«Στον David Lynch», γράφει η αφιέρωση κατά την έναρξη του Bucking Fastard, της νέας ταινίας του Werner Herzog, που επιστρέφει στη μυθοπλασία 7 χρόνια μετά το Family LLC. Mπορεί να πρόκειται απλώς για έναν χαιρετισμό ενός σπουδαίου προς έναν άλλο που μάς άφησε νωρίς, ωστόσο έχει μεγάλο ενδιαφέρον να εξετάσουμε την ταινία υπό αυτό το πρίσμα, να δούμε δηλαδή τι κοινό μπορεί να μοιράζεται με το lynchιανό ιδίωμα, έστω κι αν, όπως δήλωσε ο ίδιος ο Γερμανός σκηνοθέτης στη συνέντευξη τύπου, οι ταινίες τους δεν μοιάζουν μεταξύ τους.
Εμπνευσμένος από την αληθινή ιστορία των πανομοιότυπων δίδυμων αδερφών που μιλούσαν ταυτόχρονα και απέκτησαν ερωτική εμμονή για έναν άνδρα, ο Ηerzog προσλαμβάνει τις Rooney και Kate Mara που είναι μεν αδερφές, μα όχι πανομοιότυπες, ούτε και δίδυμες. Βλέπεις, οι περισσότεροι σκηνοθέτες εκεί έξω, μεταχειριζόμενοι αυτή την ιδιαίτερη περίπτωση, θα επιχειρoύσαν να εξερευνήσουν το γιατί. Για τον Herzog αυτή η κοινή ομιλία και σκέψη απλώς «είναι» κι εδώ έρχεται το πρώτο κοινό στοιχείο με τον Lynch, ο οποίος θεωρούσε το παράδοξο αυθύπαρκτο και αυτονόητο, δίχως τη χρεία βαθύτερης αιτίας – άρα και αιτιολόγησης. Θα μπορούσε, λοιπόν, κάλλιστα να προσλάβει μια ηθοποιό και να την βάλει να κάνει και τους δυο ρόλους, σαν την Rachel Weisz στο τηλεοπτικό ριμέικ του Dead Ringers ας πούμε, μα αυτό θα υποδείκνυε μια πρόθεση αιτιολόγησης και, είπαμε, δεν τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο, παρά μόνο να εξερευνήσει την αλληλεπίδρασή τους με το περιβάλλον.
Τo Bucking Fastard είναι μια ταινία που αλλάζει διαρκώς, καθώς περνά η ώρα. Πραγματικά, δεν ξέρεις ποτέ τι να περιμένεις στην επόμενη σκηνή κι αυτό την καθιστά αξιοπερίεργη, τουλάχιστον για εκείνους τους θεατές που μένουν ακόμα ανοιχτοί στην έκπληξη.
Η διάθεση προς εξερεύνηση είναι δομικό στοιχείο του σινεμά του Herzog. Αυτή τον καθιστά εξαιρετικό ντοκιμαντερίστα, άλλωστε, κι αυτή φέρνει έναν απρόβλεπτο χαρακτήρα στις ταινίες του – μπορεί πχ. οι δυο αδερφές να βάζουν πυρκαγιά στο αυτοκίνητο του Orlando Bloom κι ο Herzog να παρατηρήσει τυχαία έναν σκαντζόχοιρο εκεί κοντά και να αποφασίσει επί τόπου ότι ο φακός του θα στραφεί εκεί, με το ζώο να φωτίζεται από τη λάμψη της φλόγας. Αυτό που εξερευνά εδώ ο αγαπημένος αυτός δημιουργός είναι την επιμονή αλλά και τους τρόπους που ο κόσμος προσπαθεί με κάθε τρόπο να διαλύσει αυτή την παράδοξη ένωση, να κάνει τις δύο αδερφές μία, ίσως γιατί η συμπεριφορά τους έρχεται σε αντίθεση με τη σύμβαση της ατομικότητας – άρα αμφισβητεί έναν θεμελιώδη κανόνα του status quo. Όχι τυχαία, η ομιλία των αδερφών σπάει στα δύο, σε σημεία που διεισδύσει μέσα τους η αμφιβολία, για να επανέλθει, ευτυχώς, στην πρότερη κατάσταση. Πρέπει να επισημάνουμε στο σημείο αυτό, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, ότι ο Ηerzog καθώς προχωρά η ταινία – άρα και η εξερεύνηση – βλέπει στον πλήρη συγχρονισμό των δύο αδερφών σύμπνοια και αλληλεγγύη, όχι πλήρη αλλοτρίωση.

Η αντιπαράθεση των αδερφών Holbrooke, όπως λέγονται στο σενάριο, με τον υπόλοιπο κόσμο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι χωρίζεται σε τρία μέρη, αν κάποιος μας ανάγκαζε να εξετάσουμε την ταινία υπό το κλασικό, τρίπρακτο σχήμα της δυτικής δραματουργίας. Δεν χωρά, όμως, σε αυτό το καλούπι το Bucking Fastard – – ελπίζεις ο Έλλην διανομέας να τo βγάλει στις αίθουσες ως «Μπαμημένε Γάσταρδε» – κι εδώ έρχεται η δεύτερη ομοιότητα του με το σινεμά του Lynch. To Bucking Fastard είναι μια ταινία που αλλάζει διαρκώς, καθώς περνά η ώρα. Πραγματικά, δεν ξέρεις ποτέ τι να περιμένεις στην επόμενη σκηνή κι αυτό την καθιστά αξιοπερίεργη, τουλάχιστον για εκείνους τους θεατές που μένουν ακόμα ανοιχτοί στην έκπληξη και δεν θέλουν να γνωρίζουν από πριν τον τρόπο και τον προορισμό της εκάστοτε δημιουργίας.
Στο τελευταίο μέρος, που οι δυο αδερφές σκάβουν ένα τούνελ για να ανακαλύψουν έναν μυθικό τόπο, εντοπίζουμε και μια τρίτη ομοιότητα, η οποία αφορά λιγότερο τη φόρμα των ταινιών τους και περισσότερο τον δημιουργικό προσανατολισμό τους. Με τον (διαφορετικό) τρόπο τους είναι και οι δυο ονειροπόλοι, δυο δημιουργοί που ακολούθησαν τον δικό τους δρόμο, σκάβοντας τούνελ μέρα νύχτα για να εντοπίσουν ένα ουτοπικό κινηματογραφικό μέρος, εκεί που η πλειονότητα της βιομηχανίας τούς καλούσε να ακολουθήσουν την κατεύθυνση των υπολοίπων. Παρακολουθώντας τις ταινίες τους, είναι φορές που γίνεσαι συμμέτοχος στην αναζήτηση μιας ξεχωριστής κινηματογραφικής Σανγκρι-Λα, η οποία θα απαιτούσε ένα κανονικό θαύμα για να εντοπιστεί, αν, φυσικά, δεν υπήρχε μόνο στο κεφάλι τους και σε εκείνο των θεατών που τους συνόδευσαν σ’ αυτή τη φιλμική τρέλα.
Στην καταπληκτική τελευταία σκηνή της ταινίας, ο Herzog παραδέχεται με πίκρα, αλλά και με μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, που μοιάζει κατακτημένη από ένα βουνό εμπειριών και ματαιώσεων, ότι ακόμα κι αν αυτό το θαύμα ερχόταν, δύσκολα θα γινόταν αποδεκτό από έναν κόσμο που έκανε τη λογική άξονα της λειτουργίας του. Ας είναι, οι αδερφές Holbrooke, ο Herzog, ο Lynch και μερικοί από εμάς θα συνεχίσουμε να πιστεύουμε σ’αυτό και θα δηλώνουμε φωναχτά την πίστη μας με ένα στόμα, μια φωνή. Ναι, με μια φωνή.