Η δουλειά του αγρότη ήταν πάντοτε στενά συνδεδεμένη με την αβεβαιότητα. Σήμερα, όμως, η αβεβαιότητα δεν περιορίζεται μονάχα στον καιρό ή την επόμενη σοδειά, αλλά και το κατά πόσο η παραγωγή εξακολουθεί να αποτελεί μια οικονομικά βιώσιμη δραστηριότητα για εκείνους.
Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από τη διεθνή έρευνα Voice of the Farmer 2026 του Wikifarmer, στην οποία συμμετείχαν 10.234 αγρότες από 158 χώρες. Η εικόνα που αναδύεται είναι εκείνη ενός κλάδου που βρίσκεται υπό διαρκή οικονομική, περιβαλλοντική και ψυχολογική πίεση.
Στην Ελλάδα, τα ευρήματα είναι ακόμη πιο ανησυχητικά από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Από τους Έλληνες παραγωγούς που συμμετείχαν, το 68% θεωρεί ότι οι τιμές που λαμβάνει για τα προϊόντα του δεν είναι δίκαιες, ενώ το 47% δηλώνει ότι το εισόδημά του μειώθηκε σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Οι αγρότες που πουλούσαν τα προϊόντα τους απευθείας στους καταναλωτές μέσω διαδικτύου είχαν κατά 35% μικρότερη πιθανότητα να αναφέρουν μείωση εισοδήματος.
Επιπλέον η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται μόνο στην αγορά. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται, μαζί με το Καμερούν, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, την Πολωνία και το Περού, στις χώρες όπου η κρατική στήριξη έλαβε τις χαμηλότερες βαθμολογίες. Πρόκειται για πολύ διαφορετικές μεταξύ τους οικονομίες, στις οποίες όμως οι αγρότες περιγράφουν μια κοινή εμπειρία: την αίσθηση ότι καλούνται να διαχειριστούν μόνοι τους ένα ολοένα πιο ασταθές περιβάλλον.
Το περιβάλλον αυτό γίνεται κυριολεκτικά πιο ασταθές σύμφωνα με τις μαρτυρίες και εκτιμήσεις των αγροτών. Παγκοσμίως, το 83% των συμμετεχόντων έχασε μέρος της παραγωγής του εξαιτίας ακραίων καιρικών συνθηκών ή επιβλαβών οργανισμών. Ένας στους τέσσερις, μάλιστα, ανέφερε απώλειες που ξεπέρασαν το 25% της σοδειάς ή του ζωικού κεφαλαίου του.
Η Ελλάδα βρέθηκε επίσης ανάμεσα στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά σοβαρών απωλειών, μαζί με την Ιταλία, το Αφγανιστάν, την Ινδία και την Κολομβία. Η ξηρασία αναδείχθηκε στον πιο καταστροφικό κίνδυνο για την δουλειά τους, ενώ ακολούθησαν οι καύσωνες, οι πλημμύρες, οι καταιγίδες και ο παγετός.
Υπάρχει, πάντως, και ένα εύρημα που δείχνει μια πιθανή διέξοδο. Οι αγρότες που πουλούσαν τα προϊόντα τους απευθείας στους καταναλωτές μέσω διαδικτύου είχαν κατά 35% μικρότερη πιθανότητα να αναφέρουν μείωση εισοδήματος. Η απευθείας πώληση σε αγορές παραγωγών είχε επίσης θετική επίδραση, αν και μικρότερη.
Το στοιχείο αυτό υποδεικνύει ότι η ψηφιακή μετάβαση στη γεωργία δεν αφορά μόνο drones, αισθητήρες ή εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης στο χωράφι. Στην εξίσωση υπάρχει και κάτι πολύ πιο άμεσο: η δυνατότητα του παραγωγού να αποκτήσει καλύτερη πρόσβαση στην αγορά και να περιορίσει την εξάρτησή του από μεσάζοντες, διατηρώντας μεγαλύτερο μέρος της αξίας που δημιουργεί.
Η έρευνα του Wikifarmer -που ιδρύθηκε το 2017 στην Ελλάδα και έχει εξελιχθεί σε μια από τις μεγαλύτερες αγροτικές πλατφόρμες διεθνώς, συνδυάζοντας μια B2B αγορά αγροτικών προϊόντων με μια βιβλιοθήκη αγροτικής γνώσης- είναι από τις μεγαλύτερες έρευνες παγκοσμίως για τις απόψεις των αγροτών. Βασίστηκε σε εθελοντική συμμετοχή και δεν αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα του συνόλου των αγροτών κάθε χώρας, ωστόσο αποτυπώνει με σαφήνεια ένα εκτεταμένο αίσθημα πίεσης.
Στην ελληνική περίπτωση, το μήνυμα είναι δύσκολο να αγνοηθεί: η παραγωγή τροφίμων γίνεται ακριβότερη, πιο επισφαλής και πιο ευάλωτη, με τους ανθρώπους που βρίσκονται στην αρχή της αλυσίδας να αισθάνονται ότι δεν ανταμείβονται ανάλογα.