03.07.2026
17’ READ TIME

Πήγαμε στο καλύτερο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Ευρώπης

Mια εκτεταμένη ανταπόκριση από όσα είδαμε και ζήσαμε στο «Il Cinema Ritrovato» της Ταινιοθήκης της Μπολόνια, ένα φεστιβάλ που προβάλλει αποκλειστικά αποκατεστημένες κόπιες παλιών ταινιών και φέρνει στην ιταλική πόλη νεαρόκοσμο από τις τέσσερις γωνιές της Ευρώπης.
Μια από τις εντυπωσιακές πανοραμικές φωτογραφίες από την προβολή του Wild at Heart του David Lynch. Φωτ.: Lorenzo Burlando/Cineteca di Bologna
Billboard 1

Καταρχάς ζητώ συγγνώμη για τον sensational τίτλο, αλλά, ποιοτικά μιλώντας, το Cinema Ritrovato είναι όντως το καλύτερο φεστιβάλ της Ευρώπης, καθώς γνωρίζεις εκ των προτέρων ότι δεν πρόκειται να δεις ούτε μια κακή ταινία. Ωστόσο, πριν περάσω στο σκέλος της ανταπόκρισης, οφείλω μερικές διευκρινίσεις. Διοργανωτής του φεστιβάλ είναι η Cineteca di Bologna, το θεάρεστο έργο της οποίας απολαμβάνουμε μυριάδες σινεφίλ ανά τον κόσμο εδώ και χρόνια, καθώς έχει επιμεληθεί την ψηφιακή αποκατάσταση ταινιών που, ακούς το όνομα τους, και από την ηδονή θολώνουν οι καθρέφτες. 

To φεστιβάλ ξεκίνησε δειλά το 1986, διαρκώντας μόλις ένα τριήμερο. 40 χρόνια μετά η διάρκεια του τριπλασιάστηκε, οι αίθουσες που το φιλοξενούν πολλαπλασιάστηκαν και, στο πλαίσιο του, προβλήθηκαν 540 ταινίες σε αποκατεστημένες κόπιες: αδιαμφισβήτητα αριστουργήματα, εκλεκτές υποσημειώσεις της κινηματογραφικής ιστορίας και χαμένα διαμαντάκια που (επανα)συστήνονται δεκαετίες μετά την πρώτη προβολή τους. Κάθε χρόνο στο Cinema Ritrovato πραγματοποιούνται ρετροσπεκτίβες σε ηθοποιούς και σκηνοθέτες, όχι απαραίτητα πρώτης γραμμής (φέτος πχ. είχε μια τέτοια στον Μitchel Leisen) και το βράδυ στήνεται μια τεράστια οθόνη στην Piazza Maggiore, όπου συνωστίζονται εκατοντάδες θεατές για να παρακολουθήσουν την ταινία που επέλεξαν οι προγραμματιστές – πολλοί θα πετύχατε στα social media τις εντυπωσιακές πανοραμικές φωτογραφίες από την προβολή του Wild at Heart του David Lynch. Είναι ένα φεστιβάλ όπου η διεθνής πρεμιέρα τoυ final cut του Manhunter του Michael Mann συνιστά μείζον γεγονός κι όπου μια ξεχασμένη στιγμή της φιλμογραφίας του Fritz Lang γίνεται sold-out μέσα σε δέκα λεπτά από το άνοιγμα των κρατήσεων. Ένας εξωτερικός παρατηρητής θα έλεγε πως είναι τρελοί αυτοί οι σινεφίλ και θα είχε δίκιο.

Διαβάζεις συνέχεια ότι το σινεμά πέθανε, ότι το νεαρό κοινό δεν ενδιαφέρεται για ταινίες που γυρίστηκαν πριν το 2000 και συνειδητοποιείς ότι στην πραγματικότητα εκείνοι που δεν ενδιαφέρονται είναι κάποιοι ανίδεοι χαρτογιακάδες στις μεγάλες streaming πλατφόρμες, που δεν αφήνουν τους curators να κάνουν τη δουλειά τους.

Κάθε χρόνο άνθρωποι από τις τέσσερις γωνιές της Ευρώπης κλείνουν αεροπορικά εισιτήρια για Μπολόνια τις μέρες που διεξάγεται το φεστιβάλ, δίνουν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για να αγοράσουν festival pass – ο μοναδικός τρόπος για να μπει κανείς στις προβολές- και ανακαλύπτουν ένα σινεμά στο οποίο δεν έχουν πρόσβαση με άλλο νόμιμο τρόπο. Στις προβολές που βρέθηκα, έβλεπες ανθρώπους κάθε ηλικίας και καταβολών, ωστόσο ο μέσος όρος ηλικίας ήταν κάτω των 30. Ναι, τα άρθρα που υποστηρίζουν ότι η gen-Z επιστρέφει στις αίθουσες λένε την αλήθεια. Και το κυριότερο; Δεν πρόσεξα ούτε ένα smartphone να ανοίγει κατά τη διάρκεια των προβολών – είπατε κάτι για το attention span της πιτσιρικαρίας;

Στις προβολές που βρέθηκα, έβλεπες ανθρώπους κάθε ηλικίας και καταβολών, ωστόσο ο μέσος όρος ηλικίας ήταν κάτω των 30. Φωτ.: Lorenzo Burlando/Cineteca di Bologna

Επισκέφθηκα το Cinema Ritrovato στο δεύτερο μισό του φεστιβάλ και έπεσα πάνω στην καρδιά του καύσωνα. Δεδομένης της μνημειώδους αλλεργίας των εκεί καταστηματαρχών στο air-condition, ακόμα κι αν το κατάστημα διαθέτει τη συσκευή, θα μπορούσα να περιγράψω την εμπειρία από αίθουσα σε αίθουσα σαν πυρετικό όνειρο, αλλά όχι για καλό. Οι υψηλές θερμοκρασίες είχαν και κάποιες χαριτωμένες εξωτερικές επιδράσεις στη συμπεριφορά των φεστιβαλιστών: έβλεπες ξαφνικά ακυρώσεις για τις προβολές στις αίθουσες Arlecchino και Europa, όπου ο κλιματισμός ήταν μια πονεμένη ιστορία, και, ταυτόχρονα, ουρές έξω από το ανακαινισμένο από το 2023 Modernissimo με θεατές που περίμεναν ακυρώσεις της τελευταίας στιγμής, επειδή «η αίθουσα κλιματίζεται», όπως έλεγαν παλιά οι επιγραφές – να εύχεστε να μην νιώσετε ποτέ εκείνο το εκστατικό συναίσθημα του ανθρώπου που βλέπει την σχετική επιγραφή κι ετοιμάζεται να βάλει τα κλάματα από χαρά.

Μπορεί, λοιπόν, οι θερμοκρασίες να ήταν τέτοιες που θα έκαναν ακόμα κι έναν hardcore καλοκαιράκια να εύχεται να ακούσει το Last Christmas μια ώρα αρχύτερα, μπορεί να σε έκαναν να σκέφτεσαι ότι σε ένα ακόμα πιο καλά οργανωμένο φεστιβάλ, εργαζόμενοι θα σε περίμεναν κάθε τρία τετράγωνα και θα σου έδιναν άλλο μπλουζάκι για να αλλάξεις, ωστόσο η ανταμοιβή ήταν πολλαπλάσια. Καταρχάς στη Μπολόνια μπορείς να φας το burro e salvia το ορίτζιναλ, το μερακλίδικο – να ποια είναι η πραγματική τέχνη. Κατά δεύτερον, όπως είπαμε και παραπάνω, κακή ταινία αποκλείεται να δεις. Το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί είναι να πέσεις σε κάτι σαν το Swing High, Swing Low (1937)  του προαναφερθέντος Mitchel Leisen. Σκηνοθέτης δεύτερης γραμμής μεν, αλλά  βασικός θιασώτης του screwball (και της ρομαντζάδας εν γένει), ο Leisen είχε υπογράψει ταινίες σαν το Remember the Night, το Easy Living και το Death takes a Holiday, στο οποίο βασίστηκε και το Meet Joe Black με τον Brad Pitt και τον Anthony Hopkins που είχε στοιχειώσει τον προγραμματισμό της εγχώριας ιδιωτικής τηλεόρασης. 

Carole Lombard και Fred McMurray στο Swing high, swing low του 1937.

Στην ταινία παίζουν οι Carole Lombard και Fred McMurray, ζεύγος που συμπρωταγωνιστούσε και στην επιτυχία του σκηνοθέτη Hands Across the Table. Το πρόβλημα είναι ότι το screwball χρειάζεται ατάκες δολοφονικές, νεύρο και φλέγμα. Το σενάριο της ταινίας δεν διαθέτει τίποτα από τα παραπάνω και το project μάλλον στήθηκε στα γρήγορα για να αξιοποιηθεί χημεία των δυο πρωταγωνιστών και η έμπρακτη αποδοχή της από το κοινό. Πρόκειται για μια μουσική κωμωδία, κατά βάση εσωτερικών χώρων, κι ας έχει ένα πρώτο μισό που εκτυλίσσεται στον Παναμά, η οποία σώζεται από τις τζαζ μουσικές σεκάνς της κι από ένα πολύ γλυκό φινάλε. A, διαθέτει και μια χριστουγεννιάτικη σεκάνς, για όσους αναζητούν εναλλακτικές επιλογές για το εορταστικό πρόγραμμα προβολών. 

Για γιορτές έγραψα, την περίοδο εκείνοι αρκετοί προληπτικοί εκεί έξω ψάχνουν τον σωστό άνθρωπο για ποδαρικό, στο φετινό φεστιβάλ πάντως, τον βρήκαμε στο πρόσωπο του Μichael Mann. Eκεί έκανε τη διεθνή πρεμιέρα της το final cut του Manhunter (1986), που επιμελήθηκε ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Όπως σωστά παρατήρησε ο καλός συνάδελφος Θοδωρής Δημητρόπουλος, πέφτει ο τίτλος της ταινίας, ακούγονται οι πρώτοι synth ήχοι και νιώθεις σαν στο σπίτι σου. Θυμίζουμε ότι πρόκειται για την πρώτη μεταφορά του μυθιστορήματος Red Dragon του Thomas Harris, λίγα χρόνια πριν έρθει το Silence of the Lambs.  Ο Αμερικανός σκηνοθέτης έκανε κάποιες μικροαλλαγές στην ταινία, έκοψε κάποιες ατάκες, μερικές πιο γραφικές εικόνες, έβαλε λίγο παραπάνω Hannibal Lecter – εδώ τον υποδύεται ο Brian Cox- κυρίως, όμως, πείραξε τα χρώματα της ταινίας, φέρνοντας εκείνο το χαρακτηριστικό, μελαγχολικό μπλε του Heat

Oι τίτλοι τέλους του Manhunter του Michael Mann.

Στην ταινία ο αστικός υπαρξισμός του σκηνοθέτη συνδέεται με τη μεταφυσική προβληματική περί Καλού και Κακού του Harris κι έτσι θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι αφορά κάτι «μεγαλύτερο» από όσα ακολούθησαν – δεν θα είχε ούτε δίκιο, ούτε άδικο, έστω κι αν ο Μann δεν είχε διαμορφώσει ακόμα την πλατωνική ιδέα μιας ταινίας Mann.  Όπως και να ‘χει, περί ταινιάρας πρόκειται και, με την προσθήκη μιας στοιχειωτικής σκηνής στο φινάλε – «ήθελα μόνο να σας δω», ψελλίζει ένας εξαντλημένος, μελανιασμένος William Petersen – θεμελιώνει τη θέση της ανάμεσα στις καλύτερες στιγμές του σκηνοθέτη.

Θα ήθελα να πω το ίδιο και για το New York, New York (1977)  του Μartin Scorsese, που παρακολουθήσαμε στην Piazza Maggiore, μα παραμένει μια ταινία που με αφήνει ελαφρώς προβληματισμένο σε κάθε της προβολή. Ουσιαστικά, είναι σαν το A Star is Born, αν ο αρσενικός χαρακτήρας ήταν ένα γλοιώδες, ωφελιμιστικό κάθαρμα. Ένα μου πρόβλημα με την ταινία είναι ο De Niro και αμέσως θα εξηγηθώ, για να μην παρεξηγηθώ. Πρόκειται για ερμηνεία αδιανόητης έντασης και προσήλωσης στη λίγδα του χαρακτήρα, άλλωστε βρισκόμαστε στην εποχή που ο ηθοποιός είναι πραγματικό αγρίμι, ποτέ, όμως, με τρόπο που να καπελώνει το όραμα της ταινίας. Ο De Niro αποδίδει τον τρόπο που είναι γραμμένος ο Jimmy, κάνει ακριβώς εκείνο που του ζήτησε ο Scorsese κι εδώ έγκειται το πρόβλημα: για να πιστέψουμε τον έρωτα της Francine και το κόλλημα της μαζί του, αλλά και για να λειτουργήσει ο φόρος τιμής του Marty στο τεχνητό σινεμά που εκπροσωπεί το είδος του μιούζικαλ, απαιτείται και μια γοητεία, λίγος μαγνητισμός στο παίξιμο. Κοινώς, ο Marty χρειαζόταν λίγο παραπάνω τον σταρ De Niro, από τον ηθοποιό De Niro – κι αν του τον είχε παραγγείλει, θα τον έπαιρνε. 

Κι έπειτα, είναι και ο ρυθμός της ταινίας. Έχει τραγουδιστικά κομμάτια, αλλά λείπει η μουσικότητα ενός μιούζικαλ, την βρίσκει μοναχά στο τελευταίο ημίωρο, δηλαδή πολύ καθυστερημένα. Οριακά θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι σε ρυθμό και σε στιλ μοντάζ το Goodfellas είναι περισσότερο μιούζικαλ από το New York New York. Έλα, όμως, που η Liza Minelli δεν περιγράφεται με λόγια όταν τραγουδά. Όταν τέλειωσε η ερμηνεία της στο  But the World goes Round, το εντυπωσιασμένο κοινό της Piazza Maggiore ξέσπασε σε πηγαίο χειροκρότημα – τι ατυχία να συμπέσει η άνοδός της Minelli με την παρακμή του είδους, έτσι; Έλα που η ταινία μέσα στην ταινία, το Happy Endings, είναι σεκάνς ανθολογίας – ενέπνευσε και την πολυαγαπημένη φαντασιωτική σκηνή του La La Land. Και σκεφτείτε ότι στο original cut της ταινίας είχε κοπεί. Μα πώς να λειτουργήσει το φινάλε της, δίχως αυτή; Πώς να εξυμνηθεί η καθαρτική διάσταση της τέχνης, αλλά και η αντιδιαστολή της με την πραγματικότητα; Συχνά οι άνθρωποι μόνο στο σινεμά μπορούν να λάβουν δεύτερες ευκαιρίες. Κάποιες φορές, όμως, μόνο στο σινεμά αξίζουν να λάβουν δεύτερες ευκαιρίες κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. 

Από την προβολή του «Νew York, New York» στην Piazza Maggiore

Όπως και να ’χει, η ταινία ανέβηκε λίγο στα μάτια μου σε αυτή την προβολή. Ό,τι και να λέμε, άλλο πράγμα να βλέπεις μια ταινία σε συνθήκες μεγάλης οθόνης, είναι σαν να την ανακαλύπτεις ξανά από την αρχή  – κι αυτός είναι ο στόχος του φεστιβάλ, αλλιώς δεν θα το έλεγαν Ritrovato. Και μιλώντας για ανακαλύψεις, εκεί είδα για πρώτη φορά και το Sanshiro Sugata (1943), το ντεμπούτο του Akira Kurosawa, το οποίο αποκαταστάθηκε ψηφιακά με την προσθήκη κάποιων σκηνών που είχαν κοπεί από τη λογοκρισία τον καιρό εκείνο. Δεν βρέθηκαν όλες, χρειάζονται μεσότιτλοι σε σημεία για να αναπληρώσουν τις  χαμένες σκηνές, δίχως αυτό να χαλάει τη συνολική εμπειρία. Κατά την παρουσίαση της ταινίας, μάθαμε ότι η γιαπωνέζικη Επιτροπή Λογοκρισίας ήθελε να την απαγορεύσει, επειδή έδειχνε πολύ «αγγλοαμερικάνικη». Για καλή τύχη του Kurosawa, μέλος της επιτροπής ήταν κι ο θρυλικός Yasujiro Ozu, o οποίος σηκώθηκε όρθιος, είπε ότι με άριστα το 10 αυτή η ταινία θα έπαιρνε 11, πάτησε πόδι και κατάφερε να επιβληθεί στα λοιπά μέλη της επιτροπής. Μετά τη συνεδρίαση, μάλιστα, βρήκε τον Kurosawa και τού έκανε το τραπέζι.

Πρόκειται για αθλητική ταινία και, μάλιστα, αν προσέξει κανείς τις κινήσεις του φακού σε μια σκηνή ενέδρας και των επακόλουθων μονομαχιών στην αρχή της ταινίας, θα διαπιστώσει ότι ο Ryan Coogler δανείστηκε, κατά πάσα πιθανότητα, ορισμένα τρικ για τον Creed του από εκεί. Ωστόσο, η τελική μονομαχία είναι εκείνη που παρακολουθείται με κομμένη ανάσα. Γυρισμένη σε μια βουνοπλαγιά, με τον άνεμο να λυσσομανά, αποδεικνύει ότι ο Ιάπωνας δημιουργός διέθετε επική στόφα από τα γεννοφάσκια του και αποτελεί προϊόν της υπομονής και της επιμονής που διακρίνει τους μεγάλους από τους μέτριους: ηθοποιοί και συνεργείο περίμεναν τρεις μέρες μέχρι να πετύχουν τις κατάλληλες καιρικές συνθήκες. 

H Ellen Burstyn στην ταινία Alice Doesn’t Live here anymore (1974)

Το ίδιο βράδυ θα τιμούσα ξανά τον καλό μου Scorsese κι αυτή τη φορά θα έφευγα πολύ πιο ευχαριστημένος. Δεν το είχα ψηλά το Alice Doesn’t Live here anymore (1974), η σχετική καταχώριση στο μυαλό μου έλεγε «μεγάλη ερμηνεία σε μια πολύ μικρή ταινία που αφηγείται μια ιστορία της αμερικανικής ενδοχώρας, από εκείνες που χαρακτηρίζουν τα αμερικανικά ‘70s». Κι όμως, είδα μια ταινία που ξεκινά με μια παλιομοδίτικη σκηνή, γυρισμένη σε στούντιο, με cardboards φέροντα εκείνο το τεχνητό πορτοκαλοκόκκινο χρώμα του δειλινού που συναντούσες σε δημιουργίες σαν το Gone with the Wind, κι ένα κοριτσάκι που πιστεύει ότι θα τραγουδήσει καλύτερα από την Alice Faye. Αυτό που ακολουθεί είναι ένας επαναπροσδιορισμός του αμερικανικού ονείρου, που προκύπτει δύσκολα (και διαλεκτικά), τοποθετημένος στη συσκευασία της πιο αστείας ταινίας του Scorsese – δεν θυμόμουν ότι έχει τόση πλάκα. Είναι, επίσης, μια πολύ φεμινιστική δημιουργία. Ο θρύλος λέει ότι η Ellen Burstyn, που διαχειριζόταν το project και ήθελε τον Scorsese για σκηνοθέτη, τον συνάντησε, τού είπε ότι θέλει η ταινία να έχει γυναικεία ματιά και τον ρώτησε τι ξέρει για τις γυναίκες. «Απολύτως τίποτα, αλλά θέλω πολύ να μάθω», ήταν η απάντηση του Marty, με την Burstyn να του ανακοινώνει ότι μόλις προσλήφθηκε. Και, όπως φαίνεται από το αποτέλεσμα, έμαθε πολλά. 

Πέραν των προβολών, το φεστιβάλ έχει κάθε χρόνο εκδηλώσεις, masterclasses καισυζητήσεις με ανθρώπους του σινεμά. Παρακολούθησα μία διάλεξη για την αντιμετώπιση του επονομαζόμενου vinegar syndrome του παραδοσιακού φιλμ. Ομολογώ ότι κατάλαβα περίπου το 20% όσων ειπώθηκαν κι αυτό οφείλεται στη γνώριμη αδυναμία πολλών ακαδημαϊκών να μεταδώσουν το αντικείμενο τους σε ένα ευρύτερο ακροατήριο. Δεν βγήκα σοφότερος αλλά πέρασα ωραία, γιατί λίγα πράγματα εκτιμώ στον κόσμο όσο ανθρώπους που έχουν εντρυφήσει σε ένα αντικείμενο που αφορά μια διαδικασία και μιλούν αναλυτικά γι’ αυτή. 

Ιδανικά, βέβαια, προτιμώ τους ακαδημαϊκούς μου σαν τον Sir Christopher Frayling, που βρέθηκε εκεί για να παρουσιάσει το νέο του βιβλίο, το The Hollywood History of Art. Ο Frayling είναι ένας από τους σημαντικότερους κινηματογραφικούς θεωρητικούς. Αν το σινεμά του Sergio Leone ανέβηκε σε ψηλό βάθρο στην υπόληψη της κριτικής μέσα στα χρόνια, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτόν, έχει γράψει και μια βιογραφία του Clint Eastwood που αποτελεί must ανάγνωσμα. 

O Sir Christopher Frayling και ένας Ιταλός συνεργάτης του φεστιβάλ.
To βιβλίο «Τhe Hollywood History of Art».

Το νέο βιβλίο του αφορά τις κινηματογραφικές βιογραφίες ζωγράφων στο σινεμά. Με καθαρό λόγο, εύληπτη και διεισδυτική ανάλυση και επιχειρηματολογία, χιούμορ, ενδιάθετη ευγένεια και αστείρευτη ενέργεια, ο τρόπος του Frayling  είναι ο τρόπος που θα ήθελες να μιλάει κάθε θεωρητικός για το σινεμά. Δεν έβλεπες ίχνος ελιτισμού πάνω του, μιλούσε στο κοινό για τις ταινίες κοιτώντας από το ύψος του βλέμματος. Αν και τον έχουν χρίσει sir δε, υπογράφει το βιβλίο ως Christopher Frayling  – είναι κι αυτό ένα δείγμα ταπεινότητας.

Θα μου επιτρέψετε να αφηγηθώ κι ένα περιστατικό  που, στα μάτια μου, εξηγεί πλήρως τον λόγο που αυτός ο άνθρωπος προσεγγίζει έτσι το σινεμά και μεταδίδει τόσο γενναιόδωρα τον κινηματογραφικό Λόγο. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης, ο Frayling προέβη σε μια πολύ σωστή παρατήρηση: οι περισσότεροι σκηνοθέτες βιογραφιών ζωγράφων καταβάλλουν προσπάθειες ώστε κάθε κάδρο της ταινίας τους να μοιάζει με πίνακες του υποκειμένου τους. Κατά τον Frayling αυτό είναι αδυναμία. Αν όλος ο κόσμος μοιάζει με το έργο του καλλιτέχνη, τότε πως αναδεικνύεται η διαφορετικότητα, ο ιδιαίτερος τρόπος που ο τελευταίος βλέπει τον κόσμο; Πρόσθεσε ότι καμία ταινία δεν έχει καταφέρει να πετύχει αυτή τη διάκριση. Σκεφτόμουν, λοιπόν, την παρατήρηση αυτή, έκανα μια μίνι αναδρομή στο κεφάλι και θυμήθηκα το At Eternity’s Gate του Julian Schnabel. 

Πηγαίνοντας μετά να μού υπογράψει το βιβλίο του, του είπα ότι ίσως ο Schnabel σε αυτή την ταινία αποτελεί την εξαίρεση, καθώς επιχειρεί αυτή τη διάκριση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη μεταβολή της υπό το βλέμμα του καλλιτέχνη – δεν το κάνει απαραίτητα με consistency, αλλα το κάνει. Εκεί σταμάτησε να γράφει, σήκωσε το κεφάλι, με κοίταξε και ξαφνικά το βλέμμα του απέκτησε έναν παιδικό ενθουσιασμό. «Ναι, όντως το κάνει σε κάποιες σκηνές στην ταινία», μου είπε χαμογελώντας πλατιά, «και μάλιστα βρήκα καταπληκτικό εκείνο το εύρημα που μάς δείχνει ένα λιβάδι άσχημο, αλλά στη συνέχεια, μέσα από το βλέμμα του Βαν Γκογκ κι έπειτα στον πίνακά του, το ίδιο λιβάδι δείχνει πανέμορφο». Αυτό πυροδότησε μια μικρή, ευρύτερη κινηματογραφική συζήτηση μεταξύ μας. Σε κάθε του πρόταση έβλεπα έναν άνθρωπο που, ενώ κλείνει τα 80 τον Δεκέμβριο και δεν έχει να αποδείξει τίποτα σε κανένα, έψαχνε εκείνη την ώρα να ανακαλύψει τι άλλο κρύβουν αυτές οι ταινίες μέσα από τον διάλογο και ήθελε να επικοινωνήσει τα μυστικά τους σαν να είναι το σημαντικότερο πράγμα του κόσμου – για μερικούς από εμάς είναι. Μην τα πολυλογώ μετά το πέρας της παρουσίασης κι αυτής της συζήτησης, ήθελα να πλακωθώ σε ταινιοθεραπεία άνευ προηγουμένου. Ξέρεις, αυτό που η μια ταινία οδηγεί στην άλλη και σε παίρνει το ξημέρωμα.

Επειδή δεν ήμουν σπίτι και δεν ήμουν μόνος μου, συμβιβάστηκα με μόλις μία ταινία, αλλά τι ταινία: ένα πρωταγωνιστικό όχημα της μεγάλης κυρίας που κοσμεί τη φετινή αφίσα του φεστιβάλ. Η Barbara Stanwyck διαδέχεται την Katharine Hepburn, την ηθοποιό της περσινής κεντρικής ρετροσπεκτίβας, και θυμίζει ότι ήταν η πιο ατρόμητη πρωταγωνίστρια της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ. Η κινηματογραφική περσόνα της Stanwyck διέθετε αυτό που στη χώρα μας αποκαλούμε τσαγανό. Απαράμιλλη η δυνατότητα της να επιβληθεί στο κάδρο και στους συμπρωταγωνιστές της όποτε χρειαζόταν, οι δε χαρακτήρες της ήταν συχνά αμφίσημης ηθικής. Επέλεγε συνέχεια ρόλους ριψοκίνδυνους, που άλλες πρωταγωνίστριες της εποχής απέφευγαν όπως ο διάολος το λιβάνι. Το μεγαλύτερο της προτέρημα ήταν ότι έμοιαζε να μην νοιάζεται αν θα τη συμπαθήσεις – άλλωστε με τον τρόπο της, έμοιαζε να εκλαμβάνει τη συμπάθεια σου ως δεδομένη.

Η Barbara Stanwyck κοσμεί την αφίσα του 40ου Cinema Ritrovato

Η ταινία που επιλέξαμε ως παρέα ήταν το All I Desire (1953), μια λιγότερο γνωστή δημιουργία του Douglas Sirk, όπου υποδύεται μια γυναίκα που άφησε πίσω της σύζυγο και παιδιά για μια θεατρική καριέρα στη Νέα Υόρκη, κατέληξε να εμφανίζεται σε καμπαρέ και τώρα επιστρέφει στην κωμόπολή της, για να δει την κόρη της να πρωταγωνιστεί σε μια σχολική παράσταση. Είχε περάσει περίπου μια δεκαετία από την τελευταία φορά που είχα δει την ταινία, θυμόμουν να μου αρέσει, αλλά να βρίσκω το φινάλε της συντηρητικό. Ε, λοιπόν, αυτή τη φορά εντόπισα μεν αδυναμίες, ιδίως στην βιαστική κι ολίγον αναίτια σώρευση δραματικών απρόοπτων στην τελευταία πράξη, που από μόνα τους θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια ξεχωριστή δραματουργία, ωστόσο βρήκα το φινάλε της επαναστατικό, πάντα μέσα στα πλαίσια του κώδικα Hays, η συμμόρφωση με τον οποίο δεν είχε υποχωρήσει ακόμα. (SPOILER ALERT) Ναι, στο τέλος αυτή η δυναμική, ανεξάρτητη γυναίκα επιλέγει να γυρίσει στον σύζυγό της, από τη διαδοχή των γεγονότων, όμως, ο σπουδαίος Douglas Sirk μετασχηματίζει αυτή την απόφαση από συντηρητική στροφή, σε πράξη αντίστασης και ανεξαρτησίας, καθώς έρχεται σε πείσμα της φαρισαϊκής μικροκοινωνίας της κωμόπολης, που αιτείται την αποχώρηση της ηρωίδας από αυτή τη «φιλήσυχη» κοινότητα. Κατά κάποιο τρόπο οι δυο τους επανεφευρίσκουν το μοντέλο ευτυχίας των προαστίων που θέριευε εκείνη την περίοδο, μια εξέλιξη που καθιστά την ταινία ιδανική επιλογή για double bill με το Alice Doesn’t Live Here Anymore(SPOILER END).  Κι έπειτα, θαύμασα τη mise en scene αυτού του σπουδαίου, κάπως παραγνωρισμένου δημιουργού, που φροντίζει να δώσει χώρο μέσα στο κάδρο για το δράμα κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά, που χορογραφεί την έλευση της πιθανής σύγκρουσης, με τον ίδιο τρόπο που κάποιος σαν τον Vincente Mineli ενορχήστρωνε τα μουσικοχορευτικά νούμερα που προωθούσαν τον μύθο στις δικές του ταινίες. 

Φοβάμαι πως μακρηγόρησα. Όπως σοφά είχε γράψει ο Pascal – όχι ο Pedro, ο μαθηματικός- σε μια επιστολή του «συγχωρέστε με που δεν είχα τον χρόνο να είμαι πιο σύντομος». Είναι που άκουγα το κοινό να χειροκροτάει μετά το τέλος κάθε προβολής, είναι που έβλεπα νεαρόκοσμο να γελάει ή να χορεύει αυθόρμητα κάτω από τα portici στην Piazza Maggiore, στο πλαίσιο μιας προβολής του A Dog’s Life(1918) του Chaplin, συνοδεία ζωντανής μουσικής. Διαβάζεις συνέχεια ότι το σινεμά πέθανε, ότι το νεαρό κοινό δεν ενδιαφέρεται για ταινίες που γυρίστηκαν πριν το 2000 και συνειδητοποιείς ότι στην πραγματικότητα εκείνοι που δεν ενδιαφέρονται είναι κάποιοι ανίδεοι χαρτογιακάδες στις μεγάλες streaming πλατφόρμες, που δεν αφήνουν τους curators να κάνουν τη δουλειά τους – αν έχουν τέτοιους.  

Κατά τη θρυλική ατάκα στο Field of Dreams, « if you build it, they will come». Ε λοιπόν, οι άνθρωποι της Cineteca di Bologna το έφτιαξαν. Κι ο κόσμος ήρθε μαζικά. Και θα συνεχίσει να πηγαίνει τα επόμενα χρόνια, γιατί η εμπειρία του Cinema Ritrovato αναζωογονεί την αγάπη του για σινεμά. Λογαριάστε με ανάμεσα σ’ αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι θα βρεθεί τρόπος να ενσωματωθεί air-condition μέσα στο t-shirt μου. Καλή και άγια η σινεφιλία, αλλά δύσκολο να την εξασκήσεις με θερμοπληξία. 

© WIRED Greece. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση αποσπασμάτων μόνο με ενεργό σύνδεσμο προς το πρωτότυπο άρθρο και σαφή αναφορά στο WIRED Greece.
Για πλήρη αναδημοσίευση απαιτείται προηγούμενη γραπτή άδεια.
Γιάννης Βασιλείου, Γεννήθηκε το 1985 στη Λαμία. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών, άσκησε δικηγορία επί σειρά ετών, ενώ… Περισσότερα

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO