πολύ μικρή ηλικία και τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνει να αλληλεπιδρά με ψηφιακά συστήματα.
Η αντίθεσή του, βέβαια, είναι και βαθιά προσωπική. «Δεν θέλω να επαναπαυόμαστε σε εύκολα μέσα που κρατούν το παιδί ήρεμο, π.χ. δίνοντάς του ένα τάμπλετ για να αποχαυνωθεί», λέει.
Στην καρδιά της, η Koobiba είναι ένα είδος «anti-tablet» για νήπια. Μια φορητή συσκευή ήχου που αντικαθιστά την οθόνη με μουσική, ιστορίες και ηχογραφήσεις που επιλέγουν οι ίδιοι οι γονείς. Δεν έχει internet ούτε και apps και δεν βασίζεται σε αλγορίθμους. Αντί γι’ αυτά, έχει κουμπιά, ηχεία και αρκετό χώρο για εκατοντάδες ώρες περιεχομένου.
Το όραμά του είναι ένα marketplace όπου ανεξάρτητοι δημιουργοί, αφηγητές, μουσικοί και παιδαγωγοί θα μπορούν να ανεβάζουν περιεχόμενο και να το διαθέτουν απευθείας στους γονείς.
Ο Μιχάλης ήθελε να δημιουργήσει για τον γιο του κάτι που να μπορεί να χειριστεί μόνος του. Μια συσκευή που θα έπαιζε τραγούδια, ιστορίες ή ηχογραφήσεις εγκεκριμένα από τον γονιό, που δεν θα απαιτούσε σύνδεση στο διαδίκτυο, cloud λογαριασμούς ή συνδρομές. Ψάχνοντας την αγορά, διαπίστωσε ότι οι διαθέσιμες λύσεις λειτουργούσαν με αρκετούς περιορισμούς. Αγοράζεις μεν τη συσκευή, ωστόσο ύστερα χρειάζεται να αγοράζεις φιγούρες ή κάρτες για να την αξιοποιήσεις ‒ όπως όταν αγόραζες το Game Boy και μετά να έπρεπε να παίρνεις ξεχωριστές κασέτες για κάθε παιχνίδι.
«Αν ήθελα ο γιος μου να ακούει είκοσι ιστορίες τον χρόνο», λέει, «θα έπρεπε να αγοράσω είκοσι διαφορετικές φιγούρες, με κόστος από δώδεκα έως δεκαεπτά ευρώ η καθεμία».
Το κλειστό αυτό οικοσύστημα έχει κι άλλους περιορισμούς. Δεν αφήνει χώρο για το ηχογραφημένο παραμύθι της γιαγιάς, για ένα τραγούδι που άκουσε τυχαία το παιδί ή για περιεχόμενο που δεν ανήκει σε κάποιον μεγάλο κάτοχο πνευματικών δικαιωμάτων. Αν μάλιστα η εταιρεία στην οποία ανήκει το οικοσύστημα κλείσει, κινδυνεύεις να χάσεις το περιεχόμενό σου.
Έτσι, τον Ιούλιο του 2025 ο Μιχάλης αποφάσισε να φτιάξει μόνος του τη λύση. «Σκεφτόμουν: αν δεν ξεκινήσω τώρα, δεν θα γίνει ποτέ», θυμάται.

Το ίδιο βράδυ παρήγγειλε έναν 3D printer. Δεν είχε σχεδιάσει ποτέ καταναλωτικό hardware, αλλά το πήρε απόφαση. Μέσα σε δύο μήνες, είχε ήδη στα χέρια του το πρώτο πρωτότυπο.
Το αποτέλεσμα θυμίζει κασετοφωνάκι κι αυτό θα κάνει πολλούς millennials να νιώσουν νοσταλγία. Πήρε το όνομα Koobiba, γιατί έτσι έλεγε το καρπούζι ο γιος του μικρός. Η συσκευή είναι εσκεμμένα απλή και καλαίσθητη: έχει τρία μεγάλα κουμπιά, καθένα από τα οποία αντιστοιχεί σε ένα κομμάτι ή μια playlist. Σε ένα δεύτερο επίπεδο επιλογής, τα τρία κουμπιά μετατρέπονται σε εννέα προγραμματιζόμενες θέσεις που είναι αρκετές για να καλύψουν τις ανάγκες ενός μικρού παιδιού χωρίς να το μπερδεύουν.
Έχει, επίσης, έναν φυσικό διακόπτη για την ένταση, την οποία καθορίζει ο γονιός, 32 gigabyte ‒δηλαδή πάνω από 500 ώρες ήχου αποθηκευμένες τοπικά‒, 20 ώρες αυτονομίας, που μπορούν να ξεπεράσουν τις 24 σε airplane mode, και φυσικά ένα χερούλι για να μπορεί το ίδιο το παιδί να μεταφέρει το αντικείμενο.
Σήμερα, η Koobiba βρίσκεται στη φάση της προ-παραγωγής. Οι πρώτες συσκευές έχουν ήδη δοκιμαστεί από οικογένειες στην Ελλάδα και την Ολλανδία, με παιδιά ηλικίας από ένα έως πέντε ετών. Τα ηλεκτρονικά σχεδιάζονται στη Θεσσαλονίκη, ενώ το βιομηχανικό design σε Λιτόχωρο και Αθήνα. Ο στόχος είναι τα πρώτα διακόσια έως τριακόσια κομμάτια να παραχθούν τοπικά, μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία πιστοποίησης CE.
Παράλληλα, ο Μιχάλης χτίζει ένα δίκτυο συνεργατών όσον αφορά το περιεχόμενο. Συνεργάζεται ήδη με παραγωγούς σε Αθήνα, Αγγλία και Αμερική, καθώς και με μια μουσικοπαιδαγωγό στη Νάουσα.
Για τον ίδιο, άλλωστε, η συσκευή είναι μόνο η αρχή. Το μακροπρόθεσμο στοίχημα της Koobiba δεν είναι το hardware αλλά η δημιουργία ενός οικοσυστήματος περιεχομένου γύρω από αυτό: μια πλατφόρμα όπου αφηγητές, μουσικοί και παιδαγωγοί θα μπορούν να διαθέτουν απευθείας τη δουλειά τους σε γονείς.
Η αγορά στην οποία στοχεύει δεν είναι μικρή. Περιλαμβάνει συσκευές και περιεχόμενο και υπολογίζεται σε περίπου 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ αναπτύσσεται με διψήφιο ρυθμό. Σήμερα κυριαρχείται από δύο μεγάλους παίκτες, τη γερμανική Tonies και την αγγλική Yoto. Και οι δύο, όμως, βασίζονται σε κλειστά οικοσυστήματα.
«Ποτέ δεν θα είναι υποχρεωτική η συνδρομή στην Koobiba», λέει ο Μιχάλης. «Ο στόχος μου είναι να σου δώσω την ελευθερία να το εμπιστευτείς».
Το όραμά του είναι ένα marketplace όπου ανεξάρτητοι δημιουργοί, αφηγητές, μουσικοί και παιδαγωγοί θα μπορούν να ανεβάζουν περιεχόμενο και να το διαθέτουν απευθείας στους γονείς. Και ένα μέλλον όπου ένα παιδί δύο ετών μπορεί να καθίσει και να ακούσει μια ιστορία, ήρεμο και συγκεντρωμένο, χωρίς οθόνη μπροστά του, σε ένα πλαίσιο επιστροφής στον αναλογικό κόσμο.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο δεύτερο τεύχος του WIRED Greece. Γίνε συνδρομητής εδώ.