12.05.2026
7’ READ TIME

Η σιωπηλή επιδημία: Πώς η Ελλάδα έγινε πρωταθλήτρια Ευρώπης στην κατάθλιψη

Οικονομική κρίση, κορονοϊός, εθισμός στο TikTok: τρεις από τους λόγους που η κατάθλιψη έχει μετατραπεί σε μόνιμο ελληνικό φαινόμενο. 
Η χώρα μας κατέχει τα πρωτεία της κατάθλιψης στην Ευρώπη, ανάμεσα σε 24 χώρες. Εικονογράφηση: Πάνος Πύρρης/WIRED GREECE
Billboard 1

«Έχουν υπάρξει στιγμές που ένιωσα αρκετά χαμένη και μόνη, κυρίως σε περιόδους μετάβασης ή αβεβαιότητας. Νομίζω είναι κάτι που πολλοί άνθρωποι βιώνουν, απλά δεν το λένε πάντα», λέει η 24χρονη Ελπίδα στο WIRED Greece.

Η Ελλάδα είναι 7η στον κόσμο σε ποσοστά κατάθλιψης, πολύ κοντά στη Συρία και την Ουκρανία, πρώην και νυν εμπόλεμες ζώνες. Συγκεκριμένα, το 6,1% των Ελλήνων, δηλαδή περίπου 600.000 άτομα, αντιμετωπίζουν κάποιου είδους καταθλιπτική διαταραχή, καταρρίπτοντας τον κάποτε υπαρκτό μύθο του ξέγνοιαστου Έλληνα. 

Ο επίμονος πληθωρισμός σε ενέργεια και τρόφιμα, η άνοδος ενοικίων και τιμών κατοικίας, σε συνδυασμό με τη βραδύτερη αύξηση των μισθών, διαμορφώνουν μια συνθήκη affordability crisis. Για πολλούς millennials και την Gen Z, η οικονομική ανεξαρτησία μετατίθεται επ’ αόριστον.

Η χώρα μας κατέχει τα πρωτεία και στην Ευρώπη, ανάμεσα σε 24 χώρες, σύμφωνα με το πιο πρόσφατο ερωτηματολόγιο της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας (ΕSS), ενός ακαδημαϊκού φορέα που από το 2002 αναλύει τα συμπεριφορικά μοτίβα των Ευρωπαίων. 

Ενδεικτικά, το 22% των Ελλήνων απάντησε ότι τις περισσότερες φορές βλέπουν τη ζωή ως έναν συνεχή αγώνα, ενώ το 35% δήλωσε ότι, μέσα στην εβδομάδα, νιώθει αρκετές φορές μοναξιά. 

Πίσω από τα ποσοστά κρύβεται ένα σύνθετο ερώτημα: γιατί η κατάθλιψη μοιάζει να έχει ριζώσει τόσο βαθιά στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα; Και γιατί το φαινόμενο επιμένει ακόμη και μετά τη φαινομενική λήξη των διαδοχικών κρίσεων;

Όταν η κατάθλιψη έγινε το εθνικό μας προϊόν

Η κατάθλιψη είναι μια ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ένα παρατεταμένο αίσθημα θλίψης καθώς και μια έλλειψη διάθεσης, που επηρεάζουν τόσο τη συμπεριφορά όσο και τη σκέψη μας. Πρέπει όμως να τη διαχωρίζουμε από τη μείζονα κατάθλιπτική διαταραχή, με την οποία πολλές φορές συγχέεται στη δημόσια σφαίρα. Εδώ μιλάμε για πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και συμπτώματα που περιγράφονται με τη βοήθεια ειδικών διαγνωστικών εργαλείων. 

Όπως και να ’χει, στον χώρο της ψυχικής υγείας το «γιατί» στην κατάθλιψη δεν είναι αιτιακό, αλλά πολυπαραγοντικό. Σύμφωνα με τον ψυχολόγο και ψυχοθεραπευτή Νέστορα Τζαλίδη, η οικονομική κρίση ήταν μάλλον ο πιο επιβαρυντικός παράγοντας για τις αυξητικές τάσεις των τελευταίων χρόνων. Πράγματι, έρευνες δείχνουν πως με το ξέσπασμα της κρίσης τα ποσοστά κατάθλιψης τριπλασιάστηκαν, από 3,8% το 2008 σε 12,8% το 2013. 

Η κρίση δεν έφερε μόνο ανεργία, ανασφάλεια και μια γενική αίσθηση απελπισίας, αλλά και σημαντικές εκπτώσεις στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Παρά τη σειρά μεταρρυθμίσεων που τέθηκε σε ισχύ από το 2010 και, μεταξύ άλλων, μείωσε τις τιμές των φαρμάκων και των διαγνωστικών εξετάσεων του ΕΟΠΥΥ, οι υποδομές ψυχικής υγείας στην Ελλάδα κουβαλάνε ακόμα μια κληρονομιά ευθραυστότητας. 

Tα πρώτα δύο χρόνια της πανδημίας, ερευνητές που ανέλυσαν τα λύματα στην Αθήνα εντόπισαν αύξηση 3% στην κατανάλωση αντικαταθλιπτικών και 20% στην κατανάλωση βενζοδιαζεπινών, δηλαδή ηρεμιστικών, υπνωτικών και φαρμάκων για την αντιμετώπιση του άγχους. 

Έρευνα του 2024 έδειξε ότι, σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν έχουμε καταφέρει να πετύχουμε ολοκληρωμένη ενσωμάτωση υπηρεσιών και παρόχων σε ένα ενιαίο σύστημα, με αποτέλεσμα τόσο οι δομές όσο και οι επαγγελματίες υγείας να είναι ανεπαρκείς για τις ανάγκες του πληθυσμού. Εκτός αυτού, το δημόσιο σύστημα υγείας συνεχίζει να βασίζεται ολοένα και περισσότερο στη λεγόμενη «παθητική ιδιωτικοποίηση», και τα «φακελάκια» και οι ανορθόδοξοι τρόποι πρόσβασης σε υπηρεσίες επιδεινώνουν τη κατάσταση των υγειονομικών δομών. 

«Νομίζω υπάρχει ανάγκη για μεγαλύτερη στήριξη στην ψυχική υγεία, ειδικά για τους νέους. Υπάρχει ακόμα αρκετό στίγμα και πολλές δομές δεν επαρκούν για να καλύψουν αυτή την ανάγκη», αναφέρει η Ελπίδα.

«Έπειτα από την κρίση, ήρθε ο κορονοϊός, ο οποίος λειτούργησε σαν μεγεθυντικός φακός», αναφέρει ο κ. Τζαλίδης. Μάλιστα, για τα πρώτα δύο χρόνια της πανδημίας, ερευνητές που ανέλυσαν τα λύματα στην Αθήνα εντόπισαν αύξηση 3% στην κατανάλωση αντικαταθλιπτικών και 20% στην κατανάλωση βενζοδιαζεπινών, δηλαδή ηρεμιστικών, υπνωτικών και φαρμάκων για την αντιμετώπιση του άγχους. 

Σημαντική αύξηση παρατηρήθηκε και στην κατανάλωση ναρκωτικών ουσιών, συγκεκριμένα της κοκαΐνης, αμφεταμίνης και μεθαμφεταμίνης, που συχνά συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ή επιδείνωσης συμπτωμάτων κατάθλιψης.

Η επιμονή του συλλογικού μας τραύματος

Ωστόσο, τόσο ο κορονοϊός όσο και η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας έχουν θεωρητικά περάσει. Άρα, γιατί βιώνουμε ακόμα τα συμπτώματά τους; Σύμφωνα με τον κ. Τζαλίδη, «η οικονομική κρίση ήταν έντονη για πάρα πολλά χρόνια, οπότε έχει καταγραφεί συστημικά και ατομικά. Μπορεί το 2010 να μην την έζησαν τα μικρά παιδιά, αλλά το οικονομικό τραύμα κληρονομείται, με παρόμοιο τρόπο όπως κληρονομείται και το προσφυγικό». 

Tόσο τα social media, όσο και η χρήση smartphones, η υπερέκθεση στην πληροφορία, το αιώνιο scrolling, η σύγκριση της κοινωνικής μας ζωής με αυτή του άλλου και το bullying στο διαδίκτυο συνδέονται με τη σειρά τους με αυξημένα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης. 

Η Ελπίδα ήταν στο δημοτικό την περίοδο της κρίσης και στο δεύτερο έτος πανεπιστημίου όταν ξέσπασε ο κορονοϊός. «Μεγαλώνοντας μέσα σε τόσες αλλαγές και κρίσεις, κάπως συνηθίζεις την αβεβαιότητα. Ίσως αυτό σε κάνει πιο ευέλικτο, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί και μια συνεχή εσωτερική ανησυχία για το τι έρχεται μετά», μας λέει.

Στον κορονοϊό ισχύει το ίδιο, με τον οικονομικό αντίκτυπο να μοιάζει μακροπρόθεσμα μεγαλύτερος από τον επιδημιολογικό. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα εμφανίζει δημοσιονομική σταθερότητα και πρωτογενή πλεονάσματα, ωστόσο η μακροοικονομική εικόνα δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα την καθημερινότητα όλων των πολιτών. Ο επίμονος πληθωρισμός σε ενέργεια και τρόφιμα, η άνοδος ενοικίων και τιμών κατοικίας, σε συνδυασμό με τη βραδύτερη αύξηση των μισθών, διαμορφώνουν μια συνθήκη affordability crisis. Για πολλούς millennials και την Gen Z, η οικονομική ανεξαρτησία μετατίθεται επ’ αόριστον. Οι γενιές θεωρούν δεδομένο πως θα ζήσουν με λιγότερη ασφάλεια και προβλεψιμότητα από τις προηγούμενες.

Έτσι, για τον ψυχολόγο, οι αλλεπάλληλες πιέσεις της «χαμένης δεκαετίας» και της καραντίνας, καθώς και η αβεβαιότητα για το μέλλον, έχουν ήδη αφήσει το στίγμα τους. «Μιλάμε για τραυματισμό κι επανατραυματισμό», σημειώνει ο κ. Τζαλίδης. 

Η κατάθλιψη της ψηφιακής εποχής 

Για τον κ. Τζαλίδη υπάρχουν και άλλοι, νέοι κίνδυνοι παράτασης της κατάθλιψης στη χώρα που θα πρέπει να λάβουμε υπόψη. Ο ψυχολόγος παρατηρεί ότι τόσο τα social media, όσο και η χρήση smartphones, η υπερέκθεση στην πληροφορία, το αιώνιο scrolling, η σύγκριση της κοινωνικής μας ζωής με αυτή του άλλου και το bullying στο διαδίκτυο συνδέονται με τη σειρά τους με αυξημένα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης. 

Έρευνα του 2025 έδειξε ότι η προβληματική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην Ελλάδα, δηλαδή όχι μόνο η απλή έκθεση αλλά η παθολογική χρήση ή ακόμα και ο εθισμός, σχετίζονται άμεσα με συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης, ειδικά στους Gen Z και στους Millennials. Η εθιστική χρήση του TikTok φάνηκε να επηρεάζει και τα φυσιολογικά μοτίβα ύπνου των Millennials, συγκεκριμένα των ανδρών, κάτι το οποίο αποδίδεται μεταξύ άλλων και στο φαινόμενο του FOMO (Fear of Missing Out), δηλαδή στον διαρκή φόβο ότι χάνεις εμπειρίες, ευκαιρίες ή κοινωνικές στιγμές που βιώνουν οι άλλοι. 

«Υπήρξαν περίοδοι που ένιωθα ότι συγκρίνομαι συνεχώς με άλλους ή ότι “πρέπει” να βρίσκομαι σε ένα συγκεκριμένο επαγγελματικό ή προσωπικό επίπεδο. Με τον καιρό προσπαθώ να φιλτράρω περισσότερο αυτά που βλέπω και να θυμάμαι ότι η εικόνα στα social media δεν είναι όλη η πραγματικότητα», εξηγεί η Ελπίδα.

Ο κ. Τζαλίδης ανέδειξε και το ΑΙ ως μια ακόμη νέα πιθανή συνιστώσα σε περιστατικά κατάθλιψης. Ενώ οι άνθρωποι με ψυχική ανθεκτικότητα μάλλον θα μπορέσουν να «καβαλήσουν το κύμα» και να χρησιμοποιήσουν τα εργαλεία ΤΝ χωρίς να χάσουν τον εαυτό τους, ο ψυχολόγος θεωρεί πως ψυχικά τραυματισμένες κοινωνικές ομάδες «ενδέχεται να δουν την αλλαγή ως απειλή». «Επειδή πλέον τα δεδομένα είναι διαχειρίσιμα σε δευτερόλεπτα, όσοι δεν μπορούν να αποκτήσουν ουσιαστική συνθετική σκέψη δεν θα μπορέσουν να διαχειριστούν τη μετάβαση», καταλήγει ο κ. Τζαλίδης.

«Με τις νέες τεχνολογίες και το AI υπάρχει μια αίσθηση ότι όλα εξελίσσονται πολύ γρήγορα. Είναι συναρπαστικό να βλέπεις αυτή την πρόοδο. Ταυτόχρονα με τρομάζει πώς αυτό θα αλλάξει τον τρόπο που ζούμε», συμπληρώνει η Ελπίδα. 

Σίλια Τσίγκα, Η Σίλια ανήκει στη συντακτική ομάδα του WIRED Greece ως Staff Writer, καλύπτοντας τις εξελίξεις… Περισσότερα

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO