Το AI μοντέλο δεν σχεδίασε ένα νέο αντιβιοτικό από το μηδέν. Του έδωσαν έναν κατάλογο με χιλιάδες γνωστές ουσίες και του ζήτησαν να προβλέψει ποια καταπολεμά τα βακτήρια. Ξεχώρισε μία που είχε δοκιμαστεί για τον διαβήτη και είχε εγκαταλειφθεί.
Αυτή η ουσία καταπολέμησε στελέχη που αντέχουν σε κάθε γνωστό αντιβιοτικό σύμφωνα με το εργαστήριο του MIT το 2020. Οι ερευνητές την ονόμασαν halicin, από τον HAL του 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος. Έξι χρόνια μετά, δεν την έχει πάρει κανένας ασθενής.
Με απλά λόγια, το AI βοήθησε τους επιστήμονες να εντοπίσουν μια νέα χρήση μιας ουσίας, καταλήγοντας σε ένα πρωτοποριακό πιθανό αντιβακτηριακό φάρμακο. Οι άνθρωποι σχεδίασαν την έρευνα και έλεγξαν αν η πρόβλεψη είχε βάση. Τα αποτελέσματα εκείνης της μελέτης δεν αποτελούσαν απόδειξη ότι η ουσία ήταν ασφαλής και αποτελεσματική θεραπεία για ανθρώπους. Ήταν όμως μια χρήσιμη αρχή και ένα πρώτο βήμα καινοτομίας.
Το ίδιο το παράδειγμα προέκυψε από τη συνεργασία ειδικών στο AI και στη βιολογία. Ήδη από την αρχική ανακοίνωση, οι ερευνητές περιέγραφαν την πρόθεσή τους να συνεργαστούν με φαρμακευτική εταιρεία ή μη κερδοσκοπικό οργανισμό για περαιτέρω ανάπτυξη. Η συνέχεια της ανακάλυψης απαιτούσε πρόσθετη γνώση, πόρους και συνεργάτες. Σε αυτή την κατεύθυνση, δημιουργήθηκε η συνεργασία με τη Phare Bio, μία μη κερδοσκοπική social venture που προέκυψε από το Antibiotics AI Project του MIT.
Η ανακάλυψη χρειάστηκε οργανισμό, χρηματοδότηση και ανθρώπους για να μη μείνει σε ένα paper.
Εκεί τελικά ξεχωρίζει μια startup την εποχή του ΑΙ: όχι μόνο στο τι ανακαλύπτει, αλλά και στις σχέσεις που χτίζει για να μετατρέψει την ανακάλυψη σε αξία.
Η ανακάλυψη δεν μιλάει μόνη της
Η προοπτική να επιταχύνουμε την ανακάλυψη με AI είναι πράγματι συναρπαστική. Μπορούμε να εξετάζουμε περισσότερες επιλογές και να εντοπίζουμε μοτίβα που δύσκολα θα διακρίναμε μόνοι μας ως άνθρωποι. Για μια μικρή ομάδα, και ιδιαίτερα μια startup, αυτό μπορεί να διευρύνει σημαντικά όσα έχει τη δυνατότητα να επιχειρήσει.
Καθώς όμως παρόμοια εργαλεία γίνονται πιο ευρέως διαθέσιμα, αξίζει να αναρωτηθούμε πού θα βρίσκεται το ιδιαίτερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μιας εταιρείας. Μέρος της απάντησης βρίσκεται στον ανθρώπινο παράγοντα, και αναφερόμαστε εδώ στις σχέσεις, την εμπιστοσύνη και τα δίκτυα συνεργασίας που χτίζονται από τους ανθρώπους, όπως με μελλοντικούς πελάτες, επαγγελματίες και γνώστες του κλάδου.
Η οπτική της εμπορικής αξιοποίησης της έρευνας προσφέρει εδώ ένα χρήσιμο κριτήριο. Μια ανακάλυψη πρέπει να συνδεθεί με μια ανάγκη αρκετά σημαντική ώστε κάποιος να αλλάξει τον τρόπο που εργάζεται ή να επενδύσει στη λύση. Αυτή η σύνδεση απαιτεί ακρόαση. Μια startup χρειάζεται να καταλάβει τι πραγματικά δυσκολεύει τον πελάτη και τι ανάγκη υπάρχει, ακόμη και όταν η απάντηση μπορεί να καταλήξει σε pivot όπου η αρχική ιδέα αλλάζει προς όφελος της ικανοποίησης αυτής της ανάγκης.
Στην ανάπτυξη ενός νέου φαρμάκου, για παράδειγμα, η συζήτηση με γιατρούς μπορεί να βοηθήσει μια ομάδα να καταλάβει σε ποιους ασθενείς υπάρχει η μεγαλύτερη ανάγκη για θεραπεία. Ένας συνεργάτης με εμπειρία στην ανάπτυξη θεραπειών μπορεί να αναδείξει ποια ερωτήματα χρειάζεται να απαντηθούν πρώτα. Τέτοιες συζητήσεις μπορούν να επηρεάσουν την κατεύθυνση της έρευνας πριν δεσμευτούν σημαντικοί πόροι και κεφάλαια.
Η δικτύωση δεν είναι τα συνέδρια
Η λέξη «δικτύωση» συχνά μας παραπέμπει σε συνέδρια, γνωριμίες και ανταλλαγή στοιχείων επικοινωνίας. Η επιχειρηματική της αξία φαίνεται αργότερα, όταν προκύπτει μια συγκεκριμένη ανάγκη. Ποιος μπορεί να δώσει μια ειλικρινή γνώμη για το προϊόν ή τη startup γενικότερα; Ποιος θα κάνει μια προσεκτική σύσταση στον κατάλληλο συνεργάτη; Ποιος γνωρίζει ένα πρόβλημα που η ομάδα δεν έχει ακόμη αντιληφθεί;
Ένα χρήσιμο δίκτυο χτίζεται μέσα από αμοιβαία συνεισφορά. Μπορεί να ξεκινήσει με μια μικρή βοήθεια, μια εύστοχη παρατήρηση ή την ανταλλαγή γνώσης χωρίς άμεση προσδοκία ανταλλάγματος, αλλά με τη μορφή ενός μέντορα. Με τον χρόνο, αυτές οι επαφές μπορούν να εξελιχθούν σε σχέσεις όπου οι άνθρωποι γνωρίζουν πώς σκέφτεται ο άλλος και αν τηρεί τις δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις του.
Για μια startup, αυτό έχει άμεσες και πρακτικές συνέπειες. Οι πρώτοι πελάτες διαθέτουν τον πολύτιμο χρόνο τους και παίρνουν ρίσκο όταν δοκιμάζουν κάτι πραγματικά νέο. Ένας ερευνητής μοιράζεται γνώση που χρειάστηκε χρόνια για να αποκτήσει. Ένας έμπειρος επιχειρηματίας μπορεί να προειδοποιήσει την ομάδα για μια δυσκολία προτού αυτή γίνει δαπανηρή. Η προθυμία τους να συμμετάσχουν εξαρτάται και από το αν εμπιστεύονται τους ανθρώπους πίσω από την ιδέα.
Η εμπιστοσύνη δοκιμάζεται όταν κάτι δεν πηγαίνει όπως είχε σχεδιαστεί. Η ομάδα που αναγνωρίζει έγκαιρα ένα πρόβλημα, εξηγεί τι γνωρίζει και παραδέχεται τι παραμένει αβέβαιο δίνει στους συνεργάτες της λόγους να συνεχίσουν τη συζήτηση. Αυτή η συμπεριφορά έχει μεγαλύτερη διάρκεια από μια εντυπωσιακή παρουσίαση.
Αυτοί που μιλούν και τις δύο γλώσσες
Μια επιστημονική ομάδα και μια επιχείρηση μπορεί να βλέπουν την ίδια ανακάλυψη με διαφορετικά κριτήρια. Οι ερευνητές θέλουν να εξετάσουν αν το αποτέλεσμα είναι αξιόπιστο. Ο πελάτης αναρωτιέται πώς θα το χρησιμοποιήσει. Ο επενδυτής χρειάζεται να καταλάβει αν μπορεί να στηρίξει μια εταιρεία με προοπτική ανάπτυξης και κέρδους.
Όσοι μπορούν να συνδέσουν αυτές τις οπτικές προσφέρουν μια κρίσιμη και ουσιαστική αξία. Βοηθούν τους ανθρώπους να διατυπώσουν ένα κοινό ερώτημα και να συμφωνήσουν στο επόμενο βήμα. Για μια startup που αναπτύσσει ένα υποψήφιο φάρμακο, αυτό θα μπορούσε να είναι μια επόμενη εργαστηριακή μελέτη, με σαφές κόστος και συγκεκριμένο ερώτημα για τη δράση της ουσίας. Η συνεργασία αποκτά περιεχόμενο όταν όλοι καταλαβαίνουν τι προσπαθούν να μάθουν και τι αναλαμβάνει ο καθένας.
Αυτός είναι και ένας τρόπος να αξιολογήσουμε τη συμβολή ενός επενδυτή. Πέρα από τα κεφάλαια, μπορεί να βοηθήσει την ομάδα να αποκτήσει πρόσβαση σε εμπειρία και συνεργάτες που της λείπουν. Μια κατάλληλη σύσταση μπορεί να οδηγήσει σε μια δοκιμή, μια πρόσληψη ή μια συζήτηση που αλλάζει την πορεία της εταιρείας. Αυτή είναι και μια καίρια διαφορά μεταξύ παθητικού επενδυτή και ενός ενεργού επενδυτή, ο οποίος βοηθάει στη συνεχιζόμενη ανάπτυξη μιας startup διαθέτοντας όπως ονομάζεται «smart money» – καθοδήγηση και πρόσβαση σε επαφές πέρα από μια απλή χρηματική επένδυση. Χρειάζεται όμως κρίση: η γνωριμία έχει αξία όταν ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη και ακολουθείται από ουσιαστική δουλειά.
Σε μικρές αγορές, όλα αυτά κοστίζουν περισσότερο. Στη Βοστώνη ο ερευνητής που χρειάζεσαι είναι δύο συστάσεις μακριά, και ο πρώτος πελάτης έχει ήδη δοκιμάσει δέκα προϊόντα πριν από το δικό σου. Στην Αθήνα, στη Λισαβόνα ή στο Τάλιν το ίδιο δίκτυο είναι μικρότερο, πιο κλειστό και πολύ πιο ακριβό σε χρόνο. Δεν είναι μειονέκτημα από μόνο του. Είναι λόγος να χτίζεις τις σχέσεις πριν τις χρειαστείς, όχι όταν τελειώνουν τα χρήματα.
Υπάρχει και μια δεύτερη όψη. Σε μικρά οικοσυστήματα η φήμη ταξιδεύει γρηγορότερα από το προϊόν. Η δεύτερη συνάντηση κλείνεται με βάση το τι είπες στην πρώτη και το αν ίσχυε. Όποιος έχει καθίσει και στις δύο πλευρές του τραπεζιού το ξέρει: αυτό που θυμούνται οι άνθρωποι δεν είναι το deck. Είναι αν κράτησες τον λόγο σου όταν κανείς δεν σε έλεγχε.
Τα δίκτυα χρειάζονται επίσης ανοιχτές πόρτες. Όταν ανακυκλώνουν διαρκώς τις ίδιες απόψεις, μπορούν να ενισχύσουν λανθασμένες βεβαιότητες και να αφήσουν αξιόλογους ανθρώπους εκτός. Μια ομάδα ωφελείται όταν αναζητά συνομιλητές με διαφορετικές εμπειρίες και δίνει χώρο σε όσους αμφισβητούν την ιδέα της με επιχειρήματα.
Τι μένει όταν όλοι έχουν το ίδιο AI μοντέλο
Ας σκεφτούμε λοιπόν τη startup που αξιοποιεί το AI για να αναζητήσει νέες θεραπείες. Ακόμη κι αν ένας ανταγωνιστής χρησιμοποιήσει το ίδιο εργαλείο AI, θα χρειαστεί να κατανοήσει όσα εκείνη έμαθε μέσα από τις δοκιμές και τις συνεργασίες της. Θα χρειαστεί να πείσει ανθρώπους να διαθέσουν χρόνο, να μοιραστούν γνώση και να αναλάβουν μαζί του ένα μέρος του ρίσκου.
Αυτές οι σχέσεις δεν εγγυώνται επιτυχία. Η τεχνολογία πρέπει να λειτουργεί και το προϊόν να έχει λόγο ύπαρξης. Μπορούν, όμως, να βοηθήσουν μια ομάδα να μάθει γρηγορότερα, να αναγνωρίσει τα λάθη της και να βρίσκει τρόπους να προχωρήσει.
Το AI θα βρει την ουσία. Θα βρει και την επόμενη. Αυτό που δεν κάνει είναι να πείσει τον πρώτο γιατρό να το δοκιμάσει, τον πρώτο επενδυτή να το χρηματοδοτήσει και τον πρώτο συνεργάτη να βάλει το όνομά του δίπλα στο δικό σου.
Αν είσαι ιδρυτής, λοιπόν, η ερώτηση δεν είναι ποιο μοντέλο τρέχεις. Είναι ποιος λείπει από τη συζήτηση, και πότε σκοπεύεις να του μιλήσεις!
_____________________________
Ο Δρ. Γεώργιος Βάρσος δραστηριοποιείται στην εμπορική αξιοποίηση της επιστημονικής έρευνας από τα νοσοκομεία του Harvard στο Mass General Brigham στη Βοστώνη, και είναι Venture Partner στη venture capital εταιρεία VU Venture Partners. Συνδυάζει εμπειρία στην έρευνα, την επιχειρηματική ανάπτυξη και τις επενδύσεις, με επίκεντρο τη μετατροπή επιστημονικών ανακαλύψεων σε λύσεις με ουσιαστικό αντίκτυπο. Είναι κάτοχος διδακτορικού στις Κλινικές Νευροεπιστήμες από το University of Cambridge, MBA από το Johns Hopkins University, με προπτυχιακές σπουδές ως Μηχανολόγος Μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο και Imperial College London, και executive education στο Harvard Business School και στο MIT Sloan School of Management.
Ο Άρης Κεφαλογιάννης είναι Tech Investor στην Apeiron Venture Capital. Είναι κάτοχος MBA από το Fletcher School του Tufts University στη Βοστώνη, με μέρος του μεταπτυχιακού να έχει πραγματοποιηθεί στο Harvard University, και πτυχίου στη Διοίκηση Επιχειρήσεων από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Είναι two-time founder and three-time political campaign manager.