ΠΟΣΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ έχει ένα πανεπιστήμιο και πόσες αναφορές έχουν αυτές οι δημοσιεύσεις; Πόσοι από τους επιστήμονές του συγκαταλέγονται στους πλέον αναγνωρισμένους του πεδίου τους;
Οι απαντήσεις σε αυτά και σε άλλα τα ερωτήματα τροφοδοτούν διεθνείς κατατάξεις, επηρεάζουν τη φήμη των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και διαμορφώνουν ενίοτε τις προτεραιότητες της ακαδημαϊκής πολιτικής.
Υπάρχει όμως, ένα κρίσιμο ερώτημα που συχνά απουσιάζει από αυτή την εξίσωση:
«Τι συμβαίνει όταν η επιστημονική απήχηση δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ακεραιότητα στην έρευνα;»
Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Royal Society Open Science επιχειρεί να δώσει μια απάντηση, χαρτογραφώντας την επιστημονική επιρροή και ορισμένες ενδείξεις πιθανών προβλημάτων ερευνητικής ακεραιότητας σε σχεδόν 7.000 ιδρύματα παγκοσμίως.
Η εργασία χρησιμοποιεί δεδομένα της Scopus με ημερομηνία αναφοράς την 1η Αυγούστου 2025 και προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο αξιολόγησης της επιστημονικής δραστηριότητας, όχι μόνο βάσει του πόσο ισχυρή είναι η ερευνητική παραγωγή ενός ιδρύματος, αλλά και βάσει προβλημάτων στον τρόπο που η έρευνα διενεργείται και δημοσιοποιείται.
Όταν οι αναφορές δεν λένε όλη την αλήθεια

Οι επιστημονικές αναφορές αποτελούν βασικό εργαλείο αξιολόγησης της απήχησης μιας δημοσίευσης. Δεν είναι ωστόσο, ένα αλάνθαστο μέτρο ποιότητας.
«Ένα μεγάλο πανεπιστήμιο μπορεί να συγκεντρώνει τεράστιο αριθμό δημοσιεύσεων και αναφορών απλώς και μόνο επειδή διαθέτει περισσότερους ερευνητές, μεγαλύτερη ιστορία και ευρύτερο δίκτυο συνεργασιών. Αντίστοιχα, ένας μικρότερος ερευνητικός οργανισμός μπορεί να έχει πολύ υψηλότερη συγκέντρωση επιστημόνων με σημαντική απήχηση, χωρίς να εμφανίζεται στις πρώτες θέσεις των κατατάξεων που βασίζονται σε απόλυτους αριθμούς», σχολιάζει στο WIRED Greece ο καθηγητής Ιατρικής, Επιδημιολογίας, Υγείας του Πληθυσμού και Επιστήμης Βιοϊατρικών Δεδομένων του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, Ιωάννης Ιωαννίδης, που είναι ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης.
Για να αντιμετωπίσουν αυτή την ανισορροπία, οι συγγραφείς εξέτασαν όχι μόνο τον αριθμό των κορυφαίων επιστημόνων κάθε ιδρύματος, αλλά και το ποσοστό τους μεταξύ των ερευνητών που πληρούσαν συγκεκριμένα κριτήρια παραγωγικότητας και χρονικής παρουσίας στην επιστημονική βιβλιογραφία.
Η βασική ανάλυση περιέλαβε ερευνητές που άρχισαν να δημοσιεύουν από το 1980 και μετά, είχαν τουλάχιστον 40 δημοσιεύσεις στη Scopus και τουλάχιστον 5 εργασίες στις οποίες εμφανίζονταν ως μοναδικοί, πρώτοι ή τελευταίοι συγγραφείς. Με αυτόν τον τρόπο, οι ερευνητές επιχείρησαν να συγκρίνουν πιο ομοιογενείς ομάδες επιστημόνων, ανεξάρτητα από τον επίσημο τίτλο ή τη θέση τους σε κάθε οργανισμό.
Το αποτέλεσμα ήταν αποκαλυπτικό:
«Τα ιδρύματα με τους περισσότερους κορυφαίους επιστήμονες δεν ταυτίζονταν απαραίτητα με εκείνα που είχαν το υψηλότερο ποσοστό κορυφαίων επιστημόνων στο δυναμικό τους», λέει ο καθηγητής.
Οι δύο προσεγγίσεις αναδείκνυαν διαφορετικές όψεις της επιστημονικής αριστείας.
Δείκτες για όσα οι κατατάξεις συνήθως αγνοούν
Η μελέτη επιχειρεί να ενσωματώσει στην αξιολόγηση της επιστημονικής απήχησης τρεις δείκτες που σχετίζονται με την ερευνητική ακεραιότητα.
Ο πρώτος αφορά τις ανακλήσεις επιστημονικών δημοσιεύσεων για λόγους που δεν αποδίδονται σε σφάλματα του εκδότη ή του περιοδικού. Οι ανακλήσεις αποτελούν έναν ορατό τρόπο διόρθωσης της επιστημονικής βιβλιογραφίας. Αν και δεν υποδηλώνουν πάντοτε δόλο ή επιστημονική απάτη, μπορεί να σχετίζονται με σοβαρά προβλήματα στα δεδομένα ή στις μεθόδους, αλλά και με άλλες παραβιάσεις των κανόνων δημοσίευσης.
Ο δεύτερος δείκτης αφορά τις αυτοαναφορές, τις περιπτώσεις στις οποίες ένας ερευνητής παραπέμπει σε προηγούμενες δικές του εργασίες. Οι αυτοαναφορές είναι συχνά απολύτως θεμιτές και απαραίτητες για τη συνέχεια μιας ερευνητικής προσπάθειας. Η μελέτη επομένως, δεν τις αντιμετωπίζει όλες ως προβληματικές. Εστιάζει στους επιστήμονες των οποίων τα ποσοστά αυτοαναφορών ξεπερνούν το 95ο εκατοστημόριο του αντίστοιχου επιστημονικού πεδίου (δηλαδή το ποσοστό αυτοαναφορών είναι υψηλότερο από αυτό που παρατηρείται στο 95% των ερευνητών του ίδιου επιστημονικού πεδίου).
Ο τρίτος δείκτης αφορά τις δημοσιεύσεις σε περιοδικά που έχουν διακοπεί από τη Scopus έπειτα από αξιολόγηση ποιότητας. Και εδώ απαιτείται προσοχή. Η διακοπή ενός περιοδικού δεν σημαίνει ότι κάθε εργασία που έχει δημοσιευτεί είναι ελαττωματική ή μη αποδεκτή ηθικά. Αποτελεί, ωστόσο ένα στοιχείο που μπορεί να δικαιολογεί περαιτέρω εξέταση, ιδίως όταν ένας ερευνητής δημοσιεύει σε τέτοια περιοδικά σε ποσοστό ασυνήθιστα υψηλό σε σχέση με τους συναδέλφους του.
«Οι τρεις δείκτες χρησιμοποιούνται ως προειδοποιήσεις και όχι ως αποδείξεις ‘παραπτώματος’. Αυτή η διάκριση είναι ουσιώδης. Η στατιστική ανωμαλία δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με επιστημονική παρατυπία», διευκρινίζει ο καθηγητής Ιωαννίδης.
Τι συμβαίνει όταν αλλάζουν τα κριτήρια;
Στην κατάταξη που βασίστηκε στο ποσοστό των κορυφαίων επιστημόνων, μεταξύ των ιδρυμάτων με τουλάχιστον 100 ερευνητές που πληρούσαν τα κριτήρια της κύριας ανάλυσης, ξεχώρισαν τα πανεπιστήμια Princeton με ποσοστό 41,93%, California, Berkeley με 40,13% και Carnegie Mellon με 38,22%. Στην ίδια ομάδα εμφανίζονται επίσης οργανισμοί και εταιρείες τεχνολογίας, όπως η Alphabet και η Microsoft.
Όταν οι ερευνητές ενσωμάτωσαν τις ανακλήσεις, τις υψηλές αυτοαναφορές και τις δημοσιεύσεις σε περιοδικά που είχαν διακοπεί από τη Scopus, στην κορυφή της προσαρμοσμένης κατάταξης βρέθηκαν η Alphabet με 40,20%, το πανεπιστήμιο Carnegie Mellon με 37,73% και το πανεπιστήμιο California, Berkeley με 37,26%. Αν και δεν σημειώθηκε μεγάλη μεταβολή για τα λίγα, πλέον κορυφαία ιδρύματα, η κατάταξη πολλών ιδρυμάτων από κει και κάτω άλλαξε άρδην.
«Οι διαφορές αυτές δείχνουν ότι η ενσωμάτωση δεικτών ερευνητικής ακεραιότητας μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την αξιολόγηση πολλών ιδρυμάτων που “πατάνε το γκάζι” σε δημοσιεύσεις, αλλά πολλοί ερευνητές τους έχουν ηθικά ελλείματα. Δεν σημαίνουν ωστόσο, ότι η προσαρμοσμένη κατάταξη αποτελεί οριστική ή καθολικά αποδεκτή μέτρηση της επιστημονικής ποιότητας», σημειώνει ο Έλληνας επιστήμονας.
Η μελέτη εντόπισε σημαντικές διαφορές και στις επιμέρους επιβαρύνσεις ανά χώρα.
«Στα στοιχεία για τις ανακλήσεις, οι κινεζικοί οργανισμοί είχαν έντονη παρουσία μεταξύ των ιδρυμάτων με τις υψηλότερες σχετικές επιβαρύνσεις. Αν και τα κινεζικά πανεπιστήμια έχουν ανεβεί πολύ γρήγορα σε πολύ υψηλές θέσεις από άποψη απήχησης, ο συνυπολογισμός δεικτών επιστημονικής ακεραιότητας καταβαραθρώνει πολλά από αυτά τα πανεπιστήμια. Οι υψηλές αυτοαναφορές εμφανίζονταν συχνότερα σε ιδρύματα της Ρωσίας, ενώ οι δημοσιεύσεις σε περιοδικά που έχουν διακοπεί από τη Scopus επιβάρυναν αναλογικά αρκετά ιδρύματα από την Ινδία, την Κίνα, τη Μαλαισία και τη Σαουδική Αραβία», σημειώνει ο καθηγητής.
Στη συνολική προσαρμοσμένη αξιολόγηση, η Σαουδική Αραβία, η Κίνα, η Μαλαισία, το Ιράν, η Ινδία και η Ινδονησία εμφάνισαν χαμηλές διάμεσες εκατοστιαίες θέσεις μεταξύ των 2.380 ιδρυμάτων που πληρούσαν τα αυστηρότερα κριτήρια ένταξης.
Οι συγγραφείς ωστόσο, προειδοποιούν ότι τα αποτελέσματα δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως απόδειξη ότι οι επιστήμονες ή τα ιδρύματα μιας χώρας παραβιάζουν συστηματικά τους κανόνες.
«Άριστοι και προβληματικοί ερευνητές μπορεί να συνυπάρχουν στο ίδιο ίδρυμα. Είναι κρίμα οι προβληματικοί να σπιλώνουν τους άριστους», σχολιάζει ο κ. Ιωαννίδης.
Οι διαφορές ενδέχεται να επηρεάζονται επίσης από την κατανομή των επιστημονικών πεδίων, την ταχεία αύξηση των δημοσιεύσεων, τα πρότυπα διεθνών συνεργασιών, την κάλυψη της βάσης δεδομένων και άλλους παράγοντες.
Επιπλέον, οι δείκτες αφορούν συγκεκριμένες πτυχές της ερευνητικής ακεραιότητας και όχι το σύνολο της επιστημονικής δραστηριότητας.
Το πρόβλημα με τους αριθμούς είναι και το πώς χρησιμοποιούνται
Όταν οι ακαδημαϊκές σταδιοδρομίες, η φήμη των πανεπιστημίων και η κατανομή πόρων εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον αριθμό των δημοσιεύσεων και των αναφορών, δημιουργούνται κίνητρα για τη μεγιστοποίηση αυτών των μεγεθών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε υψηλή επίδοση είναι ύποπτη.
Σημαίνει όμως, ότι ένα σύστημα αξιολόγησης που επιβραβεύει αποκλειστικά την ποσότητα παραγωγής κινδυνεύει να αγνοήσει την ποιότητα, τη διαφάνεια και την αξιοπιστία της ερευνητικής διαδικασίας.
Οι συγγραφείς επιχειρούν να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα προτείνοντας έναν σύνθετο δείκτη που συνδυάζει την παρουσία κορυφαίων επιστημόνων με επιβαρύνσεις για ανακλήσεις, υψηλές αυτοαναφορές και δημοσιεύσεις σε περιοδικά που έχουν διακοπεί από τη Scopus. Η συγκεκριμένη στάθμιση ωστόσο, περιλαμβάνει επιλογές που οι ίδιοι χαρακτηρίζουν εν μέρει αυθαίρετες. Ενδεικτικά, στο βασικό μοντέλο, δύο συμμετοχές συγγραφέων σε ανακληθείσες εργασίες αντισταθμίζουν το όφελος από την παρουσία ενός κορυφαίου επιστήμονα.
«Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η κατάταξη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αντικειμενική ετυμηγορία για κάθε πανεπιστήμιο. Αποτελεί ένα εργαλείο διερεύνησης του οποίου τα αποτελέσματα εξαρτώνται και από τις παραδοχές που ενσωματώνονται στο μοντέλο. Πάντως, οι παραδοχές που χρησιμοποιούμε έχουν στόχο να δώσουν σημαντικό βάρος στους δείκτες ακεραιότητας, αντιδρώντας στην παραμέλησή της μέχρι τώρα στην αξιολόγηση των ιδρυμάτων», συμπληρώνει ο κ. Ιωαννίδης.
Μια πιο σύνθετη εικόνα της επιστημονικής αριστείας
Οι περιορισμοί της ανάλυσης είναι ουσιαστικοί.
Η Scopus δεν αποτυπώνει απαραίτητα κάθε πλευρά της επιστημονικής παραγωγής, τα affiliations των συγγραφέων μπορεί να αποδίδονται λάθος ή να είναι παλαιότερα θεσμικά, ενώ οι ανακλήσεις καταγράφουν μόνο ένα μέρος των προβληματικών δημοσιεύσεων. Παράλληλα, οι μικρότεροι οργανισμοί είναι περισσότερο ευάλωτοι σε μεταβολές των ποσοστών τους εξαιτίας του περιορισμένου αριθμού ερευνητών.
Επιπλέον, η επιστημονική αξία ενός πανεπιστημίου δεν εξαντλείται στις αναφορές των δημοσιεύσεών του. Η εκπαίδευση, η μεταφορά γνώσης, η συμβολή στη δημόσια πολιτική, οι υπηρεσίες υγείας και η κοινωνική επίδραση της έρευνας δεν αποτυπώνονται επαρκώς σε αυτούς τους δείκτες.
Όμως, παρά τις επιφυλάξεις, η συνεισφορά της μελέτης είναι σημαντική.
Η εργασία αντί να αντιμετωπίζει την επιστημονική απήχηση ως μοναδικό κριτήριο επιτυχίας, προτείνει αυτή να εξετάζεται σε συνδυασμό με ενδείξεις που μπορεί να αποκαλύπτουν αδυναμίες στην ερευνητική διαδικασία.
Γιατί το κρίσιμο ερώτημα τελικά, δεν είναι μόνο ποια ιδρύματα παράγουν έρευνα με τη μεγαλύτερη απήχηση.
Είναι και ποια δημιουργούν τις συνθήκες ώστε η επιστημονική παραγωγή να παραμένει αξιόπιστη, διαφανής και ελέγξιμη.