Όταν μιλάμε για κρίσιμες υποδομές σκεφτόμαστε σχεδόν αυτόματα δορυφόρους, τηλεπικοινωνίες, data centers, logistics ή ημιαγωγούς.
Το μυαλό μας δεν πάει ποτέ στη μεγαλύτερη και παλαιότερη υποδομή της ευρωπαϊκής οικονομίας, η οποία λειτουργεί εκατομμύρια χρόνια και δεν αποτελεί επίτευγμα των ανθρώπων, αλλά της ίδιας της φύσης: στους επικονιαστές.
«Η προστασία των επικονιαστών δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως ένα εξειδικευμένο ζήτημα διατήρησης της φύσης, αλλά ως μια στρατηγική προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης»
Αυτή η φυσική υποδομή πάνω στην οποία στηρίζεται η παραγωγή τροφίμων, η οικονομία και η ίδια η ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων σήμερα αρχίζει να εμφανίζει σημάδια κατάρρευσης.
Αυτό υποστηρίζει σε πρόσφατη έκθεσή της (Λευκή Βίβλος) μια ομάδα 135 επιστημόνων, ανάμεσά τους και Έλληνες, οι οποίοι συμμετέχουν σε οκτώ ερευνητικά έργα του Horizon Europe (BUTTERFLY, VALOR, PollinERA, WildPosh, AGRI4POL, ProPollSoil, RestPoll και Safeguard).
Δεν είναι απλά μια περιβαλλοντική κρίση
Η έκθεση που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Ιούνιο παρουσιάζει έναν οδικό χάρτη με δεκαπέντε προτάσεις πολιτικής και ένα σαφές συμπέρασμα: χωρίς τους επικονιαστές η Ευρώπη γίνεται λιγότερο παραγωγική, λιγότερο ανθεκτική και περισσότερο ευάλωτη στις επόμενες κρίσεις.
Και δεν μιλάμε απλά για περιβαλλοντικές κρίσεις.

«Στόχος μας ήταν να συνθέσουμε τα επιστημονικά ευρήματα που έχουν παραχθεί τα τελευταία χρόνια και να τα μετατρέψουμε σε συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής προς τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Η φιλοδοξία μας ήταν να αναδείξουμε ότι η προστασία των επικονιαστών δεν αποτελεί μόνο ζήτημα διατήρησης της φύσης, αλλά βασική προϋπόθεση για την επισιτιστική ασφάλεια, την ανθεκτικότητα των αγροδιατροφικών συστημάτων και τη βιώσιμη ανάπτυξη στην Ευρώπη», εξηγεί στο WIRED Greece, ο Αναπληρωτής Καθηγητής Αγροτικής Οικονομίας στο Διεθνές Κέντρο Ανώτερων Μεσογειακών Γεωπονικών Σπουδών του Μονπελιέ (CIHEAM-IAMM), στη Γαλλία, Γεώργιος Κλεφτοδήμος, ο οποίος είναι ένας από τους 135 επιστήμονες που συνυπογράφουν την έκθεση.
Ο ίδιος συμμετέχει σε τέσσερα από τα οκτώ παραπάνω ευρωπαϊκά έργα που ασχολούνται με τους επικονιαστές και τη βιοποικιλότητα.
«Στα έργα αυτά ασχολούμαι κυρίως με την οικονομική αποτίμηση της επικονίασης και των υπηρεσιών οικοσυστήματος, καθώς και με την ανάπτυξη εργαλείων λήψης αποφάσεων που ενσωματώνουν τη βιοποικιλότητα στις αγροδιατροφικές πολιτικές και πρακτικές», σημειώνει.
Σύμφωνα με την έκθεση, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει μία από τις πιο υποτιμημένες κρίσεις της εποχής, τη συνεχή μείωση των άγριων επικονιαστών.
«Η προστασία των επικονιαστών δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως ένα εξειδικευμένο ζήτημα διατήρησης της φύσης, αλλά ως μια στρατηγική προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», προσθέτει ο καθηγητής.
Το μεγαλύτερο οικοσύστημα που δεν αποτυπώνεται σε κανένα ΑΕΠ
Η επικονίαση είναι ίσως η πιο σημαντική υπηρεσία που παρέχει η φύση εντελώς δωρεάν.
Οι ερευνητές υπενθυμίζουν ότι η Ευρώπη φιλοξενεί μεγάλο αριθμό μοναδικών ειδών άγριων επικονιαστών, πολλά από τα οποία δεν απαντώνται πουθενά αλλού στον κόσμο.
Χιλιάδες είδη άγριων μελισσών, πεταλούδων, νυχτοπεταλούδων, σκώρων σκαθαριών και σφηκών μεταφέρουν καθημερινά γύρη μεταξύ των φυτών, επιτρέποντας την παραγωγή καρπών, σπόρων και νέας βλάστησης.
Η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τους κύκλους ανθοφορίας, η εντατική γεωργία αφαιρεί φυσικούς βιότοπους, η φωτορύπανση αποπροσανατολίζει τις νυχτοπεταλούδες, τα μικροπλαστικά και οι χημικοί ρύποι επιβαρύνουν τους οργανισμούς.
«Οι επικονιαστές δεν στηρίζουν μόνο τη γεωργική παραγωγή· αποτελούν τον πρώτο κρίκο ολόκληρων αλυσίδων αξίας. Όταν μειώνεται η παραγωγή ενός προϊόντος που εξαρτάται από την επικονίαση, δεν επηρεάζεται μόνο ο αγρότης. Επηρεάζονται η μεταποίηση, το εμπόριο, οι εξαγωγές, η εστίαση, ο τουρισμός και χιλιάδες θέσεις εργασίας που βασίζονται σε αυτά τα προϊόντα. Με άλλα λόγια, η οικονομική αξία της επικονίασης εκτείνεται πολύ πέρα από το χωράφι, στηρίζοντας ολόκληρους παραγωγικούς τομείς και σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής οικονομίας», λέει ο καθηγητής Κλεφτοδήμος, ο οποίος εξειδικεύεται στην οικονομική αποτίμηση των υπηρεσιών οικοσυστήματος, στην επικονίαση, στη βιοοικονομία και στη διακυβέρνηση των αγροοικολογικών μεταβάσεων, ενώ παράλληλα συμμετέχει ως εμπειρογνώμονας στην ομάδα εργασίας του γαλλικού οργανισμού ANSES για την επικονίαση.
Όπως επισημαίνει, το θέμα της επιβίωσης των επικονιαστών απουσιάζει από τις οικονομικές αναλύσεις.
Για χρόνια, η δημόσια συζήτηση επικεντρωνόταν σχεδόν αποκλειστικά στα φυτοφάρμακα. Η νέα έκθεση όμως δείχνει ότι το πρόβλημα είναι πολύ πιο περίπλοκο. Οι πληθυσμοί των επικονιαστών μειώνονται σταθερά εξαιτίας ενός συνδυασμού πιέσεων που ασκούνται ταυτόχρονα και που προέρχονται από ιστορικούς, πολιτιστικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες.
Η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τους κύκλους ανθοφορίας, η εντατική γεωργία αφαιρεί φυσικούς βιότοπους, η φωτορύπανση αποπροσανατολίζει τις νυχτοπεταλούδες, τα μικροπλαστικά και οι χημικοί ρύποι επιβαρύνουν τους οργανισμούς. Η υπερβολική χρήση αζώτου αλλάζει τη σύσταση της βλάστησης, ενώ τα φυτοφάρμακα προσθέτουν ακόμη μία πίεση σε ήδη επιβαρυμένους πληθυσμούς επικονιαστών.
Το αποτέλεσμα δεν είναι γραμμικό.
Οι πιέσεις αλληλεπιδρούν μεταξύ τους δημιουργώντας αυτό που οι μηχανικοί θα ονόμαζαν ‘system failure’, ένα σύστημα που δεν καταρρέει εξαιτίας ενός μόνο εξαρτήματος αλλά επειδή πολλαπλές μικρές βλάβες συσσωρεύονται μέχρι να ξεπεράσουν το όριο αντοχής του.
Και η Ευρώπη διαχειρίζεται το πρόβλημα σαν να είναι δώδεκα επιμέρους διαφορετικά προβλήματα αντί για ένα συμπαγές πρόβλημα.
Είναι ζήτημα πολιτικής
Οι επικονιαστές επηρεάζονται από πολιτικές για τη γεωργία, τις χημικές ουσίες, τη χωροταξία, την ενέργεια, το εμπόριο, την εκπαίδευση, τις μεταφορές και τη χρηματοδότηση. Όμως κάθε τομέας εξακολουθεί να λειτουργεί σχεδόν ανεξάρτητα. Αυτή η κατακερματισμένη διακυβέρνηση αποτελεί από μόνη της έναν από τους βασικούς λόγους αποτυχίας των πολιτικών προστασίας των επικονιαστών.
«Η προστασία των επικονιαστών δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των περιβαλλοντικών πολιτικών. Απαιτεί έναν οριζόντιο συντονισμό μεταξύ της γεωργικής πολιτικής, της προστασίας της φύσης, της έρευνας και καινοτομίας, της χωροταξίας, της εκπαίδευσης και της οικονομικής πολιτικής. Μόνο όταν οι επικονιαστές ενσωματωθούν ως κοινός μετρήσιμος στόχος σε όλους αυτούς τους τομείς μπορούν τα επιμέρους μέτρα να λειτουργήσουν συμπληρωματικά και να έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα», συμπληρώνει ο καθηγητής.
Για αυτό και οι συγγραφείς ζητούν, μεταξύ άλλων, κάθε νέα πολιτική απόφαση να αξιολογείται και με βάση τις επιπτώσεις της στους πληθυσμούς των επικονιαστών.
Στόχος είναι οι μελλοντικές πολιτικές να βασίζονται σε συγκρίσιμα επιστημονικά δεδομένα και όχι σε αποσπασματικές εκτιμήσεις.
Οι νησίδες με λουλούδια δεν αρκούν
Η έκθεση αποδομεί και μία από τις πιο δημοφιλείς πρακτικές της σύγχρονης γεωργίας, τις ανθοφόρες λωρίδες γύρω από τις καλλιέργειες, οι οποίες θεωρούνται εδώ και χρόνια σύμβολο της «φιλικής προς τους επικονιαστές» γεωργίας.
Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής συγγραφέας της έκθεσης, καθηγητής Jeroen van der Sluijs, πολλές φορές αυτές οι παρεμβάσεις σχεδιάζονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ολόκληρος ο βιολογικός κύκλος των εντόμων:
Οι άνθρωποι που επηρεάζουν περισσότερο τους βιότοπους των επικονιαστών, από αγρότες και γεωπόνους μέχρι στελέχη της δημόσιας διοίκησης, συχνά δεν διαθέτουν επαρκή κατάρτιση για τις πραγματικές ανάγκες των ειδών.
«Πολλοί αγρότες δημιουργούν λωρίδες λουλουδιών, αλλά λίγοι γνωρίζουν ότι ορισμένα είδη νυχτοπεταλούδων είναι αποτελεσματικότεροι επικονιαστές ακόμη και από τις μέλισσες».
Επιπλέον, οι περισσότερες σπορές προσφέρουν τροφή στα ενήλικα έντομα, αλλά δεν προσφέρουν εκείνα τα φυτά-ξενιστές που χρειάζονται οι προνύμφες τους για να επιβιώσουν.
Η διαφορά ανάμεσα σε μια καλή πρόθεση και σε μια αποτελεσματική παρέμβαση είναι τελικά τα δεδομένα.
Η έκθεση αναδεικνύει και ένα λιγότερο προφανές πρόβλημα: την έλλειψη οικολογικής γνώσης. Οι άνθρωποι που επηρεάζουν περισσότερο τους βιότοπους των επικονιαστών, από αγρότες και γεωπόνους μέχρι στελέχη της δημόσιας διοίκησης, συχνά δεν διαθέτουν επαρκή κατάρτιση για τις πραγματικές ανάγκες των ειδών. Για αυτό προτείνεται η ενσωμάτωση της εκπαίδευσης γύρω από τους επικονιαστές και τη λειτουργία των οικοσυστημάτων σε περισσότερα εκπαιδευτικά και επαγγελματικά προγράμματα.
Οι ερευνητές ζητούν επίσης και τη δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού συστήματος παρακολούθησης των επικονιαστών με αισθητήρες πεδίου, γενετική ανάλυση περιβαλλοντικών δειγμάτων (eDNA), δορυφορική παρακολούθηση οικοτόπων, αυτοματοποιημένη αναγνώριση ειδών με τεχνητή νοημοσύνη και εναρμονισμένες βάσεις δεδομένων που θα επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να γνωρίζουν σε πραγματικό χρόνο τι συμβαίνει.
Η λογική θυμίζει ολοένα περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα σύγχρονα ενεργειακά δίκτυα ή τα συστήματα κυβερνοασφάλειας.
Δεν μπορείς να προστατεύσεις κάτι που δεν μετράς.
Πίσω όμως από όλες αυτές τις συστάσεις βρίσκεται μια πολύ μεγαλύτερη αλλαγή.
Η Ευρώπη πρέπει να αρχίσει να αντιμετωπίζει τη φύση όχι ως κάτι που απλώς πρέπει να προστατευθεί, αλλά ως ένα ζωντανό οικοδόμημα που χρειάζεται επενδύσεις, συνεχή παρακολούθηση, επιστημονική τεκμηρίωση και έξυπνη διακυβέρνηση.
Η επόμενη μεγάλη τεχνολογική πρόκληση ίσως να μην είναι ψηφιακή.
Και η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί για να διατηρήσει λειτουργική μια κοινωνία.
Όσο η Ευρώπη επενδύει σε τεχνητή νοημοσύνη, υπερυπολογιστές και πράσινη μετάβαση, συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο ότι η πιο κρίσιμη υποδομή της εξακολουθεί να είναι βιολογική.
Ίσως η μεγαλύτερη καινοτομία της επόμενης δεκαετίας να μην είναι το πως θα κατασκευάσουμε κάτι καινούργιο, αλλά το πως θα μάθουμε να συνεργαζόμαστε ξανά με οικοσυστήματα που μέχρι σήμερα θεωρούσαμε δεδομένα.