Στο σπίτι του Παναγιώτη Πιτσίνιαγκα υπάρχει, όπως λέει, «ένα μαγικό μηχάνημα που λέγεται υπολογιστής». Μια Τετάρτη άνοιξε από εκεί λογαριασμό σε τράπεζα και έστειλε υπεύθυνη δήλωση στον ΕΦΚΑ. Στη μέση ενός επαγγελματικού call τον πήρε πανικόβλητη η γυναίκα του: της είχε χυθεί ο καφές στη μπλούζα λίγο πριν από ένα σημαντικό ραντεβού. Από τον υπολογιστή, εκείνος βρήκε ένα ανοιχτό κατάστημα ρούχων στη διαδρομή της. Για κάποιον που κινείται με αμαξίδιο, όλα αυτά θα σήμαιναν πολλές ώρες έξω, και πολλές δυσκολίες.
Με αυτή την ιστορία άνοιξε το πάνελ «Μπορεί η τεχνολογία να κάνει την καθημερινή ζωή πιο συμπεριληπτική και προσβάσιμη για όλους;» στο TECH4GOOD. Το event διοργάνωσε το WIRED Greece σε συνεργασία με τη Socialinnov, στις 6 Οκτωβρίου, στο Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή. Ο Πιτσίνιαγκας, Σύμβουλος Προσβασιμότητας και Συμπερίληψης στον Δήμο Αθηναίων, έχει μιλήσει από το 2012 με πάνω από 160.000 παιδιά για την αναπηρία και τη συμπερίληψη. Δίπλα του καθόταν η Χρυσέλλα Λαγαρία, τυφλή εκ γενετής, συνιδρύτρια και CEO της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης Black Light.
«Μου μεγάλωσε τον κόσμο»
Ο Πιτσίνιαγκας δεν θέλησε να μιλήσει για ακριβές λύσεις που απευθύνονται σε λίγους, αλλά για «πολύ απλά πράγματα που απευθύνονται σε πολλούς». Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, ένας κωφός δεν μπορούσε να παραγγείλει σουβλάκια από το τηλέφωνο. Ένας τυφλός μπορούσε να τηλεφωνήσει, αλλά δεν είχε πρόσβαση στον κατάλογο. Ο ίδιος μπορεί να μην είχε λεφτά στο σπίτι και να έπρεπε να πάει σε τράπεζα. Το e-Food, είπε, «δεν φτιάχτηκε γι’ αυτό, αλλά κατά λάθος έλυσε πολλά προβλήματα» των ανθρώπων με αναπηρία.
Κάτι αντίστοιχο έκανε το Taxibeat (πλέον FreeNow). Ο τυφλός επιβάτης μπορούσε πλέον να ξέρει τη διαδρομή και το κόστος, ο κωφός δεν χρειαζόταν να μιλήσει σε κανέναν. Όταν ο ίδιος ανακάλυψε την εφαρμογή, έκανε τη μεγαλύτερη διαδρομή που είχε κάνει ποτέ πεζός. Ήξερε ότι, αν κάτι πήγαινε στραβά, με δύο κουμπιά θα ερχόταν ένα ταξί, κατά προτίμηση Skoda Octavia, «γιατί έχει μεγάλο πορτμπαγκάζ». «Ένιωσα ότι αυτή η εφαρμογή μου μεγάλωσε τον κόσμο», είπε.
Ένα smartwatch των 140 ευρώ τον βοήθησε να μένει μόνος στο σπίτι χωρίς τον φόβο ότι θα πέσει και κανείς δεν θα το μάθει. «Με έκανε να νιώθω πιο άνετα να είμαι στο σπίτι μόνος μου». Τα SMS, και αργότερα το Viber, το WhatsApp και οι βιντεοκλήσεις, επέτρεψαν σε δύο κωφούς να κανονίσουν έναν καφέ χωρίς να μεσολαβούν οι γονείς τους. Στη Μαδρίτη, το «προσβάσιμο» δωμάτιο που είχε κλείσει αποδείχθηκε ότι είχε σκαλιά πριν από το ασανσέρ. Από ένα ανοιχτό Wi-Fi στον δρόμο βρήκε άλλο ξενοδοχείο σε λιγότερο από πέντε λεπτά. Αλλιώς, είπε, «θα είχα καθίσει στο πεζοδρόμιο και θα έκλαιγα».

Τα κίτρινα ποδήλατα
Η Λαγαρία προτίμησε να ξεκινήσει από την ανάποδη πλευρά. Πρώτο παράδειγμα τα CAPTCHA, για τα οποία έχει μιλήσει και στο WIRED Greece. Μια επαγγελματίας θέλει να μπει σε meeting με πελάτη και η πλατφόρμα της ζητά πρώτα να εντοπίσει τέσσερα κίτρινα ποδήλατα. «Είναι ένας τρόπος να σου πει η τεχνολογία: “Ξέρεις κάτι; Δεν σε υπολόγισα, συγγνώμη, δεν ξέραμε ότι υπάρχεις”».
Δεύτερο παράδειγμα τα self-service kiosks παραγγελιών στα καταστήματα. Για ένα τυφλό άτομο η οθόνη «είναι κενή». Για κάποιον με κινητική αναπηρία, το μενού σε μια τεράστια οθόνη βρίσκεται συχνά πολύ ψηλά. Τρίτο παράδειγμα, τα chatbots εξυπηρέτησης πελατών, που δεν αναγνωρίζουν ποιος είναι ο χρήστης και στέλνουν το ένα μήνυμα πίσω από το άλλο, κάνοντας τη συνομιλία δύσκολη για τους τυφλούς χρήστες.
Το καλό παράδειγμα ήρθε από την κοινότητα. Το Be My Eyes συνδέει από το 2015 τυφλούς χρήστες με εθελοντές μέσω βιντεοκλήσης: ποιο πουκάμισο είναι το μπλε, αν τρώγεται ακόμη ένα γιαούρτι που βρίσκεις στο ψυγείο. Το 2023 πρόσθεσε το Be My AI, βασισμένο στο GPT-4. Ο χρήστης βγάζει μια φωτογραφία και παίρνει αναλυτική περιγραφή, χωρίς να χρειάζεται να εξηγηθεί σε άλλον άνθρωπο για κάτι που μπορεί να είναι προσωπικό. Η διαφορά από ένα γενικό chatbot, κατά τη Λαγαρία, είναι ότι «αυτή η τεχνολογία ξέρει ότι είσαι τυφλός». Αν η φωτογραφία δεν δείχνει την ημερομηνία λήξης στο γάλα, η εφαρμογή προτείνει να δοκιμάσεις την κάτω πλευρά. Η ίδια ορκίζεται ότι κατάφερε να διαβάσει έτσι ακόμη και χειρόγραφη συνταγή γιατρού.
18 καταστήματα παπουτσιών
Τι χρειάζεται για να φτάσει μια καλή λύση στην πράξη; «Χρειάζονται όλα», απάντησε ο Πιτσίνιαγκας: κανόνες από την πολιτεία, έλεγχος ότι τηρούνται και εκπαιδευμένοι άνθρωποι. Θυμήθηκε τον CEO μιας μεγάλης συμβουλευτικής εταιρείας που ζήτησε να γίνει η εταιρεία του πιο προσβάσιμη, επειδή διαπίστωσε ότι έχανε εργαζόμενους από ένα μεγάλο pool. Όταν ο ίδιος ήταν παιδί, είπε, η λέξη αναπηρία ήταν σχεδόν συνώνυμη με την ανικανότητα.
Η προσβασιμότητα, συνέχισε, δεν είναι μόνο μια ράμπα. Μια προσβάσιμη ιστοσελίδα βολεύει «κατά λάθος» και τη μητέρα του, που μπήκε για πρώτη φορά σε site στα 65 της. Σε ακτίνα 500 μέτρων από το σπίτι του υπάρχουν 18 καταστήματα με παπούτσια. Μόνος του μπορεί να μπει μόνο σε ένα φαρμακείο και σε ένα κατάστημα με γυναικεία ρούχα plus size. Για να ψωνίσει παπούτσια, οδηγεί 45 λεπτά ως ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο. «Μας συμφέρει όλους μας, εγώ και η Χρυσέλλα και οι άλλοι άνθρωποι να είμαστε έξω στον δρόμο, ως εργαζόμενοι ή καταναλωτές».
Μετά το DEI
Η τελευταία ερώτηση αφορούσε την υποχώρηση των πολιτικών Diversity, Equity and Inclusion, με αφετηρία τις ΗΠΑ. Για τη Λαγαρία οι λέξεις μετράνε, «γιατί οι λέξεις είναι ο δρόμος για να κατευθυνθούμε προς εκεί που αποφασίσαμε». Ανέφερε απολύσεις τυφλών εργαζομένων σε τμήμα της Google και προβλήματα προσβασιμότητας στο Facebook και στο Instagram. Όταν η ίδια προσπάθησε να επικοινωνήσει με την ομάδα προσβασιμότητας, της είπαν ότι είχαν μείνει τρία άτομα.
Βλέπει οπισθοχώρηση στις δεσμεύσεις και στα πρωτόκολλα των εταιρειών, όχι όμως στους ανθρώπους. Στις συνεντεύξεις για νέες προσλήψεις στη δουλειά της, και στις εταιρείες που εκπαιδεύει, συναντά Gen Z και Millennials που επηρεάστηκαν βαθιά από αυτά τα χρόνια. «Η ρωγμή στους ανθρώπους έχει περάσει», είπε. «Επειδή προσπαθώ να είμαι αισιόδοξη, θεωρώ ότι κάποια στιγμή όλα αυτά τα μικρά κομματάκια αυτού του παζλ θα ενωθούν και κάτι θα φέρουν».