Χτυπάει το τηλέφωνο από άγνωστο αριθμό, το σηκώνεις και ακούς έναν ενθουσιώδη πωλητή να σου μιλά για ένα μοναδικό πακέτο ρεύματος ή τηλεφωνίας. Το κλείνεις. Σε ενοχλεί, αλλά ίσως σκέφτεσαι «ποιος ασχολείται», έχοντας στο μυαλό σου έναν επίπονο γραφειοκρατικό γολγοθά χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Ακόμη κι αν έχεις μπει στη διαδικασία να γραφτείς στο Μητρώο του Άρθρου 11, τη λίστα όπου δηλώνεις ρητά πως δεν επιθυμείς να λαμβάνεις προωθητικές κλήσεις, το τηλέφωνό σου μπορεί να χτυπήσει.
Η Δικαιοσύνη δίνει όμως μια διαφορετική διάσταση σε αυτή την ενόχληση. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την προστασία του καταναλωτή, αλλά και των προσωπικών δεδομένων του.
Κάθε παράνομη κλήση που πραγματοποιείται προς αριθμό εγγεγραμμένο στο Μητρώο του Άρθρου 11 «κοστολογείται» από τον νόμο με τουλάχιστον 10.000 ευρώ.
Μια πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (18995/2026) έρχεται να καταρρίψει την ηττοπαθή αντίληψη, επιδικάζοντας αποζημίωση 20.000 ευρώ σε πολίτη για μόλις δύο τηλεφωνικές κλήσεις που δέχθηκε μέσα στην ίδια ημέρα από εταιρεία ενέργειας. Επιπλέον, 6.000 ευρώ από το συνολικό ποσό κρίθηκαν προσωρινά εκτελεστά, γεγονός που σημαίνει ότι η εταιρεία οφείλει να τα καταβάλει ακόμη και αν επιλέξει να ασκήσει έφεση.
Μάλιστα, η συγκεκριμένη υπόθεση ολοκληρώθηκε σε χρόνο-ρεκόρ: η αγωγή κατατέθηκε τον Ιανουάριο του 2026, εκδικάστηκε τον Ιούνιο και η απόφαση δημοσιεύθηκε στο τέλος του ίδιου μήνα, καθώς οι αγωγές αυτές εκδικάζονται με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, και όχι στη χρονοβόρα τακτική διαδικασία.
Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος της αποζημίωσης, αλλά και στο μήνυμα που στέλνει η απόφαση.
Γιατί 10.000 ανά κλήση
Όταν συζητάμε για τα προσωπικά δεδομένα στην Ευρώπη, η κουβέντα μονοπωλείται σχεδόν πάντα από τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR). Ωστόσο, στην περίπτωση των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και του τηλεφωνικού spam, υπάρχει ο Νόμος 3471/2006, ο οποίος μεταφέρει στην ελληνική δικαιοσύνη την ευρωπαϊκή Οδηγία ePrivacy (2002/58).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχείρησε επί χρόνια να την αντικαταστήσει με τον πολυσυζητημένο ePrivacy Regulation, ο οποίος θα λειτουργούσε συμπληρωματικά προς τον GDPR. Ωστόσο, ύστερα από μακρές διαπραγματεύσεις και έντονες πιέσεις από τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών και της διαφήμισης, η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε και η πρόταση αποσύρθηκε.
Το άρθρο 14 του συγκεκριμένου νόμου κρύβει μια διάταξη-καταλύτη: ορίζει ως ελάχιστο ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τα 10.000 ευρώ για κάθε παραβίαση. Δηλαδή, κάθε παράνομη κλήση που πραγματοποιείται προς αριθμό εγγεγραμμένο στο Μητρώο του Άρθρου 11 «κοστολογείται» από τον νόμο με τουλάχιστον 10.000 ευρώ.
Το Μητρώο 11 και η εξίσωση κόστους-οφέλους
Γιατί, όμως, επιμένουν οι εταιρείες να καλούν ανθρώπους που έχουν δηλώσει ρητά πως δεν το επιθυμούν;
Ο Βασίλης Σωτηρόπουλος, ο δικηγόρος που εκπροσώπησε τον πολίτη στη Θεσσαλονίκη, εκτιμά ότι πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν το τηλεφωνικό marketing ως στάθμιση κόστους και οφέλους.
Όπως εξηγεί στο WIRED Greece, αρκετές εταιρείες δεν αφαιρούν συστηματικά από τις λίστες τους τους αριθμούς όσων έχουν εγγραφεί στο Μητρώο του Άρθρου 11, πιθανώς επειδή θεωρούν ότι η πιθανότητα να αποκτήσουν νέους πελάτες υπερκαλύπτει τον κίνδυνο μιας δικαστικής διαμάχης.
Όταν όμως μία μόνο παράνομη κλήση μπορεί να οδηγήσει σε αποζημίωση 10.000 ευρώ, το οικονομικό ρίσκο γίνεται πλέον πολύ μεγαλύτερο και αλλάζει πλέον αυτή η λογική. Δεν πρόκειται για θεωρητικό ενδεχόμενο. Όπως αναφέρει ο δικηγόρος, υπάρχουν ήδη αποφάσεις στις οποίες πολίτες αποζημιώθηκαν με 50.000 ευρώ για πέντε παράνομες τηλεφωνικές κλήσεις.
Η δικαιολογία των «τυχαίων αριθμών»
Πώς όμως δικαιολογούν οι εταιρείες το γεγονός ότι καλούν αριθμούς που βρίσκονται θεσμικά «προστατευμένοι» στο Μητρώο;
Ένα σύγχρονο λογισμικό τηλεφωνικών κλήσεων θα μπορούσε -και θα έπρεπε- να διασταυρώνει αυτόματα τους αριθμούς με το Μητρώο του Άρθρου 11 και να εξαιρεί όσους έχουν εγγραφεί.
Στη δικαστική αίθουσα, σύμφωνα με τον κ. Σωτηρόπουλο, οι υπερασπιστικές γραμμές των εταιρειών συχνά επιστρατεύουν τεχνικά επιχειρήματα περί «τυχαίας πληκτρολόγησης» ή αυτόματης παραγωγής αριθμών από λογισμικό. Ισχυρίζονται δηλαδή ότι το σύστημα «έτυχε» να σχηματίσει τον αριθμό του συνδρομητή και συνεπώς δεν υπήρχε δόλος ή γνώση ότι ο συγκεκριμένος αριθμός ανήκει στο Μητρώο.
Κατά τον κ. Σωτηρόπουλο, το επιχείρημα αυτό δύσκολα στέκει τεχνικά, καθώς ένα σύγχρονο λογισμικό τηλεφωνικών κλήσεων θα μπορούσε -και θα έπρεπε- να διασταυρώνει αυτόματα τους αριθμούς με το Μητρώο του Άρθρου 11 και να εξαιρεί όσους έχουν εγγραφεί.
Η απόφαση που άλλαξε τα δεδομένα
Η βάση για αυτή την εξέλιξη βρίσκεται στην απόφαση 564/2024 του Αρείου Πάγου. Οι εταιρείες υποστήριζαν ότι το ελάχιστο ποσό αποζημίωσης των 10.000 ευρώ που προβλέπει ο Ν.3471/2006 είναι αντισυνταγματικό. Ο Άρειος Πάγος όμως έκρινε ότι το ποσό είναι συμβατό με την αρχή της αναλογικότητας.
Σύμφωνα με τον δικηγόρο, μετά το 2024 η νομολογία έχει σταθεροποιηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ υπάρχουν ήδη υποθέσεις στις οποίες πολλαπλές τηλεφωνικές κλήσεις οδήγησαν σε ακόμη μεγαλύτερες αποζημιώσεις.
Ο Βασίλης Σωτηρόπουλος υποστηρίζει ότι ο ίδιος νόμος θα έπρεπε να εφαρμόζεται και όταν παραβιάσεις προέρχονται από δημόσιους φορείς.
Όπως αναφέρει, ο ίδιος επικαλέστηκε τον Ν.3471/2006 και στην υπόθεση διαρροής των e-mail αποδήμων, ζητώντας την εφαρμογή της ίδιας ελάχιστης αποζημίωσης. Ωστόσο, μέχρι στιγμής τα δικαστήρια δεν έχουν ακολουθήσει αυτή την ερμηνεία, κρίνοντας ότι η συγκεκριμένη διάταξη αφορά κυρίως τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους.
Ο ίδιος διαφωνεί με αυτή την προσέγγιση και έχει ασκήσει έφεση, υποστηρίζοντας ότι το γράμμα του νόμου είναι σαφές: αναφέρεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παραβιάζει τις σχετικές διατάξεις και όχι αποκλειστικά σε ιδιωτικές εταιρείες τηλεπικοινωνιών. Όπως αναφέρει, αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει και ηλεκτρονικές υπηρεσίες του Δημοσίου.
Call Centers: Η μετακύλιση ευθυνών
Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο της υπόθεσης αφορά τα εξωτερικά τηλεφωνικά κέντρα.
Συχνά οι εταιρείες αναθέτουν το τηλεφωνικό marketing σε τρίτους συνεργάτες. Στη συγκεκριμένη δίκη, εταιρεία που είχε αναλάβει τις διαφημιστικές κλήσεις παρενέβη υποστηρίζοντας ότι εκείνη έφερε την ευθύνη. Το δικαστήριο δεν δέχθηκε αυτό το επιχείρημα -απέρριψε την παρέμβασή της και επέβαλε μάλιστα και δικαστικά έξοδα.
Η εταιρεία ενέργειας είναι αυτή που ευθύνεται απέναντι στον πολίτη, και αν η ίδια επιζημιωθεί λόγω σφαλμάτων του εργολάβου της, μπορεί στη συνέχεια να τα διεκδικήσει εσωτερικά.
Όπως εξηγεί ο κ. Σωτηρόπουλος, η Δικαιοσύνη δεν ενδιαφέρεται για την εσωτερική κατανομή ευθυνών μεταξύ της εταιρείας και του εξωτερικού συνεργάτη της. Για τον καταναλωτή και το δικαστήριο υπόλογος παραμένει ο «υπεύθυνος επεξεργασίας», δηλαδή η εταιρεία για λογαριασμό της οποίας πραγματοποιήθηκε η διαφημιστική κλήση. Το ποια είναι η συμβατική σχέση με το τηλεφωνικό κέντρο αποτελεί εσωτερικό ζήτημα μεταξύ των επιχειρήσεων και όχι λόγο απαλλαγής από την ευθύνη απέναντι στον καταναλωτή.
Η εταιρεία ενέργειας είναι αυτή που ευθύνεται απέναντι στον πολίτη, και αν η ίδια επιζημιωθεί λόγω σφαλμάτων του εργολάβου της, μπορεί στη συνέχεια να τα διεκδικήσει εσωτερικά, κάτι που πράγματι συμβαίνει, όπως μας είπε ο κ. Σωτηρόπουλος.
Πώς θεμελιώνεται μια αποζημίωση
Για να μπορέσει ένας πολίτης να διεκδικήσει δικαστικά την αποζημίωση των 10.000 ευρώ ανά κλήση, τα απαιτούμενα βήματα είναι συγκεκριμένα. Η υπόθεση βασίστηκε σε τρία σχετικά απλά αποδεικτικά στοιχεία.
Ο πολίτης προσκόμισε βεβαίωση ότι είχε εγγραφεί εγκαίρως στο Μητρώο του Άρθρου 11, τις εισερχόμενες κλήσεις που έδειχναν ότι η συγκεκριμένη εταιρεία τον είχε καλέσει δύο φορές την ίδια ημέρα, καθώς και ένορκη βεβαίωση της συζύγου του σχετικά με την αναστάτωση που προκάλεσαν οι επανειλημμένες κλήσεις, ειδικά αφού είχε εκφράσει τη δυσαρέσκειά του στην πρώτη επαφή.
Για χρόνια, οι ανεπιθύμητες τηλεφωνικές κλήσεις αντιμετωπίζονταν ως μια μικρή καθημερινή ενόχληση. Υποθέσεις όπως της Θεσσαλονίκης δείχνουν ότι τα ελληνικά δικαστήρια τις αντιμετωπίζουν διαφορετικά: ως παραβίαση προσωπικών δεδομένων με συγκεκριμένο οικονομικό αντίκτυπο. Όσο οι πολίτες περνούν από την παθητική ενόχληση στην ενεργή διεκδίκηση, το κόστος για τις εταιρείες που αγνοούν τους κανόνες ιδιωτικότητας παύει να είναι ένα αμελητέο επιχειρηματικό ρίσκο.