Το Oppenheimer κλείνει με τις εικόνες ενός ζοφερού μέλλοντος, μιας πλήρους καταστροφής του κόσμου. Πρόκειται για μια ανατριχιαστική κατακλείδα με προειδοποιητικό χαρακτήρα. Ο Nolan καταλήγει σε αυτή μέσα από τρεις ώρες συναρπαστικού σινεμά, υπογραμμίζοντας στο μεταξύ με κάθε τρόπο ότι η επιστήμη οφείλει να λειτουργεί υπερεθνικά και με γνώμονα κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Αν και ως προς τη βασική στοχοθεσία της με άλλη ταινία του έχει μεγαλύτερη συγγένεια, η Οδύσσειά του εξελίσσει αυτή την προβληματική. «Τι άλλο χρειαζόμαστε για να αποτρέψουμε αυτό το (οριστικό μα όχι αναπόφευκτο) τέλος;» είναι η ερώτησή του και η απάντηση προκύπτει με τρόπο που και πάλι δεν σηκώνει αμφισβήτηση.
Ήταν στιγμές κατά τη διάρκεια της προβολής που αισθανόμασταν τη λάσπη να φράζει τα ρουθούνια μας και να κολλάει στον λαιμό, νιώθαμε κνησμό από την αρμύρα στο πετσί μας. Δεν είναι απλώς η πιο μακάβρια ταινία του σκηνοθέτη μετά το Prestige, είναι πιθανότατα και η πιο ωμή.
Δεδομένου πως κάθε δημιουργία του Nolan έχει τουλάχιστον μια ανατροπή, είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για την ταινία δίχως να γράψει γι’ αυτή. Υποθέτουμε πως, μοιραία, οι περισσότερες κριτικές θα την επισημάνουν, ενδεχομένως και στον τίτλο τους. Η μεγάλη ανατροπή εδώ έγκειται στο ότι, πρακτικά, μόλις στο τελευταίο ημίωρο αποκαλύπτονται η βασική θεματική και, κατ’επέκταση, η φύση της ταινίας, αν και ήταν εκεί μπροστά μας και «φώναζαν» για να τις ακούσουμε σχεδόν σε κάθε σκηνή που προηγήθηκε – από αυτή την άποψη, για ακόμα καλύτερη αφομοίωση, επιβάλλεται μια επαναληπτική προβολή. Επειδή για εμάς το σημαντικότερο spoiler είναι αυτό, στο κείμενο που ακολουθεί θα επιχειρήσουμε να κινηθούμε γύρω από την ανατροπή, για να μην χαλάσουμε όχι την έκπληξη, αλλά τον αντίκτυπο της. Αν γνωρίζετε από πριν που βρίσκεται η Ιθάκη, ίσως δώσετε λιγότερη σημασία στο ταξίδι.

Η ταινία ξεκινά από το βασίλειο της Ιθάκης, με τον Travis Scott ως Βάρδο να λέει το τραγούδι του Οδυσσέα και της άλωσης της Τροίας σε ένα από τα τραπεζώματα των μνηστήρων και την Anne Hathaway να τον διακόπτει έξαλλη – η πλούσια σημειολογία πίσω από την παρέμβαση δεν είναι ακόμα εμφανής σε εκείνο το σημείο. Η εκφορά του Scott παραπέμπει στη ραπ κι αν ο Nolan δεν επιθυμούσε την ευρύτερη δυνατή αποδοχή των παραγωγών του, θα τολμούσε να περάσει στα χωράφια του του Baz Luhrmann στη συγκεκριμένη σκηνή. Δεν είναι ο μοναδικός αναχρονισμός της ταινίας, υπάρχουν κι άλλοι, ανάμεσά τους και τα κουστούμια, που τόσο ξεψείρισε και χλεύασε μια φωνασκούσα μειοψηφία στα social media. Σίγουρα δεν είναι ο λεπτότερος τρόπος για να τονιστεί η διαχρονικότητα του κειμένου και για να επισημανθεί ότι η ταινία βρίσκεται με το ένα πόδι στον αόριστο και το άλλο στον (δικό μας) ενεστώτα, αλλά είναι αποτελεσματικός, αποδεικνύοντας, παράλληλα, ότι σοφό είναι να έχουμε δει την ταινία πριν μιλήσουμε γι’ αυτή.
Και πραγματικά, μετά την προβολή, φαίνονται κωμικά τα περιπαιχτικά σοσιομιντιακά σχόλια για τις «καθαρές» στολές. Βλέπετε, ήταν στιγμές κατά τη διάρκεια της προβολής που αισθανόμασταν τη λάσπη να φράζει τα ρουθούνια μας και να κολλάει στον λαιμό, νιώθαμε κνησμό από την αρμύρα στο πετσί μας. Δεν είναι απλώς η πιο μακάβρια ταινία του σκηνοθέτη μετά το Prestige – ξαναδείτε το υπό αυτό το πρίσμα – είναι πιθανότατα και η πιο ωμή. Μια ωμότητα που προκύπτει από την τραχύτητα της εικονογραφίας, από μια αίσθηση απόγνωσης, συνεχόμενης απειλής και κλειστοφοβίας – είχαμε να δούμε τόσο κλειστοφοβική ταινία ανοιχτών χώρων από τον καιρό του Wake in Fright– και από μια αδυσώπητη σεκάνς τρόμου, τόσο παράδοξη και αποκρουστική που βάζει κάτω οποιαδήποτε σκηνή των δυο μεγάλων horror επιτυχιών της σεζόν, του Backrooms και του Obsession.

Όλη αυτή η βλοσυρότητα ίσως ξενίσει όσους περίμεναν μια αποδραστική, παραμυθένια Οδύσσεια, στημένη στη λογική των «Κλασικών Εικονογραφημένων». Ναι, υπάρχει το στοιχείο του φανταστικού, αλλά, με έναν «μαγικό» τρόπο, είναι πλήρως ενταγμένο στο προσγειωμένο σύμπαν της ταινίας – οι φίλοι του σινεμά του Robert Eggers θα ενθουσιαστούν, καθώς υπάρχει ανάλογη μέριμνα ώστε να αποδοθεί πώς θα ήταν στην πραγματικότητα (!) η συνύπαρξη με έναν Κύκλωπα σε μια σπηλιά ή μια επίθεση της Χάρυβδης. Η βλοσυρότητα υπηρετεί πλήρως την κατάθεση του Nolan στον μύθο, τον λόγο που ανατρέχει σε ένα από τα σημαντικότερα έργα της Δυτικής λογοτεχνίας. Κι αυτός δεν είναι άλλος από την ανάγκη του να απαντήσει στο ερώτημα που τέθηκε στην αρχή του κειμένου.
Για να αποφευχθεί αυτή η καταστροφική εξέλιξη, κατά τον Nolan χρειαζόμαστε την Ιστορία και την Τέχνη. Την πρώτη ώστε να σταματήσουμε κάποτε να επιβεβαιώνουμε εκείνο τον Γερμανό φιλόσοφο και όσα διαλαλούσε περί «αιώνιας επιστροφής» και τη δεύτερη ώστε να διατηρήσει ζωντανό το ενδιαφέρον μας για την πρώτη, να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για περαιτέρω αναζήτηση αλλά και να κομίσει τα διδάγματά της με τρόπο δημιουργικό, απευθυνόμενο (και) στο θυμικό. Όχι τυχαία, ο παραστρατημένος Οδυσσέας – ένας Matt Damon ταπεινός και απόλυτα προσηλωμένος στην υπηρεσία της γενικότερης εικόνας – που, σαν την πλειονότητα του Δυτικού Κόσμου, επέλεξε συνειδητά τη λήθη, θα κινητοποιηθεί ουσιαστικά και, τελικά, θα αναγκαστεί να πράξει το δέον έπειτα από τη συνάντησή του με τους νεκρούς – από την ιστορική μνήμη, δηλαδή.

Στο ταξίδι του θα συναντήσει τα θύματα της αρσενικής βαρβαρότητας, της πατριαρχικής μανίας που υπηρέτησε – είναι λες και ο Nolan θέλησε να απαντήσει στις (εν μέρει άδικες) επικρίσεις για τον ρόλο της γυναίκας στο σινεμά του. Θα διαπιστώσει πικρά ότι η ύβρη του δεν σημειώθηκε απέναντι στους «Θεούς», αλλά σε βάρος του γένους του. Θα εξομολογηθεί τα κρίματά του ιστγουντικά, δηλαδή σε εκείνους που πληγώθηκαν από τη δράση του. Και θα μπορέσει να βρει και να ξαναφτιάξει την Ιθάκη του κι αυτός κι εμείς, μόνο εάν κατά το ταξίδι αποφευχθούν οι Συμπληγάδες της αυτοκαταστροφής, η Σκύλλα και η Χάρυβδη του μένους, αν τηρηθεί ο απαράβατος, καθολικός Νόμος των Θεών, δηλαδή των Ανθρώπων – το έχουμε γράψει αρκετές φορές, στο σινεμά του Nolan ο Θεός ταυτίζεται με τον Άνθρωπο-, που υπερβαίνει κράτη και έθνη και δεν αναγνωρίζει πάσης φύσεως εστίες κι αφορμές διχόνοιας και συμπλοκής ως λόγους για να καταλυθεί.
Και για να επιτευχθεί αυτό, οφείλουμε να στραφούμε στο παρελθόν για καθοδήγηση. Να προσεγγίσουμε τα μεγάλα κείμενα όχι σαν ανέγγιχτα μνημεία, αλλά σαν ζωντανούς οργανισμούς, πρόσφορους για συζήτηση και γόνιμη αναθεώρηση. Στο κάτω κάτω της γραφής, αυτό θα έπραττε ένας «πολύτροπος άνδρας».