Για δεκαετίες, η Electronic Arts ήταν μία από τις εταιρείες που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη βιομηχανία των video games. Από τα FIFA –και σήμερα EA Sports FC– μέχρι τα Battlefield, The Sims, Apex Legends, Mass Effect και Dragon Age, τα παιχνίδια της έχουν φτάσει σε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.
Σήμερα, η EA ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της. Η εξαγορά της από κοινοπραξία με επικεφαλής το Public Investment Fund (PIF) της Σαουδικής Αραβίας, μαζί με τις Silver Lake και Affinity Partners, έναντι περίπου 55 δισεκατομμυρίων δολαρίων, είναι η δεύτερη μεγαλύτερη συμφωνία στην ιστορία της βιομηχανίας των video games, πίσω μόνο από την εξαγορά της Activision Blizzard από τη Microsoft.
Η συμφωνία δεν είναι σημαντική μόνο λόγω του μεγέθους της. Πρόκειται για το μεγαλύτερο leveraged buyout που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ στη βιομηχανία της ψυχαγωγίας, καθώς περίπου 20 δισεκατομμύρια δολάρια της χρηματοδότησης προέρχονται από δανεισμό μέσω της JPMorgan Chase.
Στη συμφωνία συμμετέχουν η Silver Lake και η Affinity Partners, το επενδυτικό fund του Jared Kushner, γαμπρού του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και πρώην ανώτερου συμβούλου του στον Λευκό Οίκο.
Για τον Dr. Serkan Toto, CEO της Kantan Games, αυτό από μόνο του είναι ιστορικό σημείο καμπής.
«Έχουμε δει μεγάλες επενδύσεις ή ακόμη και εξαγορές από κρατικά επενδυτικά ταμεία και κυβερνήσεις στο παρελθόν, αλλά η συμφωνία με την EA βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική κατηγορία», λέει στο WIRED Greece.
«Μιλάμε για ένα αμερικανικό icon, μια από τις παλαιότερες επιτυχημένες εταιρείες στον κόσμο και μια μεγάλη εισηγμένη εταιρεία που διαθέτει πολλά κλασικά franchises του gaming», σημειώνει.
Η εξαγορά, όμως, δεν αφορά μόνο την Electronic Arts, αλλά και το πώς άλλαξε η θέση των video games στον κόσμο.
Από παιχνίδια σε στρατηγικά assets
Για δεκαετίες, τα video games θεωρούνταν απλώς μια μορφή ψυχαγωγίας, συχνά απευθυνόμενη σε παιδιά. Σήμερα είναι μία από τις μεγαλύτερες πολιτιστικές βιομηχανίες στον κόσμο, μεγαλύτερη σε έσοδα από τον κινηματογράφο και τη μουσική μαζί.
Αυτό σημαίνει ότι η αξία του κλάδου έχει πάψει να εντοπίζεται μόνο σε πωλήσεις. Μετριέται σε τεχνογνωσία, δεδομένα, τεχνολογία, κοινότητες εκατοντάδων εκατομμυρίων παικτών και, επιπλέον, πολιτιστική επιρροή.
Για τον David Nieborg, καθηγητή Media Studies στο University of Toronto, αυτή η μετατόπιση έχει μια βασική προϋπόθεση: να αναγνωρίσουμε ότι τα παιχνίδια δεν είναι απλώς προϊόντα.
Για χώρες που θέλουν να προσεγγίσουν νεότερες γενιές, τα video games είναι πλέον ένα από τα αποτελεσματικότερα εργαλεία.
«Είναι μέρος του καθημερινού ιστού της ζωής μας. Προσφέρουν ουσιαστικές εμπειρίες στους παίκτες και μερικά από τα καλύτερα παιχνίδια μπορούν να μας κάνουν να μάθουμε περισσότερα για τον κόσμο ή για τον εαυτό μας, με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν ο κινηματογράφος, η λογοτεχνία ή άλλες μορφές πολιτισμού», λέει στο WIRED Greece.
Αν τα παιχνίδια αντιμετωπίζονται ως πολιτιστική υποδομή, τότε είναι λογικό τα κράτη να επιχειρούν να αποκτήσουν επιρροή πάνω τους.
Ο Joost van Dreunen, καθηγητής στο NYU Stern School of Business και συγγραφέας του One Up: Creativity, Competition, and the Global Business of Video Games, θεωρεί ότι η εξαγορά της EA δείχνει ακριβώς αυτή την κατεύθυνση.
«Η διαδραστική ψυχαγωγία φτάνει σε δισεκατομμύρια ανθρώπους μέσα από ένα τεράστιο εύρος εμπειριών, ενώ τα αθλητικά παιχνίδια είναι εδώ και δεκαετίες μία από τις πιο σταθερές κατηγορίες της αγοράς», λέει στο WIRED Greece.
Κατά τον ίδιο, η αγορά της EA από ένα κρατικό επενδυτικό ταμείο θυμίζει τις εξαγορές ποδοσφαιρικών συλλόγων από δισεκατομμυριούχους και κρατικά κεφάλαια.
«Είναι μια στρατηγική κίνηση για την ενίσχυση της ήπιας ισχύος (soft power) και της πολιτιστικής επιρροής μέσω του ελέγχου σε μια από τις δημοφιλέστερες μορφές σύγχρονης ψυχαγωγίας.»
Για χώρες που θέλουν να προσεγγίσουν νεότερες γενιές, τα video games είναι πλέον ένα από τα αποτελεσματικότερα εργαλεία. Ο van Dreunen επισημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία δεν είναι η μόνη χώρα που αντιμετωπίζει το gaming ως τεχνολογικό και πολιτιστικό μοχλό.
«Ιδιαίτερα όταν προσπαθούν να απευθυνθούν σε ένα νεανικό κοινό με γνώσεις στον τομέα της τεχνολογίας, τα βιντεοπαιχνίδια έχουν καταστεί μια σαφής αφετηρία για οικονομίες όπως η Σαουδική Αραβία, η Νότια Κορέα και η Κίνα, ώστε να επικεντρωθούν περισσότερο στην τεχνολογία», λέει.
Από το πετρέλαιο στα pixels: Γιατί η Σαουδική Αραβία επενδύει στο gaming
Η εξαγορά της EA δεν είναι μια μεμονωμένη επένδυση. Εδώ και χρόνια, η Σαουδική Αραβία χρησιμοποιεί το κρατικό επενδυτικό της ταμείο για να αποκτήσει παρουσία σε στρατηγικούς τομείς της παγκόσμιας οικονομίας.
Στην περίπτωση του gaming, αυτό γίνεται κυρίως μέσω της Savvy Games Group.
Η Savvy έχει ήδη επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια αποκτώντας μειοψηφικά ποσοστά σε εταιρείες όπως η Nintendo, η Capcom, η Nexon, η Embracer Group και η Take-Two Interactive. Πριν από την πλήρη εξαγορά, το PIF κατείχε ήδη περίπου το 10% της Electronic Arts.
«Η απόκτηση της EA επιτρέπει στη Σαουδική Αραβία να αποκτήσει άμεσα ένα σημαντικό αποτύπωμα στην παγκόσμια βιομηχανία ψυχαγωγίας, να κερδίσει μερίδιο αγοράς και να τοποθετήσει το Βασίλειο ως έναν κεντρικό κόμβο της ψηφιακής οικονομίας».
Νωρίτερα φέτος, η Scopely -που ανήκει στη Savvy- εξαγόρασε τη Niantic, δημιουργό του Pokémon Go, έναντι περίπου 3,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Όλα αυτά είναι μέρος του Vision 2030, του σχεδίου με το οποίο η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το πετρέλαιο και να αναπτύξει νέους τομείς όπως η τεχνολογία, η ψυχαγωγία και ο τουρισμός.
«Η απόκτηση της EA επιτρέπει στη Σαουδική Αραβία να αποκτήσει άμεσα ένα σημαντικό αποτύπωμα στην παγκόσμια βιομηχανία ψυχαγωγίας, να κερδίσει μερίδιο αγοράς και να τοποθετήσει το Βασίλειο ως έναν κεντρικό κόμβο της ψηφιακής οικονομίας», εξηγεί στο WIRED Greece ο Kristian Coates Ulrichsen, ερευνητής στο Baker Institute for Public Policy, και σημειώνει πως αυτή η προσέγγιση ευθυγραμμίζεται με τους στόχους του Vision 2030.
«Με την παρουσία της στον τεχνολογικό τομέα και στην παγκόσμια νεανική κουλτούρα, η χώρα επιχειρεί να αλλάξει τις διεθνείς αντιλήψεις και να παρουσιάσει μια σύγχρονη εικόνα ως ηγέτης σε νέους τομείς όπως το gaming και τα esports», εκτιμά.
Ο Robert Mogielnicki, ιδρυτής της Polisphere Advisory με έδρα το Παρίσι και non-resident fellow στο Arab Gulf States Institute, συμφωνεί ότι η εξαγορά πρέπει να ιδωθεί πρωτίστως μέσα από το πρίσμα της οικονομικής στρατηγικής.
«Η Σαουδική Αραβία και το κρατικό επενδυτικό της ταμείο είναι πρόθυμοι να κάνουν μεγάλες επενδύσεις στον χώρο του αθλητισμού και της ψυχαγωγίας, επειδή βλέπουν σημαντικές μακροπρόθεσμες προοπτικές. Το μέγεθος της επένδυσης λέει πολλά για τις φιλοδοξίες και την αυτοπεποίθηση της χώρας σε αυτόν τον τομέα», εξηγεί στο WIRED Greece.
Όπως σημειώνει, το οικονομικό κίνητρο παραμένει βασικό, αλλά η επένδυση ευθυγραμμίζεται και με τη συνολική στρατηγική διαφοροποίησης της οικονομίας, ενώ απευθύνεται και στον νεανικό πληθυσμό της χώρας.
Η συζήτηση για το «gameswashing», οι πολιτικές προεκτάσεις
Οι επενδύσεις της Σαουδικής Αραβίας στον αθλητισμό έχουν εδώ και χρόνια προκαλέσει κατηγορίες περί «sportswashing» -της χρήσης δηλαδή μεγάλων αθλητικών διοργανώσεων και συλλόγων για τη βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας.
Ανάλογη συζήτηση ξεκινά και γύρω από το gaming.
Το Public Investment Fund έχει βρεθεί στο επίκεντρο αντιδράσεων όχι μόνο λόγω των επενδύσεών του στα video games, αλλά και επειδή πρόεδρός του είναι ο Mohammed bin Salman, ο de facto ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος έχει δεχθεί διεθνή κριτική για ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μεταξύ αυτών βρίσκεται και η υπόθεση της δολοφονίας του δημοσιογράφου της Washington Post Jamal Khashoggi. Αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν εκτιμήσει ότι ο Mohammed bin Salman ενέκρινε την επιχείρηση, κάτι που ο ίδιος έχει αρνηθεί.
Από την πλευρά της, η σαουδαραβική κυβέρνηση παρουσιάζει τις επενδύσεις αυτές ως μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος οικονομικού μετασχηματισμού.
Εκτός από το PIF, στη συμφωνία συμμετέχουν η Silver Lake και η Affinity Partners, το επενδυτικό fund του Jared Kushner, γαμπρού του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και πρώην ανώτερου συμβούλου του στον Λευκό Οίκο. Η Affinity Partners ιδρύθηκε μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο και έχει αναπτύξει στενές επενδυτικές σχέσεις στη Μέση Ανατολή.
Ο Kushner χαρακτήρισε την EA «μια εξαιρετική εταιρεία με παγκόσμιας κλάσης διοίκηση και τολμηρό όραμα για το μέλλον», ενώ έχει πει ότι μεγάλωσε παίζοντας τα παιχνίδια της και πλέον τα απολαμβάνει μαζί με τα παιδιά του.
Η συμμετοχή της Affinity Partners προσθέτει ακόμη μία πολιτική διάσταση σε μια συμφωνία που βρίσκεται ήδη στο σταυροδρόμι της τεχνολογίας, των επενδύσεων και της διεθνούς πολιτικής.
Τι αλλάζει για την EA: Οι φόβοι για δημιουργικότητα και θέσεις εργασίας
Για τους παίκτες, το μεγάλο ερώτημα είναι απλό: θα αλλάξουν τα παιχνίδια;
Προς το παρόν, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα.
Ο CEO της EA Andrew Wilson διαβεβαίωσε τους εργαζομένους, όταν ανακοινώθηκε η συμφωνία, ότι «οι αξίες μας και η δέσμευσή μας απέναντι στους παίκτες παραμένουν αμετάβλητες».
Η οικονομική πραγματικότητα, ωστόσο, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα.
Περισσότερο από το 70% των εσόδων της EA προέρχεται από live-service παιχνίδια όπως τα EA Sports FC, Madden NFL, Apex Legends και The Sims 4, γεγονός που σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι τίτλοι πιθανότατα θα παραμείνουν η κορυφαία επιχειρηματική προτεραιότητα της εταιρείας.
Παράλληλα, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, επενδυτές της συμφωνίας θεωρούν ότι η χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση κόστους και στην αύξηση της κερδοφορίας.
Η ύπαρξη περίπου 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε δανεισμό έχει οδηγήσει αρκετούς αναλυτές να αναρωτηθούν πώς θα επιτευχθούν οι απαιτούμενες αποδόσεις. Έτσι, έχουν πορκύψει ερωτήματα για πιθανές αλλαγές στη λειτουργία της εταιρείας, από αυξημένη έμφαση στη δημιουργία εσόδων μέχρι περικοπές κόστους.
Τα λιγότερο αποδοτικά ή στρατηγικά ασύμβατα franchises, θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωπα με πωλήσεις ή ακόμη και διακοπή ανάπτυξης, καθώς η νέα ιδιοκτησία θα αναζητά μεγαλύτερες αποδόσεις για να καλύψει το κόστος της εξαγοράς.
Ο Mat Piscatella της Circana χαρακτήρισε το ύψος του χρέους «σοκαριστικά μεγάλο», εκτιμώντας ότι η EA ίσως χρειαστεί να προσαρμοστεί πιο επιθετικά, είτε μέσω αυξημένης εμπορικής αξιοποίησης των παιχνιδιών της είτε μέσω περαιτέρω περιορισμού του κόστους.
Η εταιρεία είχε ήδη προχωρήσει σε σημαντικές απολύσεις τα προηγούμενα χρόνια, γεγονός που εξηγεί γιατί η νέα εξαγορά προκαλεί ανησυχία στους εργαζομένους. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία ανακοίνωση ότι η νέα ιδιοκτησία σχεδιάζει νέο γύρο περικοπών, αν και, σύμφωνα με άρθρο του Bloomberg που δημοσιεύθηκε νωρίτερα φέτος, η EA θα επιδιώξει να επιτύχει εξοικονόμηση κόστους ύψους 700 εκατομμυρίων δολαρίων.
Αντίστοιχα, δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι θα υπάρξει παρέμβαση στο δημιουργικό περιεχόμενο των παιχνιδιών, αν και παραμένουν οι ανησυχίες.
Ο David Nieborg επισημαίνει ότι η συζήτηση δεν αφορά μόνο το ποιος κατέχει μια εταιρεία, αλλά και το πώς η ιδιοκτησία επηρεάζει δύο διαφορετικά επίπεδα: τους ανθρώπους που δημιουργούν τα παιχνίδια και τα ίδια τα παιχνίδια που φτάνουν στους παίκτες.
Το ερώτημα είναι διπλό: «ποιος δημιουργεί τα παιχνίδια και κάτω από ποιες συνθήκες, αλλά και τι είδους παιχνίδια τελικά δημιουργούνται», λέει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ιστορία των επενδυτικών κεφαλαίων δείχνει ότι η αναζήτηση υψηλότερων αποδόσεων συχνά συνοδεύεται από μικρότερη διάθεση για ρίσκο.
«Είναι πιθανό να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση σε υπάρχοντα franchises και IP», σημειώνει.
Αυτό μπορεί να επηρεάσει τόσο την ποικιλία των παιχνιδιών όσο και τις εργασιακές συνθήκες, καθώς οι εταιρείες αναζητούν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και χαμηλότερο κόστος.
«Δεν έχω λόγο να πιστεύω ότι η εξαγορά της Electronic Arts θα δημιουργήσει ξαφνικά περισσότερες θέσεις εργασίας για developers ή μια έκρηξη νέων, πρωτότυπων franchises», λέει και αναφέρει την εξαγορά της Activision Blizzard από τη Microsoft ως παράδειγμα του πώς η συγκέντρωση εταιρικής ιδιοκτησίας μπορεί να επηρεάσει τόσο το περιεχόμενο όσο και την εργασία στη βιομηχανία.
Ο ίδιος μιλά για τη γενικότερη τάση συγκέντρωσης στη βιομηχανία, επισημαίνοντας ότι η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στη σαουδαραβική ιδιοκτησία.
«Θα ήταν κάπως παραπλανητικό να επικρίνουμε μόνο ένα σαουδαραβικό επενδυτικό ταμείο, όταν εισηγμένες αμερικανικές εταιρείες έχουν επίσης τεράστια επιρροή στο τι είδους παιχνίδια παίζουμε», σημειώνει.
Όπως εξηγεί, οι πλατφόρμες έχουν ήδη τεράστια δύναμη πάνω στη δημιουργία και τη διανομή περιεχομένου. Η Apple, η Sony, η Microsoft και η Nintendo καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό ποια παιχνίδια και ποια είδη περιεχομένου μπορούν να φτάσουν στους παίκτες.
Ο Joost van Dreunen εκτιμά ότι η νέα ιδιοκτησία ενδέχεται να αντιμετωπίσει την EA περισσότερο ως επένδυση private equity, δίνοντας ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στον αθλητικό τομέα και επανεξετάζοντας την αξία λιγότερο εμπορικών σειρών.
Εκτιμά ότι η EA μπορεί να οδηγηθεί σε έναν διαχωρισμό ανάμεσα στο εξαιρετικά κερδοφόρο κομμάτι των αθλητικών παιχνιδιών και το υπόλοιπο portfolio της. Τα λιγότερο αποδοτικά ή στρατηγικά ασύμβατα franchises, σημειώνει, θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωπα με πωλήσεις ή ακόμη και διακοπή ανάπτυξης, καθώς η νέα ιδιοκτησία θα αναζητά μεγαλύτερες αποδόσεις για να καλύψει το κόστος της εξαγοράς.
Το επόμενο κεφάλαιο
Ένα άλλο ερώτημα είναι αν η εξαγορά της EA μπορεί να γίνει μοντέλο για μελλοντικές κινήσεις.
Ο van Dreunen θεωρεί ότι το επόμενο διάστημα μπορεί να δούμε περισσότερες αντίστοιχες κινήσεις.
«Καθώς περισσότερες κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους να ενισχύσουν την παρουσία τους στην παγκόσμια τεχνολογική αγορά, μπορούμε να περιμένουμε παρόμοιες συμφωνίες μέσα στους επόμενους 18 μήνες», εκτιμά.
Η πρόβλεψη αυτή δεν αφορά μόνο τη Σαουδική Αραβία, αλλά ένα ευρύτερο κύμα κρατικών και κρατικά υποστηριζόμενων επενδύσεων.
Ο Serkan Toto θεωρεί πιθανό να δούμε αντίστοιχες συμφωνίες, αν και, όπως λέει, οι διαθέσιμοι στόχοι για τέτοια mega deals είναι όλο και λιγότεροι.
Στη Βόρεια Αμερική, μία από τις λίγες ανεξάρτητες εταιρείες μεγάλου μεγέθους που απομένουν είναι η Take-Two Interactive, επισημαίνει. Στην Ευρώπη, εταιρείες όπως η Ubisoft ή η CD Projekt θα μπορούσαν θεωρητικά να προσελκύσουν ενδιαφέρον. Η Ubisoft έχει ήδη στρατηγική σχέση με την κινεζική Tencent.
Η Ιαπωνία παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη αγορά για πλήρεις εξαγορές κορυφαίων εταιρειών, σύμφωνα με τον ίδιο.
«Στο άμεσο μέλλον, πιστεύω ότι μεγάλες συμφωνίες στο gaming θα μπορούσαν να προέλθουν από τη Σαουδική Αραβία, ίσως από κάποια άλλη πλούσια χώρα της Μέσης Ανατολής ή από μεγάλες κινεζικές εταιρείες του χώρου», εκτιμά.