12.10.2026
7’ READ TIME

Silent Hill Townfall: Σε πρώτο πρόσωπο, αλλά πιο κοντά στις ρίζες

Το νέο Silent Hill μεταφέρει τον εφιάλτη σε μια παραθαλάσσια σκωτσέζικη πόλη και σε πρώτο πρόσωπο. Η ατμόσφαιρα στέκεται, τα τέρατα και οι χαρακτήρες ξεθωριάζουν. Συνολικά, η επιτροφή είναι επιτυχημένη.
Ο πρωταγωνιστής, ο Simon Ordell, φτάνει στην St. Amelia των μέσων της δεκαετίας του '90 και το βασικό του εργαλείο είναι ο CRTV, μια φορητή τηλεόραση τσέπης που πιάνει ασταθή σήματα.
Billboard 1

Δεν υπάρχει αμφιβολία πλέον. Η Konami έχει επιστρέψει για τα καλά. Και μάλιστα η επιστροφή της είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Η ιαπωνική εταιρεία κατάφερε να φέρει πάλι στο προσκήνιο τη θρυλική σειρά τρόμου Silent Hill, αλλά δεν απέφυγε το ρίσκο. Αντίθετα, βούτηξε μέσα του. Το νέο παιχνίδι, Silent Hill: Townfall, είναι πιο κοντά σε αυτό που περιμένεις από τη σειρά, αν συγκριθεί με το περσινό Silent Hill f. Εκείνο απομακρύνθηκε περισσότερο από τις ρίζες, διατηρώντας μόνο κάποια βασικά γνωρίσματα, για να αφηγηθεί μια αξιομνημόνευτη ιστορία και να παρουσιάσει μοναδικές ιδέες που τέντωσαν τα όρια του franchise και του είδους γενικότερα.

Στο Townfall η Konami δεν ακολουθεί αυτήν την προσέγγιση. Αναθέτει το έργο στη σκωτσέζικη Screen Burn Interactive (πρώην No Code), την ομάδα πίσω από το εξαιρετικό Stories Untold, και συνεχίζει τη βασική ιδέα που ξεκίνησε με το Short Message: ότι το Silent Hill δεν είναι πια μια πόλη, αλλά ένα φαινόμενο.

Αυτή, από μόνη της, είναι μια ενδιαφέρουσα ιδέα, που όμως κουβαλά ρίσκο για το brand. Πώς απομακρύνεις μια σειρά από την καρδιά της, χωρίς να χάσει την ταυτότητα που έχει διαμορφώσει εδώ και δεκαετίες; Με έξυπνες ιδέες, όλα γίνονται.

Από το Short Message στο Townfall

Η Konami ξεκίνησε με το Short Message, ένα δωρεάν δείγμα της νέας εποχής του Silent Hill. Δεν τα πήγε πολύ καλά στις κριτικές, όμως έθεσε τις βάσεις για τις επόμενες κινήσεις της σειράς. Το παιχνίδι εκείνο, όπως και τα επόμενα, με εξαίρεση το remake του δεύτερου τίτλου, δεν διαδραματίζεται στην εμβληματική πόλη. Ταξιδέψαμε στη Γερμανία, πριν πάμε στην Ιαπωνία του f και τώρα τη Σκωτία του Townfall. Πάντα με κεντρικούς άξονες βγαλμένους από τον πυρήνα του Silent Hill: τύψεις, τέρατα γεμάτα με συμβολισμούς, πυκνή ομίχλη, μια εφιαλτική ιστορία ψυχολογικού τρόμου. Επίσης, όταν πάμε στο gameplay: γρίφοι, εξερεύνηση, κλειδωμένες πόρτες, χτυπήματα με λοστούς και σανίδες.

Τα βασικά στοιχεία, κάποια απ’ αυτά έστω, διατηρούνται στα νέα παιχνίδια. Όμως υπάρχουν σημαντικές αλλαγές. Το f, για παράδειγμα, άφησε στην άκρη τις κλασικές, γνώριμες εικόνες του Silent Hill, και πήγε σε μια άλλη αποτύπωση του εφιάλτη, εμπνευσμένη από τις παραδόσεις της Ιαπωνίας. Εκεί, επίσης, η μάχη είχε πολύ πιο κεντρικό ρόλο, με αναβαθμίσεις και ξεχωριστά όπλα, αλλά και με περισσότερους εχθρούς. Μάλιστα, σε ένα ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο κομμάτι του παιχνιδιού, η εμπειρία πλησίασε πολύ προς το action, διχάζοντας το κοινό.

Αυτός ο διχασμός είναι, όμως, κάτι θαυμάσιο. Μια εταιρεία που κυκλοφορεί νέα προσθήκη ενός τόσο καθιερωμένου franchise και τολμά να αλλάξει τόσο τα χαρακτηριστικά του ώστε να προκαλέσει αντιδράσεις είναι μια εταιρεία που κάνει ακριβώς αυτό που πρέπει. Δεν αφήνει τη σειρά να κορεστεί και την ανανεώνει, ρισκάροντας αρκετά. Μπορεί να μην πετύχει κάθε νέα ιδέα, αλλά είναι καλύτερη αυτή η προσέγγιση, σίγουρα προτιμότερη από τη στασιμότητα και την ανακύκλωση. Το remake της Bloober Team είναι αρκετό, για να έχουμε και τους δύο κόσμους: το εύπλαστο, απρόβλεπτο μέλλον, και το σταθερό παρελθόν.

Δίπλα στη θάλασσα, μέσα στην ομίχλη

Το Townfall αλλάζει το setting και φέρνει επίσης κάποιες βασικές σεναριακές ιδέες που δεν έχουν εξερευνηθεί στο παρελθόν της σειράς.

Η αλλαγή setting λειτουργεί υπέρ του Townfall. Η St. Amelia, βασισμένη σε μεγάλο βαθμό στη Σκωτία, έχει τα χαρακτηριστικά οπτικά στοιχεία, όπως η ομίχλη και τα άδεια καταστήματα, όμως πλέον ακούμε το κύμα και βλέπουμε γραφικά κτίρια δίπλα στη θάλασσα, με μια αρμύρα στην ατμόσφαιρα και διαφορετική δομή για την πόλη, η οποία έχει σχεδιαστεί πολύ αποδοτικά, είτε εξετάζουμε την ατμόσφαιρα είτε το level design. Είναι επαρκώς αναγνωρίσιμο, αλλά και φρέσκο. Παράλληλα, όταν βρισκόμαστε στον «άλλο» κόσμο, αντί για την ιδιαίτερη προσέγγιση του f, έχουμε την παραδοσιακή, με τα κλουβιά, τις αλυσίδες και τους τσιμεντένιους τοίχους. Εδώ κι εκεί, βλέπουμε κάποιες νέες πινελιές, όπως γιγάντιους σωλήνες που φτάνουν ως τον ουρανό ή ένα έντονο κόκκινο χρώμα να σκεπάζει τα πάντα, οι οποίες είναι μάλιστα ταιριαστές στο σενάριο. Καλές επιλογές σε κάθε σημείο. Εξάλλου, δεν χρειάζεται κάθε νέο παιχνίδι να ακολουθεί εντελώς καινοτόμους δρόμους. Το Townfall αλλάζει το setting και φέρνει επίσης κάποιες βασικές σεναριακές ιδέες που δεν έχουν εξερευνηθεί στο παρελθόν της σειράς.

Η μεγαλύτερη αλλαγή, πάντως, δεν είναι το setting. Το Townfall είναι το πρώτο μεγάλο Silent Hill που παίζεται εξ ολοκλήρου σε πρώτο πρόσωπο, σε μια σειρά που χτίστηκε πάνω σε σταθερές κάμερες και tank controls. Το παράδοξο είναι ότι η κάμερα δεν αλλοιώνει την ταυτότητα. Το Townfall μοιάζει πιο «κλασικό» Silent Hill από το f, παρότι εκείνο κράτησε την κάμερα τρίτου προσώπου.

Tactile horror

Το Townfall είναι γνήσιο survival horror, φειδωλό σε πόρους και πυρομαχικά, με εχθρούς που χτυπούν δυνατά και σου ρίχνουν το health γρήγορα.

Όλα αυτά τυλίγονται σε μια απτή αισθητική των 90s. Ο πρωταγωνιστής, ο Simon Ordell, φτάνει στην St. Amelia των μέσων της δεκαετίας του ’90 και το βασικό του εργαλείο είναι ο CRTV, μια φορητή τηλεόραση τσέπης που πιάνει ασταθή σήματα. Οι πρώτες ώρες είναι το καλύτερο κομμάτι του παιχνιδιού. Η είσοδος στην πόλη, η πρώτη φορά που η οθόνη του CRTV σού δείχνει τους εχθρούς πίσω από τους τοίχους, η πρώτη ματιά στον άλλο κόσμο: όλα μοιάζουν καινούργια και απειλητικά. Ένα τέρας σε κυνηγά, μπαίνεις σε ένα άδειο μαγαζί, κλείνεις την πόρτα από πίσω σου, αλλά το πλάσμα δεν σταματά. Χτυπά το αλλόκοτο σώμα του στο τζάμι, ανοίγει την πόρτα και σου ορμά. Έπρεπε να είχες κλειδώσει.

Μετά, δυστυχώς, η αίσθηση κάπως ξεθωριάζει. Το Townfall είναι γνήσιο survival horror, φειδωλό σε πόρους και πυρομαχικά, με εχθρούς που χτυπούν δυνατά και σου ρίχνουν το health γρήγορα. Δεν νιώθεις ποτέ πανίσχυρος, και αυτό είναι το ζητούμενο. Το παιχνίδι θέλει stealth (για πρώτη φορά στη σειρά είναι εκεί η έμφαση), και όχι το απλό «σκύβω και περπατάω». Οι εχθροί έχουν ξεκάθαρη συμπεριφορά, ενώ μπορείς να μπεις γρήγορα σε ένα δωμάτιο, να κλειδώσεις και να τους ακούς να χτυπούν την πόρτα -ή να τους κλείσεις σε μικρούς χώρους και να ξεμπερδέψεις. Το πρόβλημα είναι ότι ο CRTV σού λέει σχεδόν πάντα πού βρίσκονται και τι είναι. Δεν υπάρχουν πολλές εκπλήξεις.

Τα χειρότερα σημεία είναι οι εχθροί που δεν σκοτώνονται και σε ρίχνουν με ένα χτύπημα (κάτι που αλλάζει με το νεότερο patch, που κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση). Σε ιδιαίτερα εκνευριστικά κομμάτια του παιχνιδιού, πρέπει να τους αποφεύγεις ενώ λύνεις γρίφους. Ο χάρτης δεν σε βοηθά, αφού δεν τον συμβουλεύεσαι εν κινήσει ούτε μπορείς να τον φωτίσεις στο σκοτάδι, όσο είσαι ανάμεσα σε απειλές. Επιπλέον, δεν σώζεις κάθε λεπτό. Όταν πεθάνεις, γυρνάς αρκετά πίσω, και εγώ είχα ήδη χάσει μία φορά πριν κλείσω μιάμιση ώρα, καθώς πρόκειται για απαιτητικό παιχνίδι. Η απειλή της απώλειας κρατά την ένταση ζωντανή, όμως δίπλα σε έναν εχθρό που σκοτώνει με μία κίνηση γίνεται τιμωρία. Ευτυχώς, φαίνεται πως η εταιρεία άκουσε το feedback.

Οι παγίδες του είδους

Κι εδώ βρίσκεται ένα βασικό πρόβλημα. Ο φόβος παραμερίζεται από τον εκνευρισμό. Είναι κλασική παγίδα των παιχνιδιών τρόμου και το Townfall δεν καταφέρνει να την αποφύγει.

Τα τέρατα είναι το πιο απογοητευτικό στοιχείο. Ο σχεδιασμός των πλασμάτων πάντα είναι highlight της σειράς, αλλά εδώ επαναλαμβάνονται και κανένα δεν μένει στο μυαλό. Δεν υπάρχει εδώ κάτι αντίστοιχο με το Pyramid Head ή τις νοσοκόμες, ούτε με τα λουλούδια του f. Το ίδιο ισχύει για τους χαρακτήρες, που δεν είναι ιδιαίτεροι ή αξιομνημόνευτοι. Κάποιος θα πει ότι είναι πιο κανονικοί άνθρωποι. Ήταν όμως κανονικοί και στο Silent Hill 2, και τους θυμάσαι ακόμα.

Στον ήχο, για πρώτη φορά εδώ και καιρό, δεν είναι ο Akira Yamaoka πίσω από τη μουσική. Τη θέση του παίρνει ο Καναδός Anthony Scott Burns, γνωστός ως Pilotpriest, ενώ τον ήχο υπογράφει η ομάδα του Byron Bullock, που δούλεψε στο Alien: Isolation. Το αποτέλεσμα είναι αποδοτικό, χωρίς να παίρνει πάνω του τα φώτα. Είναι πιο μίνιμαλ, αλλά πλήρως ταιριαστό. 

Το Townfall μοιάζει τελικά με μικρότερη προσπάθεια στη λογική των Silent Hill. Τα πρώτα trailers του έφεραν συγκρίσεις με το P.T., το demo του Hideo Kojima για το ακυρωμένο Silent Hills. Στην πράξη, βρίσκεται πιο κοντά σε ένα προσεγμένο, μικρότερο survival horror παρά σε έναν τίτλο που θα θυμόμαστε όπως το f. Είναι μια επιτυχία για την επιτροφή της σειράς, απλώς όχι ένα από τα πιο ιδιαίτερα παιχνίδια της.

Το review βασίστηκε σε αντίτυπο που μας παραχωρήθηκε από τη CD Media.

© WIRED Greece. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση αποσπασμάτων μόνο με ενεργό σύνδεσμο προς το πρωτότυπο άρθρο και σαφή αναφορά στο WIRED Greece.
Για πλήρη αναδημοσίευση απαιτείται προηγούμενη γραπτή άδεια.
Βασίλης Τατσιόπουλος, Ως Staff Writer στο WIRED Greece, γράφει για τη διασταύρωση τεχνολογίας και κουλτούρας. Με θητεία… Περισσότερα

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO