Όταν μιλάμε για ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία – δηλαδή περιουσιακά στοιχεία που καταγράφονται και διακινούνται σε κατανεμημένα ψηφιακά καθολικά (blockchains), όπως το Bitcoin, το Ethereum και το Solana – η Ελλάδα δεν θα πρέπει να ανταγωνίζεται για το ποια ευρωπαϊκή χώρα θα έχει τη μεγαλύτερη κατά κεφαλήν χρήση κρυπτονομισμάτων ή τις περισσότερες εταιρείες με άδεια έκδοσης ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων. Οι στόχοι αυτοί είναι λανθασμένοι, γιατί αποσπούν την προσοχή από αυτό που έχει πραγματικά μεγαλύτερη σημασία: τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία πρέπει να αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως μια κρίσιμη αναβάθμιση της χρηματοπιστωτικής υποδομής της Ελλάδας.
Μια τέτοια αναβάθμιση δεν θα αποφέρει μόνο σημαντική εξοικονόμηση κόστους και άλλα οφέλη για τους πολίτες, αλλά θα ενισχύσει και τον ανταγωνισμό στον ελληνικό χρηματοπιστωτικό κλάδο, στηρίζοντας παράλληλα μηχανικούς του κλάδου και άλλους επαγγελματίες της χώρας. Ο σχεδιασμός πολιτικής στην Ελλάδα πρέπει να αναγνωρίσει αυτά τα οφέλη και να επαναφέρει την προσοχή σε όσα έχουν πραγματικά σημασία. Ας δούμε γιατί.
Πού βρισκόμαστε σήμερα
Με τη λήξη των μεταβατικών περιόδων που προέβλεπε ο ευρωπαϊκός κανονισμός MiCA, το πρώτο εξάμηνο του 2026 έκλεισε ένα κεφάλαιο και άνοιξε ένα νέο. Ο κλάδος των κρυπτοστοιχείων δεν λειτουργεί πλέον σε μια ρυθμιστική γκρίζα ζώνη: πρόκειται για εποπτευόμενη δραστηριότητα, που υπάγεται σε ενιαίο ευρωπαϊκό καθεστώς αδειοδότησης, με περισσότερους από 320 καταγεγραμμένους παρόχους. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χορήγησε τις πρώτες ελληνικές άδειες τον Ιούλιο. Επομένως, το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα θα συμμετάσχει, αλλά τι ακριβώς θεωρεί ότι αξίζει να διεκδικήσει.
Η Ελλάδα έχει την πιο συγκεντρωμένη τραπεζική αγορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση: τα πέντε μεγαλύτερα πιστωτικά ιδρύματα ελέγχουν το 95% του συνολικού τραπεζικού ενεργητικού, έναντι μέσου όρου 69% στην ΕΕ.
Η συνήθης απάντηση «να προσελκύσουμε εταιρείες» είναι η λιγότερο ενδιαφέρουσα, και η εμπειρία μικρότερων ευρωπαϊκών χωρών το καθιστά σαφές. Το 2021, η Εσθονία φιλοξενούσε πάνω από το ήμισυ όλων των εγγεγραμμένων παρόχων ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων παγκοσμίως, για να ανακαλέσει στη συνέχεια περίπου το 80% των αδειών τους. Η αποτίμηση των ίδιων των Εσθονών ειδικών ήταν ότι ο κλάδος δεν είχε δημιουργήσει «ούτε θέσεις εργασίας ούτε φορολογικά έσοδα». Στη Λιθουανία, η θυγατρική του μεγαλύτερου ανταλλακτηρίου κρυπτονομισμάτων στον κόσμο έγινε ο δέκατος μεγαλύτερος φορολογούμενος της χώρας, παρότι απασχολούσε μόλις δεκατέσσερα άτομα, και αποχώρησε λίγους μήνες αργότερα, αφού δεν κατάφερε να εξασφαλίσει άδεια. Η Πορτογαλία προσέφερε μηδενική φορολόγηση για έξι χρόνια και κατέληξε με μία μόλις αδειοδοτημένη εταιρεία.
Ο λόγος είναι δομικός. Μια ευρωπαϊκή άδεια ισχύει σε ολόκληρη την Ένωση, πράγμα που σημαίνει ότι οι Έλληνες καταναλωτές εξυπηρετούνται ήδη από παρόχους αδειοδοτημένους σε άλλες χώρες. Η Κύπρος και το Λουξεμβούργο εξασφάλισαν τις περισσότερες άδειες σε σχέση με το μέγεθός τους όχι επειδή ακολούθησαν κάποια ιδιαίτερη στρατηγική για τα κρυπτονομίσματα, αλλά επειδή διέθεταν ήδη ανεπτυγμένους κλάδους κεφαλαιαγοράς και θεσμικών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, στους οποίους απλώς προστέθηκε η νέα άδεια. Οι εταιρείες ακολουθούν τα οικοσυστήματα· δεν τα δημιουργούν. Ο αριθμός των αδειών που εκδίδονται είναι, επομένως, λάθος δείκτης επιτυχίας.
Οι κρίσιμες προεκτάσεις για την Ελλάδα
Η πραγματική ευκαιρία βρίσκεται αλλού και ξεκινά από μια κρίσιμη διάκριση. Τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία δεν ταυτίζονται με τα κρυπτονομίσματα. Αφορούν τη δυνατότητα έκδοσης, μεταφοράς και διακανονισμού μονάδων αξίας – είτε πρόκειται για μετοχές, καταθέσεις, ομόλογα, μερίδια επενδυτικών κεφαλαίων, ακόμη και το ίδιο το ευρώ – σε προγραμματιζόμενες υποδομές. Πρόκειται για αναβάθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όχι για μια νέα κατηγορία επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων. Για την Ελλάδα, αυτό έχει τρεις πολύ συγκεκριμένες προεκτάσεις.
Η πρώτη είναι ο ανταγωνισμός. Η Ελλάδα έχει την πιο συγκεντρωμένη τραπεζική αγορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση: τα πέντε μεγαλύτερα πιστωτικά ιδρύματα ελέγχουν το 95% του συνολικού τραπεζικού ενεργητικού, έναντι μέσου όρου 69% στην ΕΕ. Το ΔΝΤ καταγράφει ότι το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα έχει αυξηθεί από το 69% το 2009. Οι συνέπειες δεν είναι θεωρητικές. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού διαπίστωσε ότι η μετακύλιση της ανόδου των επιτοκίων προς τους καταθέτες ήταν μόλις η μισή από ό,τι στην υπόλοιπη ζώνη του ευρώ, ενώ το 2023 επέβαλε πρόστιμα άνω των 41 εκατ. ευρώ σε πέντε τράπεζες και στην Ελληνική Ένωση Τραπεζών για εναρμονισμένη πρακτική σχετικά με χρεώσεις ΑΤΜ και υπηρεσίες καρτών.
Στη συνέχεια, η κυβέρνηση χρειάστηκε να παρέμβει νομοθετικά δύο φορές – το 2024 και ξανά το 2025 – για να καταργήσει σειρά χρεώσεων που ο ανταγωνισμός δεν είχε καταφέρει να εξαλείψει από μόνος του, την ώρα που τα έσοδα από αμοιβές και προμήθειες συνέχιζαν να αυξάνονται. Όταν η τιμολόγηση πρέπει να διορθώνεται νομοθετικά αντί μέσω της εισόδου νέων ανταγωνιστών, το πρόβλημα δεν είναι η συμπεριφορά· είναι η δομή της αγοράς. Η ίδια η Επιτροπή Ανταγωνισμού θέτει τη διευκόλυνση της εισόδου στην αγορά ως πρώτο προτεινόμενο μέτρο. Το οικοσύστημα των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων προσφέρει ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: μια νέα κατηγορία αδειοδοτημένων και εποπτευόμενων παρόχων, οι οποίοι μπορούν να προσφέρουν υπηρεσίες πληρωμών και θεματοφυλακής, καθώς και αποταμιευτικά προϊόντα, παράλληλα με τις τράπεζες. Η Revolut, με περισσότερους από δύο εκατομμύρια πελάτες στην Ελλάδα, δείχνει ήδη τι μπορεί να πετύχει η είσοδος νέων παικτών στην αγορά.
Η δεύτερη προέκταση αφορά τις πληρωμές και την αυτονομία της Ευρώπης ως προς τις σχετικές υποδομές. Η Ελλάδα δεν διαθέτει εγχώριο σύστημα πιστωτικών ή χρεωστικών καρτών, όπως συμβαίνει και σε δεκατρείς από τις είκοσι μία χώρες της ζώνης του ευρώ, ενώ τα δύο τρίτα των ευρωπαϊκών συναλλαγών με κάρτα δρομολογούνται μέσω μη ευρωπαϊκών δικτύων. Σε πρακτικούς όρους, μεγάλο μέρος των 23,6 δισ. ευρώ που απέφερε ο τουρισμός το 2025 διακανονίστηκε μέσω υποδομών που ελέγχονται εκτός Ευρώπης. Το IRIS έχει δείξει ότι η Ελλάδα μπορεί να αναπτύξει δική της υποδομή πληρωμών, χαμηλού κόστους και μαζικής χρήσης· το ψηφιακό ευρώ – στο πιλοτικό πρόγραμμα του οποίου συμμετέχουν ήδη τρία ελληνικά ιδρύματα – αποτελεί την ευρωπαϊκή έκφραση της ίδιας αρχής.
Εδώ ξεκινά και το επόμενο κύμα. Μέσα στο 2026, ορισμένες από τις μεγαλύτερες εταιρείες πληρωμών και τεχνολογίας στον κόσμο – Visa, Mastercard, Stripe, Google, Amazon και Cloudflare – τυποποίησαν από κοινού πρωτόκολλα που επιτρέπουν σε λογισμικό, και όχι σε ανθρώπους, να πραγματοποιεί αυτόνομα πληρωμές για δεδομένα, υπολογιστική ισχύ και υπηρεσίες. Οι σημερινοί όγκοι συναλλαγών είναι αμελητέοι, και αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά: η Visa επεξεργάζεται σε λιγότερο από ένα λεπτό τον όγκο συναλλαγών που ολόκληρο αυτό το οικοσύστημα επεξεργάζεται σε έναν μήνα. Το ζήτημα δεν είναι το σημερινό του μέγεθος, αλλά ποιο νόμισμα θα επικρατήσει ως προεπιλογή όταν το οικοσύστημα αποκτήσει πραγματική κλίμακα.
Τότε αποκτούν σημασία τα σταθερά ψηφιακά νομίσματα (stablecoins), καθώς και άλλα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία που υποστηρίζονται από συμβατικά νομίσματα (fiat). Το 2025, οι Ηνωμένες Πολιτείες θέσπισαν τον GENIUS Act, δημιουργώντας ένα νομοθετικό πλαίσιο – κάτι ευρύτερο από ένα απλό καθεστώς αδειοδότησης – ώστε να υπάρχουν οι κανόνες που θα επιτρέπουν τη χρήση και την περαιτέρω ανάπτυξη stablecoins σε δολάρια ΗΠΑ στο μέλλον. Σήμερα, τα stablecoins σε ευρώ αντιστοιχούν μόλις στο 0,2% της παγκόσμιας αγοράς· σχεδόν όλο το υπόλοιπο είναι εκφρασμένο σε δολάρια. Παράλληλα, οι υποδομές για το λεγόμενο agentic commerce – το εμπόριο μέσω αυτόνομων ψηφιακών πρακτόρων – διαμορφώνονται σήμερα , χωρίς το ευρώ να ενσωματώνεται εξαρχής σε αυτές. Η τρίτη προέκταση αφορά πιο άμεσα την Ελλάδα. Η συμβολή Ελλήνων στην εφαρμοσμένη κρυπτογραφία και στα κατανεμημένα συστήματα είναι εντυπωσιακά μεγάλη σε σχέση με το μέγεθος της χώρας. Ωστόσο, οι ερευνητές και οι μηχανικοί που πρωταγωνιστούν στην ανάπτυξη αυτών των υποδομών δραστηριοποιούνται, στη συντριπτική τους πλειονότητα, εκτός Ελλάδας. Πρόκειται για εξειδικευμένες και υψηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας – στον αντίποδα των θέσεων χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας που συνδέθηκαν με το μοντέλο αδειοδοτήσεων της Εσθονίας. Η ενίσχυση των υφιστάμενων κινήτρων επαναπατρισμού για Έλληνες υψηλής εξειδίκευσης, σε συνδυασμό με τη δημιουργία στοχευμένων πανεπιστημιακών ερευνητικών εδρών, θα μπορούσε να επιτευχθεί με πολύ περιορισμένο δημοσιονομικό κόστος.
Η στρατηγική χρειάζεται αλλαγή και μεγαλύτερη στόχευση
Τίποτε από αυτά δεν προϋποθέτει μια ριψοκίνδυνη πολιτική ατζέντα. Δύο από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες της Ελλάδας συμμετέχουν ήδη στην ευρωπαϊκή κοινοπραξία που προετοιμάζει την έκδοση stablecoin σε ευρώ, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ολοκληρώσει πλήρη προσομοίωση της έκδοσης κρατικού ομολόγου σε μορφή ψηφιακού διακριτικού (token). Η πρόκληση είναι να πάψουν αυτές οι πρωτοβουλίες να αντιμετωπίζονται ως ασκήσεις κανονιστικής συμμόρφωσης και να αρχίσουν να εντάσσονται σε άλλες, ουσιαστικότερες και πιο συγκεκριμένες στρατηγικές: για παράδειγμα, με μια πρώτη, μικρής κλίμακας έκδοση εντόκων γραμματίων σε μορφή ψηφιακών διακριτικών, με ένα σαφές και σταθερό φορολογικό πλαίσιο και με ρητή ένταξη των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων στην επόμενη εθνική ψηφιακή στρατηγική, η οποία σήμερα δεν περιλαμβάνει καμία σχετική αναφορά.
Η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο να ανταγωνίζεται για την πρώτη θέση στον αριθμό των αδειών που εκδίδονται. Έχει, όμως, κάθε λόγο να επιδιώξει φθηνότερες πληρωμές για τους πολίτες της, μεγαλύτερο ανταγωνισμό απέναντι στις τράπεζές της, ευρωπαϊκές υποδομές πληρωμών και διακανονισμού αντί για συστήματα που βασίζονται στο δολάριο, καθώς και θέσεις εργασίας για το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό που σήμερα κατευθύνεται στο εξωτερικό. Αν συνεχίσει να αντιμετωπίζει τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία κυρίως ως αντικείμενο κερδοσκοπίας και όχι ως υποδομή, η ευκαιρία δεν θα χαθεί θεαματικά, απλώς θα αξιοποιηθεί αλλού.
_______________________________________
Οι συγγραφείς, Βασίλης Τζιώκας, Νικόλαος Καμαρινάκης και Αντώνιος Μπάκος, ηγούνται, μαζί με τον Γεώργιο Αλευρά, της δημιουργίας Ομάδας Εργασίας για τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία στο Deon Policy Institute. Το Deon Policy Institute είναι το πρώτο και μοναδικό υπερκομματικό, μη κερδοσκοπικό (501(c)(3)) think tank της Ελληνικής Διασποράς, με αποστολή να οργανώσει και να μετασχηματίσει τη Διασπορά σε καταλύτη για την πρόοδο και την ευημερία της Ελλάδας. Μέσω της έρευνας και των ομάδων εργασίας του, αξιοποιεί ένα δίκτυο ειδικών της διασποράς, ακαδημαϊκών και έμπειρων επαγγελματιών για την ανάπτυξη τεκμηριωμένων προτάσεων πολιτικής, αντλώντας από τη γνώση και τις βέλτιστες πρακτικές του εξωτερικού. Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι αποκλειστικά των συγγραφέων και δεν αντιπροσωπεύουν το Ινστιτούτο ή τις Ομάδες Εργασίας του.