Ήταν ακόμη μια ακόμη συναρπαστική εβδομάδα για τον κόσμο της επιστήμης. Από τη σχέση του εργασιακού στρες με τη στυτική δυσλειτουργία και τις νέες ελπίδες για τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής μέσω κεταμίνης ακολουθούν οι πιο ενδιαφέρουσες ειδήσεις που ξεχώρισαν τις τελευταίες ημέρες.
Για να δείτε περισσότερες επιστημονικές ανακαλύψεις τις εβδομάδες που μας πέρασαν, επισκεφτείτε τη στήλη Week in Science.
Η κεταμίνη μπορεί να είναι το κλειδί για τη διπολική διαταραχή
Δεν θεραπεύονται όλες οι περιπτώσεις διπολικής διαταραχής. Κάποιες είναι εξαιρετικά ανθεκτικές ή χρειάζονται εβδομάδες για να φανεί το αποτέλεσμα. Σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Psychiatry, με επικεφαλής τον Δρ. Joshua Rosenblat, οι συνεχόμενες εγχύσεις κεταμίνης μπορούν να μειώσουν με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα τα σοβαρά συμπτώματα κατάθλιψης σε άτομα με διπολική διαταραχή.
Στη μελέτη συμμετείχαν 68 ενήλικες με διπολική διαταραχή τύπου Ι ή ΙΙ. Μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων, οι συμμετέχοντες έλαβαν τέσσερις εγχύσεις – κάποιοι έλαβαν χαμηλή δόση κεταμίνης, κάποιοι άλλοι μια ισχυρή κατασταλτική ουσία, τη μιδαζολάμη – χωρίς να γνωρίζουν οι επιστήμονες ποιοι έλαβαν τι. Παράλληλα με την αγωγή, όλοι οι ασθενείς έλαβαν και κάποιας μορφής αντιψυχωσικά.
Σύμφωνα με την κλίμακα MADRS (Montgomery-Åsberg Depression Rating Scale), η οποία μετρά την κατάθλιψη, εμφανίστηκαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις δύο ουσίες. Μέχρι την 14η μέρα της αγωγής, η κατάθλιψη στην ομάδα της κεταμίνης ήταν κατά μέσο όρο 7,3 μονάδες χαμηλότερη από εκείνη στην ομάδα της μιδαζολάμης. Εκτός αυτού, περίπου το 35% των συμμετεχόντων που έλαβαν κεταμίνη είδαν τα συμπτώματά τους να μειώνονται τουλάχιστον στο μισό, σε σύγκριση με το 11,8% στην ομάδα της μιδαζολάμης.
Η διαφορά αυτή παρέμεινε μέχρι και μια εβδομάδα μετά την τελευταία δόση του κάθε φαρμάκου. Ωστόσο, τα συμπτώματα επανήλθαν σταδιακά μετά τη διακοπή της θεραπείας με κεταμίνη. Βέβαια, το σημαντικό ήταν ότι κανένας από τους συμμετέχοντες δεν εμφάνισε συμπτώματα μανίας ή ψύχωσης, ούτε σημειώθηκαν απόπειρες αυτοκτονίας, όπως πολλοί φοβόντουσαν.
Σε κάθε περίπτωση, για να διαπιστωθεί αν η κεταμίνη είναι ασφαλής ή αποτελεσματική όταν χρησιμοποιείται επανειλημμένα για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους, τόσο το δείγμα όσο και η διάρκεια της έρευνας θα πρέπει να αυξηθούν κατά πολύ. Έχουμε ακόμα δρόμο μπροστά μας.
Πηγή: MedicalXpress
Ένας κόσμος χωρίς σκυρόδεμα;

Το τσιμέντο βρίσκεται παντού, ειδικά αν δει κανείς την Αθήνα. Για την παραγωγή του, όμως χρειάζονται τεράστιες ποσότητες CO₂ – κάτι το οποίο δυσχεραίνει το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς, λοιπόν: «Γιατί δεν φτιάχνουμε τσιμέντο που να χρειάζεται λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα»; Οι επιστήμονες σε όλο τον κόσμο το έχουν επιχειρήσει. Απλά το θέμα είναι ότι το διοξείδιο από την ατμόσφαιρα εισχωρεί πιο εύκολα σε αυτόν τον τύπο τσιμέντου, αλλάζοντας την ίδια τη χημική του σύσταση.
Ωστόσο, σύμφωνα με την Cristhiana Albert από το Ινστιτούτο Δομικών Υλικών του ETH Zurich, περισσότερη σημασία έχει τι γίνεται μετά, συγκεκριμένα πόσο γρήγορα σκουριάζει το ατσάλι που βρίσκεται μέσα στο τσιμέντο για να του δίνει σχήμα. Σημαντικός παράγοντας σε αυτό είναι η υγρασία.
Οι ερευνητές εξέτασαν τρία μίγματα σκυροδέματος σε τέσσερις τοποθεσίες με διαφορετικό κλίμα: τη Ζυρίχη, το Μπέργκεν της Νορβηγίας, τη Μανάους της Βραζιλίας και το Χουαϊλάι στην Κίνα. Εισήγαγαν μετεωρολογικά δεδομένα σε ένα μοντέλο που προσομοιώνει τις διακυμάνσεις της υγρασίας εντός του σκυροδέματος με την πάροδο του χρόνου, δείχνοντας πόσο γρήγορα σκουριάζει το ατσάλι στο εσωτερικό του.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το ατσάλι διαβρώνεται με διαφορετικούς ρυθμούς, ανάλογα με τις εναλλασσόμενες περιόδους ξηρασίας και υγρασίας στις διαφορετικές περιοχές. Αυτό σημαίνει ότι το σκυρόδεμα χαμηλού άνθρακα δεν είναι απαραίτητα λιγότερο ανθεκτικό. Αντιθέτως, μπορεί να φτάσει και τα επίπεδα του συμβατικού σκυροδέματος. Αυτό που παίζει ρόλο είναι το πώς το υλικό συμπεριφέρεται μακροπρόθεσμα σε διαφορετικές καιρικές συνθήκες.
Η μελέτη αυτή είναι ακόμα πολύ θεωρητική και πρέπει να δοκιμαστεί στην πράξη, αλλά σίγουρα αποτελεί ένα τρόπο να αξιολογηθούν ταχύτερα νέοι τύποι σκυροδέματος, χωρίς να χρειάζονται δεκαετίες για να φανούν τα αποτελέσματα.
Πηγή: ETH Zurich
Περισσότερο στρες, λιγότερη στύση

Σύμφωνα με μια νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο International Journal of Clinical Practice το άγχος στο χώρο εργασίας ενδέχεται να επηρεάζει τη στυτική λειτουργία στους νέους άνδρες, ταυτόχρονα μειώνοντας τα επίπεδα τεστοστερόνης τους.
Στη μελέτη συμμετείχαν 826 άνδρες ηλικίας 22-40 ετών που εργάζονται με πλήρη απασχόληση. Οι ερευνητές αξιολόγησαν τις ώρες εργασίας, την αυτονομία στη λήψη αποφάσεων, την υποστήριξη από τους προϊσταμένους, τις σχέσεις με τους συναδέλφους και την πίεση για κάποια προαγωγή. Παράλληλα, αξιολογήθηκε η στυτική λειτουργία καθώς και τα επίπεδα κορτιζόλης, τεστοστερόνης και άλλων ορμονών στο αίμα των συμμετεχόντων.
Παρατηρήθηκε μια σχέση «δόσης-απόκρισης» μεταξύ του άγχους στον χώρο εργασίας και της στυτικής λειτουργίας. Στην φαρμακολογία, πρόκειται για τη σχέση ανάμεσα στην ποσότητα μιας ουσίας και στο μέγεθος της αλλαγής που προκαλείται στο άτομο.
Η στυτική δυσλειτουργία στην ομάδα υψηλού άγχους είχε 10 φορές μεγαλύτερες πιθανότητες εμφάνισης σε σύγκριση με την ομάδα χαμηλού άγχους. Οι ώρες εργασίας επηρέασαν αρνητικά τη στυτική λειτουργία μέσω της αυξημένης κορτιζόλης, ενώ η υποστήριξη από τους προϊσταμένους φάνηκε να λειτουργεί θετικά, διατηρώντας τα επίπεδα τεστοστερόνης των συμμετεχόντων.
Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η κορτιζόλη φάνηκε να αυξάνεται περίπου 2-4 εβδομάδες πριν μειωθεί η τεστοστερόνη, ενώ η τεστοστερόνη μειώθηκε περίπου 4-6 εβδομάδες πριν επηρεαστεί η στύση – πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει μια περίοδος 6-10 εβδομάδων όπου η παρέμβαση είναι δυνατή.
Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, «η αξιολόγηση του άγχους και των ορμονικών εξετάσεων μπορεί να μας βοηθήσει να εντοπίσουμε αποτελεσματικά τα άτομα που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο για στυτική δυσλειτουργία».
Πηγή: EurekAlert!
«Θέλω έναν extra hot Αμερικάνο»

Σύμφωνα με νέα μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο International Journal of Cancer, η κατανάλωση πολύ ζεστού τσαγιού και καφέ τριπλασιάζει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του οισοφάγου. Όταν λέμε «πολύ ζεστό», εννοούμε από 70°C και πάνω. Ωστόσο, η συσχέτιση αυτή ισχύει για το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα (SCC) και όχι το αδενοκαρκίνωμα (AC) – δύο διαφορετικούς τύπους καρκίνου που μπορούν να εμφανιστούν στον οισοφάγο.
Θεωρείται ότι τα πολύ ζεστά ροφήματα προκαλούν θερμική βλάβη στα κύτταρα που καλύπτουν τον οισοφάγο, αυξάνοντας τον κίνδυνο για εμφάνιση καρκίνου – κάτι που επίσης παρατηρείται στο αλκοόλ και στο κάπνισμα.
Τα ευρήματα βασίστηκαν στην ανάλυση της κατανάλωσης ζεστών ροφημάτων από σχεδόν 980.000 ανθρώπους στο Ηνωμένο Βασίλειο – το μεγαλύτερο δείγμα που έχει χρησιμοποιηθεί σε σχετικές μελέτες παγκοσμίως μέχρι και σήμερα. Η έρευνα παρακολούθησε τους συμμετέχοντες για 14 χρόνια.
Εκτός από την θερμοκρασία, στα άτομα που κατανάλωναν 6 ή περισσότερα ζεστά ροφήματα ημερησίως, υπήρχε 71% αύξηση του κινδύνου για την εμφάνιση SCC, σε σύγκριση με τα άτομα που κατανάλωναν λιγότερα ροφήματα.
Ωστόσο, ένας βασικός περιορισμός της έρευνας είναι ότι η αντιλαμβανόμενη θερμοκρασία του ροφήματος είναι εγγενώς υποκειμενική. Εκτός αυτού, τα άτομα που προτιμούν πολύ ζεστά ροφήματα μπορεί να έχουν ήδη αλλοιωμένη θερμική αίσθηση ή κάποια βλεννογονική ευαισθησία.
Σε κάθε περίπτωση, ενώ είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος που χρειάζεται για να κρυώσει ένα ζεστό ρόφημα, η Fiona Osgun, επικεφαλής υγειονομικής ενημέρωσης στο Cancer Research UK, το οποίο χρηματοδότησε τη μελέτη προτείνει «να περιμένετε μέχρι το ρόφημα να είναι άνετο για κατάποση, αντί να το πίνετε ενώ είναι ακόμα πολύ ζεστό».
Πηγή: The Guardian