Νεράκι ήπιατε σήμερα;
Στο Παγκόσμιο Κύπελλο, κάθε παιχνίδι διακόπτεται δύο φορές για νεράκι και δρόσισμα. Η FIFA το αποδίδει στον αυξανόμενο κίνδυνο θερμικής εξάντλησης. Ωστόσο, τα τηλεοπτικά προγράμματα και τα διαφημιστικά έσοδα φαίνεται να είναι ο πραγματικός λόγος, με τους παίκτες πολλές φορές να καταλήγουν να δέχονται οδηγίες από τον προπονητή, κάτω από τον ήλιο, αντί να δροσίζονται.
Επιστημονικά μιλώντας, τα «διαλείμματα για δρόσισμα» πρέπει να γίνονται σωστά. Αν πραγματοποιούνται σε κάθε αγώνα, ακόμα κι αν οι συνθήκες θερμοκρασίας είναι ελεγχόμενες, αρχίζουν να μοιάζουν με συνηθισμένες διακοπές παιχνιδιού και ο ρόλος τους κινδυνεύει να υπονομευθεί.
Μια έρευνα προσομοίωσε ποδοσφαιρικούς αγώνες 90 λεπτών με θερμοκρασία που άγγιζε τους 40°C και 41% υγρασία για να μελετήσει τις επιπτώσεις της θερμικής εξάντλησης στους αθλητές. Στην έρευνα δοκιμάστηκαν διαφορετικές μέθοδοι αντιμετώπισης: σύντομα διαλείμματα, ενεργό δρόσισμα και μεγαλύτερες περίοδοι αποκατάστασης.
Η διαφορά ήταν έντονη. Τα σύντομα διαλείμματα με τη χρήση παγωμένων πετσετών και κρύων ποτών, σε συνδυασμό με μια ελαφρώς μεγαλύτερη παύση στο ημίχρονο, μείωσαν σημαντικά την εσωτερική θερμοκρασία και την καρδιαγγειακή καταπόνηση των παικτών. Αντίθετα, τα απλά διαλείμματα χωρίς δρόσισμα προσέφεραν ελάχιστο όφελος – κάτι που φαίνεται να γίνεται στο Μουντιάλ.
Βέβαια, υπάρχουν αθλήματα που έχουν πιάσει το νόημα. Στο Αυστραλιανό Όπεν, ένα από τα μεγαλύτερα τουρνουά τένις στον κόσμο, υπάρχει μια κλίμακα θερμικής καταπόνησης πέντε επιπέδων, η οποία αναπτύχθηκε σε συνεργασία με το Ερευνητικό Ινστιτούτο Άσκησης και Αθλητισμού στο Πανεπιστήμιο της Καμπέρα. Ανάλογα με τον κίνδυνο της θερμικής εξάντλησης, μπορεί να εφαρμοστούν από εντατικά μέτρα δροσίσματος μέχρι ολοκληρωτική διακοπή του παιχνιδιού.
Μπορεί ο παγκόσμιος αθλητισμός να δίνει τον τόνο, αλλά ο σωστός σχεδιασμός και η εφαρμογή του «διαλείμματος για δρόσισμα» αφορά και άλλους τομείς, όπως την εργασία σε οικοδομές ή σε χωράφια. Σε κάθε περίπτωση, διοργανώσεις σαν το Παγκόσμιο Κύπελλο οφείλουν να επενδύσουν σε πιο εξελιγμένα συστήματα, αντί να περιμένουν έναν αθλητή να πάθει θερμοπληξία.
Πηγή: Nature
Τι μας αποκαλύπτει ένα ένζυμο 3.2 δισ. ετών;

Το άζωτο είναι απαραίτητο για κάθε γνωστή μορφή ζωής στη Γη. Παρότι βρίσκεται παντού γύρω μας, δεν είναι άμεσα προσβάσιμο στους φυτικούς και ζωικούς οργανισμούς. Χρειάζεται να δεσμευτεί βιολογικά από ένα συγκεκριμένο ένζυμο που λέγεται νιτρογενάση, το οποίο μετατρέπει το ατμοσφαιρικό άζωτο σε αμμωνία, καθιστώντας το διαθέσιμο στα φυτά.
Μέχρι σήμερα, η επιστήμη βασιζόταν σε αρχαία πετρώματα και απολιθώματα για να μελετήσει την πρώιμη ζωή. Ωστόσο, ο πλανήτης μας ήταν πολύ διαφορετικός πριν από δισεκατομμύρια χρόνια. Η μελέτη των απολιθωμένων ενζύμων προϋποθέτει ότι τα αρχαία ένζυμα είχαν το ίδιο αποτύπωμα με τα σημερινά, κάτι το οποίο μάλλον δεν ισχύει.
Σε μια μελέτη στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν-Μάντισον χρησιμοποιήθηκε συνθετική βιολογία για να ανακατασκευαστούν πιθανοί πρόγονοι της νιτρογενάσης, ως ένας νέος τρόπος κατανόησης των συνθηκών που μπορεί να επικρατούσαν στη Γη και στην ατμόσφαιρά της στο μακρινό παρελθόν.
Η κατανόηση τόσο της αρχαίας όσο και της σύγχρονης νιτρογενάσης είναι κρίσιμη για την αντιμετώπιση των γεωργικών προκλήσεων σε ένα μεταβαλλόμενο κλίμα, ειδικά σε περιοχές που κινδυνεύουν από λιμό, ξηρασία ή έλλειψη πρόσβασης σε λιπάσματα. Τα ευρήματα της μελέτης ενδέχεται επίσης να έχουν πρακτικές εφαρμογές πέρα από τη Γη, όπως τους πιθανούς τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να καλλιεργηθούν τρόφιμα στον Άρη.
«Η αναζήτηση της ζωής ξεκινά από εδώ, από το σπίτι μας, και το σπίτι μας είναι τεσσάρων δισεκατομμυρίων ετών. Επομένως, πρέπει να κατανοήσουμε το δικό μας παρελθόν και τη ζωή πριν από εμάς, αν θέλουμε να κατανοήσουμε τη ζωή που έρχεται και τη ζωή κάπου αλλού», λέει η Betül Kaçar, συγγραφέας της μελέτης.
Πηγή: ScienceDaily
Ποιoς θα κερδίσει: ένας στρατός ρομπότ ή οι πάγοι της Γροιλανδίας;

Στις 16 Ιουλίου, μια στρατιά από ρομπότ θα ταξιδέψει στους απότομους παγετώνες των φιόρδ του Κανγκερλουσουάκ, στη νοτιοανατολική Γροιλανδία, για να μελετήσει το λιώσιμο των πάγων, να προβλέψει πότε τα ωκεάνια ρεύματα που ρυθμίζουν το κλίμα θα πάψουν να υφίστανται όπως τα ξέρουμε και να βοηθήσει να αναπτυχθεί ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης.
Μέχρι πρόσφατα, μια τέτοια αποστολή ήταν αδύνατη. Εκεί που οι παγετώνες της Γροιλανδίας συναντούν τα ταραγμένα νερά, υψώνονται παγωμένοι «γκρεμοί», ύψους 30 έως και 100 μέτρων, ραγίζοντας και εκτοξεύοντας παγόβουνα στο μέγεθος ενός σπιτιού. Εκτός αυτού, κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας υπάρχουν χαοτικά ρεύματα και δίνες.
Η μελέτη αυτή είναι κρίσιμη για πολλούς λόγους. Εάν αρκετό γλυκό νερό από το λιώσιμο των πάγων εισέλθει στον ωκεανό, θα μπορούσε να ανατρέψει ζωτικά ωκεάνια ρεύματα, όπως την AMOC (Ατλαντική Μεσημβρινή Ανατρεπτική Κυκλοφορία). Η διακοπή της AMOC, η οποία ήδη έχει αρχίσει να εξασθενεί, θα έκανε την Ευρώπη πιο ψυχρή και ξηρή, μετατοπίζοντας δραματικά τους τροπικούς μουσώνες και επηρεάζοντας τη γεωργία και την παροχή τροφίμων.
Εκτός αυτού, οι μικροσκοπικές φυσαλίδες αρχαίου αέρα που είναι παγιδευμένες στους παγετώνες και απελευθερώνονται κατά το λιώσιμό τους, ενδέχεται να χειροτερέψουν την κατάσταση. Τα τωρινά μοντέλα δεν λαμβάνουν υπόψη αυτές τις μεταβλητές.
Από το Βασιλικό Ερευνητικό Πλοίο Sir David Attenborough, η αποστολή – ύψους 20 εκατομμυρίων λιρών – θα μελετήσει τους θαλάσσιους πάγους από τον αέρα, την επιφάνειά τους και κάτω από αυτήν. Συγκεκριμένα, θα χρησιμοποιηθούν drones, «βέλη» με αισθητήρες που θα καρφώνονται στον πάγο πάνω και κάτω από την επιφάνεια του νερού, υποβρύχια, καθώς και πλωτά και υποθαλάσσια ρομπότ που θα σαρώνουν τους παγετώνες με σόναρ.
«Μπορούμε πλέον να εξερευνήσουμε τις αλληλεπιδράσεις παγετώνα-ωκεανού με τρόπους που ήταν αδιανόητοι μόλις πριν από λίγα χρόνια», λέει η Kelly Hogan, θαλάσσια γεωφυσικός από τη Βρετανική Ερευνητική Υπηρεσία της Ανταρκτικής.
Η αποστολή χρησιμοποιεί αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης για να καθορίσει πού πρέπει να τοποθετηθούν αυτές οι συσκευές, ώστε να συλλέξουν τα πιο ρεαλιστικά δεδομένα και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οι παρατηρήσεις θα τροφοδοτήσουν το νέο κλιματικό μοντέλο UK Earth System Model, το οποίο οι επιστήμονες ελπίζουν ότι θα ενημερώνει με μεγαλύτερη βεβαιότητα για το πότε και πώς θα λιώσουν οι πάγοι.
Πηγή: ScienceNews
Όλα είναι αστρόσκονη

Όπως ο παλιός υπολογιστής στο γραφείο του σπιτιού σου, έτσι και η Γη μαζεύει σκόνη – διαστημική σκόνη από μικρομετεωρίτες. Για τους επιστήμονες είναι ένας εύκολος και φθηνός τρόπος να μελετήσουν το τι βρίσκεται έξω από τη Γη.
Ορισμένοι μετεωρίτες, όταν εισέρχονται στην ατμόσφαιρα της Γης, λιώνουν και αποκτούν ένα σφαιρικό σχήμα. Επειδή όμως αυτά τα κοσμικά σφαιρίδια έχουν χάσει κομμάτι της αρχικής τους δομής, είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε από πού προήλθαν.
Μια νέα μελέτη έδειξε ότι το χημικό αποτύπωμα των μετεωριτών, συγκεκριμένα η μελέτη των ισοτόπων οξυγόνου-16, με τη μέθοδο SIMS, μπορεί να μας πει πολλά για την προέλευσή τους. Ωστόσο, τα ισότοπα αυτά δεν ανήκουν πάντα σε κάποια ήδη αναγνωρισμένη μεγαλύτερη ομάδα μετεωριτών, κάτι το οποίο αντιστοιχεί στο 10% των περιπτώσεων και πρόκειται για το «Γκρουπ 4».
Πέρα από το χημικό αποτύπωμα, στη μελέτη φάνηκε ότι τόσο οι ορυκτολογικές ιδιότητες όσο και η υφή ενός μετεωρίτη μπορούν επίσης να βοηθήσουν: πρώτα στην αναγνώριση της τροχιάς του και κατ’ επέκταση της πηγής του. Για παράδειγμα, υπάρχουν μετεωρίτες που ανήκουν στην υποομάδα «CumPo», στην επιφάνεια των οποίων βρίσκονται κρύσταλλοι του ορυκτού ολιβίνη.
Για να ερευνήσουν την υποομάδα CumPo, οι επιστήμονες εξέτασαν 10 σφαιρίδια από την Ανταρκτική, χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικά μικροσκόπια και χημική ανάλυση με μικροθήκη. Στη συνέχεια, πραγματοποίησαν αριθμητικές προσομοιώσεις της καθίζησης των κρυστάλλων στην επιφάνειά τους για να προσδιορίσουν τις πιθανές ταχύτητες εισόδου των μετεωριτών στην ατμόσφαιρα της Γης.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το μητρικό σώμα των μικρομετεωριτών φαίνεται να είναι ένας πρωτόγονος, πλούσιος σε θειούχα μέταλλα ανθρακούχος αστεροειδής, από τον οποίο δεν είχαμε λάβει δείγματα στο παρελθόν. Ο μελλοντικός εντοπισμός του μέσω αποστολών σε αστεροειδείς ή μελλοντικών ευρημάτων μετεωριτών θα θεωρούνταν μια ανακάλυψη κομβικής σημασίας.
Πηγή: Phys.org