Για να παραφράσουμε ένα γνωστό κινηματογραφικό ρητό, ο πρώτος, αλλά και ο δεύτερος κανόνας για το Μια Μέρα στη Ζωή της Τζο: Κεφάλαιο Φαίδρα είναι ότι δεν μιλάμε για το Μια Μέρα στη Ζωή της Τζο: Κεφάλαιο Φαίδρα, τουλάχιστον όχι σε όσους δεν έχουν δει ακόμα την ταινία. Για τις ανάγκες του παρόντος θα επιχειρήσουμε μια αποτίμηση, όσο πιο προσεκτική γίνεται, αν και φοβόμαστε ότι τα «μυστικά» της θα διαρρεύσουν μέσα στις επόμενες μέρες.
Η ταινία ξεκινά με μια κρυπτική σεκάνς, που μάς δίνει τέσσερα στοιχεία τα οποία προοικονομούν την επίμαχη μέρα της κεντρικής ηρωίδας – αν δώσετε προσοχή, και ενώσετε τις τελείες, η παρακολούθηση του θεάματος ενδέχεται να φέρει ένα υποδόριο, «νομοτελειακό» άχθος αλά Carlito’s Way. Η Τζο μεγαλώνει με τη μητέρα της, οι σχέσεις της με την οποία δεν είναι οι καλύτερες δυνατές. Έχει αγόρι, ακούει ραπ, θέλει να εκφράσει τα συναισθήματα της, αλλά δυσκολεύεται να βρει το λεξιλόγιο. Θα έλεγες ότι είναι μια τυπική, οργισμένη έφηβη που ψάχνει τα πατήματά της σε έναν μάλλον αφιλόξενο κόσμο. Όταν στο μάθημα της μουσικής η Φαίδρα, ένα κορίτσι διαφορετικό, συνεσταλμένο θα τραγουδήσει Χατζιδάκι με αγγελική φωνή, η Τζο θα νιώσει κάτι να ξυπνά μέσα της και θα ξεσπάσει σε δάκρυα – μπορεί να περνάμε τον καιρό μας ακούγοντας διαρκώς μουσική, αλλά μόνο όταν χτυπήσει την πόρτα μας ο έρωτας, «ακούμε» πραγματικά τα τραγούδια. Η Τζο θα προσπαθήσει να γνωρίσει τη Φαίδρα καλύτερα και τα δυο κορίτσια θα δώσουν ραντεβού σε έναν από τους ιστορικούς κινηματογράφους του κέντρου της Αθήνας αργότερα μέσα στη μέρα.
Η ταινία έχει τα κότσια να στοχεύσει ψηλά, να σκαρφαλώσει εκεί και να πηδήξει στο κενό δίχως δίχτυ ασφαλείας, ελπίζοντας ότι θα βρει θεατές που θα εκτιμήσουν το θάρρος και την ανθρωπιά της και θα απλώσουν τα χέρια τους ώστε να προσγειωθεί ομαλά στην αγκαλιά τους.
Μέχρι εδώ υποθέτουμε πως τίποτα από όσα γράψαμε δεν επικυρώνει τη γενναιότητα για την οποία κάνουμε λόγο στον τίτλο του κειμένου, αλλά κάντε λίγη υπομονή, θα φτάσουμε και εκεί. Ο φακός του διευθυντή φωτογραφίας Grimm Vanderkerchove πότε ακολουθεί την ηρωίδα με την κάμερα στο χέρι και πότε μοιάζει σαν να καταγράφει ιμπρεσιονιστικά τις εμπειρίες της μέσα στη μέρα, λες και τα συναισθήματά της διείσδυσαν στην αθηναϊκή πραγματικότητα και τη μετάλλαξαν προς το θερμότερο – όχι, δεν αναφερόμαστε στον καιρό. Ή τουλάχιστον έτσι πιστεύαμε, μέχρι που έρχονται δυο ελιγμοί για να τραβήξουν το χαλί κάτω από τα πόδια μας.

Ο ένας, που είναι περισσότερο σεναριακός, στα μάτια μας «μικραίνει» λίγο την ταινία, τη συγκεκριμενοποιεί, αφαιρεί μέρος από την καθολικότητά της. Σε ένα πρώτο επίπεδο, θυμίζει, ως εύρημα, μια παλιότερη, σχεδόν επαίσχυντη δημιουργία με το κινηματογραφικό πρόσωπο της χρονιάς, τον Robert Pattinson, την οποία δεν θα κατονομάσουμε, μα εδώ υπάρχει εμφανέστατα καλύτερη προαίρεση από την πλευρά της δημιουργού. Δεν στήνει την ταινία της αποκλειστικά γύρω από αυτό το στοιχείο, δεν το υποστηρίζει ως ένα sensationalist πυροτέχνημα, πρόσφορο για σοσιομιντιακούς καυγάδες, είναι απλώς ένα μέρος της. Στα μάτια μας, βέβαια, δεν υποστηρίζεται ούτε δραματουργικά, ούτε σημειολογικά από ό,τι προηγήθηκε και από ό,τι ακολουθεί. Σύμφωνοι, για κάποιους το εξωκινηματογραφικό βάρος θα είναι αρκετό για να γεμίσει αυτό το «κενό», αλλά, ειλικρινά, ελπίζουμε να μην χρησιμοποιηθεί ως selling point της ταινίας, θα δημιουργήσει μια προδιάθεση και μια προκατασκευασμένη ερμηνευτική κατεύθυνση στους θεατές της που στο τέλος μόνο θα την αδικήσει.
Ο άλλος ελιγμός είναι εκείνος που βρίσκουμε πραγματικά γενναίο και σχετίζεται περισσότερο με τη φόρμα. Μετά την ως άνω εξέλιξη της πλοκής λοιπόν, η ταινία αλλάζει. Μεταμορφώνεται σε ένα πολύ πιο ριψοκίνδυνο κινηματογραφικό θέαμα, η φύση του οποίου είναι αδύνατο να προβλεφθεί, και εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο μιας ενδιαφέρουσας εξέλιξης αυτού που για λόγους φεστιβαλικής ορατότητας (αλλά και θεωρητικής ευκολίας) ονομάσαμε ελληνικό weird wave. Η καθολικότητα της θεματολογίας παραμένει, αλλά με επαναφορά της ελληνικότητας και με αντικατάσταση της αποστασιοποίησης και της κλινικής ματιάς από τη συναισθηματική εμπλοκή στα δρώμενα, αλλά και την επίκληση στην πνευματικότητα. Το είδαμε στο (πραγματικά υπέροχο) Αρκάντια του Γιώργου Ζώη, το ξαναβλέπουμε κι εδώ, κι αν το πρώτο στράφηκε για έμπνευση στη λαογραφία, η Τζο χτυπά την πόρτα της φιλοσοφίας.

Είναι ένας φορμαλιστικός και δομικός ελιγμός που, σε αντίθεση με τον προηγούμενο, υποστηρίζεται πλήρως από όσα είδαμε ως εκείνη τη στιγμή, κατορθώνοντας να μεταβάλλει το φιλμικό σύμπαν και, ταυτόχρονα, να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του. Ναι, κάποιους θεατές θα τους «πετάξει» εκτός ταινίας, κάποιους άλλους, όμως θα τούς απορροφήσει πλήρως. Επί προσωπικού, με τέτοια ζέση και σιγουριά αφήνεται σε αυτή την τολμηρή δημιουργική απόφαση η Ζακλίν Λέντζου, που με βοήθησε να παρακάμψω την προγενέστερη ένσταση μου – αν και οφείλω να εξομολογηθώ πως μια ταινία που έχει τη σύνεση να χρησιμοποιήσει Roxy Music στο σάουντρακ της, στα κιτάπια μου ξεκινά με θετικό πρόσημο.
Κι έπειτα είναι και ο τρόπος που η Ελληνίδα δημιουργός διαχειρίζεται αυτό το ιδιαίτερο μέρος. Είναι η σιωπή που καλύπτει το ηχοτόπιο, η οποία, πέρα από καίρια επιλογή για την απόδοση του «άλλου» – μεγάλο κρίμα που δεν μπορούμε να επεκταθούμε στην παρούσα φάση-, μεγεθύνει τον συναισθηματικό αντίκτυπο που έχει το τραγουδάκι που σκάει έπειτα και ενισχύει τον παρηγορητικό χαρακτήρα της ταινίας. Μιας ταινίας που έχει τα κότσια να στοχεύσει ψηλά, να σκαρφαλώσει εκεί και να πηδήξει στο κενό δίχως δίχτυ ασφαλείας, ελπίζοντας ότι θα βρει θεατές που θα εκτιμήσουν το θάρρος και την ανθρωπιά της και θα απλώσουν τα χέρια τους ώστε να προσγειωθεί ομαλά στην αγκαλιά τους. Και ξέρετε κάτι; Εν μέσω αναπόφευκτων φωνασκιών, που (εν μέρει) θα πυροδοτηθούν με δική της ευθύνη, πιστεύουμε ότι θα τους βρει.