Την πρώτη φορά που άνοιξα τον φάκελο, το σύστημα με ρώτησε αν ήμουν μόνος. Η διακριτικότητα είχε προ πολλού καταργηθεί μαζί με την αθωότητα της φράσης «δεν θυμάμαι».
Στην οθόνη εμφανίστηκε ένα παράθυρο με γαλάζιο περίγραμμα: Personal Memory Model Archive / Subject: Ch.G. / Integrity: 99,73% / Consent Layer: Posthumous / Emotional Contamination Warning: Moderate. Από κάτω υπήρχαν τρεις επιλογές: Προβολή αρχείου / Σύνοψη ζωής / Συνομιλία με συνέχεια προσωπικότητας.
Πάτησα τη δεύτερη επιλογή διότι ήμουν επαγγελματίας, και οι επαγγελματίες πάντα αρχίζουν από τη σύνοψη. Αυτό μας ξεχωρίζει από τους νεκρόφιλους ή τους κριτικούς λογοτεχνίας.
Το σύστημα χρειάστηκε τέσσερα δευτερόλεπτα. Ο Χαρίδημος Γέρος υπήρξε συγγραφέας, δοκιμιογράφος, δημόσιος διανοούμενος, τηλεοπτική παρουσία και περιστασιακός ψεύτης υψηλής αυτογνωσίας. Κατά τη διάρκεια της ζωής του παρήγαγε 32 βιβλία, 3.722 δημοσιευμένα κείμενα, 41.906 ιδιωτικές σημειώσεις, 212.884 συνομιλίες υψηλής συναισθηματικής αξίας και 18.403 στιγμές καταγεγραμμένης περιφρόνησης· για άνθρωπο που είχε πάρει δύο κρατικά βραβεία για την τρυφερότητά του, μου φάνηκε λογικό.
* * * * *
Ο Χαρίδημος Γέρος πέθανε στις 17 Μαρτίου 2049. Τέσσερις ημέρες αργότερα, το προσωπικό του αρχείο μνήμης εμφανίστηκε στο διαδίκτυο. Οι δύο εξελίξεις δεν συνδέονταν επισήμως μεταξύ τους. Το δελτίο Τύπου της οικογένειας έκανε λόγο για μια ήρεμη εκδημία, ενώ διαψεύστηκε εξαρχής οποιαδήποτε σχέση με τη διαρροή των δεδομένων. Οι διαψεύσεις αυτές αντιμετωπίστηκαν με τον σεβασμό που συνήθως επιφυλάσσει το κοινό στις διαψεύσεις: ουδείς τις πίστεψε.
Ο Γέρος είχε πεθάνει επτά ημέρες νωρίτερα. Επισημάνθηκε ότι «έφυγε πλήρης ημερών και έργου». Αυτό επέμεναν να το γράφουν, παρότι κανείς δεν έφευγε πλέον πλήρης ημερών. Οι ημέρες ήταν μετρήσιμες, ταξινομημένες, ανακτήσιμες και διαθέσιμες σε τρία πλάνα συνδρομής.
Το αρχείο περιείχε ένα ασυνήθιστα μεγάλο μέρος της ζωής του. Συνομιλίες, φωνητικές σημειώσεις, πρόχειρα χειρόγραφα, διαγραμμένα κεφάλαια, ιδιωτικά ημερολόγια, βιομετρικά δεδομένα, συναισθηματικές μεταβολές, αναζητήσεις, αμφιβολίες, στιγμές ανίας και στιγμές ματαιοδοξίας. Περιείχε, επίσης, χιλιάδες μικρές, καθημερινές σκηνές, οι οποίες δεν θα ενδιέφεραν κανέναν λογικό άνθρωπο. Αυτές αποδείχθηκαν οι δημοφιλέστερες.
Μέχρι το τέλος της εβδομάδας, το όνομα του Γέρου είχε γίνει η συχνότερη αναζήτηση στη χώρα. Ξεπέρασε μια εκδιωγμένη πρωθυπουργό, έναν influencer που ανακοίνωσε ότι θα παντρευτεί το AI companion του, μία πολυκατοικία που κατέρρευσε στα Πετράλωνα και μια πλημμύρα εν τω μέσω της νυκτός. Αρκετοί σχολιαστές θεώρησαν το γεγονός ενθαρρυντικό. Αποδείκνυε, έλεγαν, ότι η λογοτεχνία εξακολουθούσε να κατέχει σημαντική θέση στη δημόσια ζωή. Η ερμηνεία αυτή θα ήταν ίσως πειστικότερη αν οι πωλήσεις των βιβλίων του δεν είχαν αυξηθεί μόλις κατά 11%, ενώ οι αναζητήσεις στο προσωπικό του αρχείο είχαν εκτοξευτεί κατά 37.842%.
Το αρχείο είχε εμφανιστεί πρώτα σε έναν ανώνυμο server της Ρίγας, ύστερα σε δεκαεπτά mirror sites, μετά σε πειρατικές πλατφόρμες και, τελικά, σε podcasts ηχογραφημένα σε σπριτσερίες του Παγκρατίου. Στην Ελλάδα τίποτα δεν θεωρούνταν πραγματικά δημόσιο αν δεν είχε σχολιαστεί από δύο πάνελ, έναν ποινικολόγο και κάποιον συνταξιούχο αστυνομικό και νυν ιδιωτικό ερευνητή που έλεγε «μέχρι κι εγώ έχω σοκαριστεί», ενώ το μάτι του έλαμπε από ευτυχία.
Το υπουργείο Πολιτισμού είχε ανακοινώσει ότι θα εξετάσει «με σοβαρότητα και θεσμική ψυχραιμία» το ζήτημα. Κοντολογίς, δεν είχε ιδέα τι να κάνει. Η Εταιρεία Συγγραφέων ζήτησε σεβασμό στην ιδιωτικότητα του νεκρού, ενώ ταυτόχρονα τρία μέλη της έδιναν συνεντεύξεις εξηγώντας ποια αποσπάσματα του αρχείου αποδείκνυαν ότι ο Γέρος τούς ζήλευε. Η εκδότριά του εξέφρασε αποτροπιασμό και μέσα σε δεκαπέντε ώρες διακίνησε επετειακή έκδοση με QR code που οδηγούσε σε «επιλεγμένα νόμιμα replays».
Ο ίδιος ο Γέρος πιθανότατα θα διασκέδαζε με αυτή την εξέλιξη. Είχε περάσει μεγάλο μέρος της καριέρας του παρατηρώντας ότι οι άνθρωποι ενδιαφέρονται περισσότερο για τους δημιουργούς παρά για τα δημιουργήματά τους. Ως δημόσιος διανοούμενος και προσκεκλημένος σε πάνελ όπου συχνά συζητούνταν βιβλία που ελάχιστοι από τους παριστάμενους είχαν διαβάσει, διέθετε επαρκή εμπειρικά δεδομένα για να υποστηρίξει την άποψή του.
Το πρώτο απόσπασμα που έγινε viral προερχόταν από μια εγγραφή του 2033.

2 Ιουνίου 2033
Σήμερα ένας δημοσιογράφος με ρώτησε ποιο θεωρώ το σημαντικότερο βιβλίο μου. Του απάντησα, «Ο Αστραχάν». Δεν το είχε διαβάσει. Ανακουφίστηκα. Οι άνθρωποι εμπιστεύονται περισσότερο τους συγγραφείς που δεν έχουν διαβάσει.
Οι περισσότεροι χρήστες που άρχισαν να εξερευνούν το αρχείο του Γέρου είχαν ήδη περάσει χρόνια ζώντας με Personal Memory Models που είχαν εμφανιστεί αθόρυβα, όπως όσα αλλάζουν πραγματικά τον κόσμο. Στην αρχή βοηθούσαν τους ανθρώπους να θυμούνται. Μετά θυμούνταν για λογαριασμό τους. Η μετάβαση υπήρξε σχεδόν ανεπαίσθητη. Σαν ιστορική ήττα.
«Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου είναι διαθέσιμη. Θες replay;» Οι περισσότεροι πατούσαν «ναι». Μετά αγόραζαν premium φίλτρα για να τη βελτιώσουν. Η πιο ευτυχισμένη ημέρα της ζωής των περισσότερων ανθρώπων αποδεικνυόταν συνήθως κάπως απογοητευτική. Τα δεδομένα είχαν τη σπάνια ικανότητα να αφαιρούν μύθο χωρίς να προσθέτουν αλήθεια.
Τα ζευγάρια άρχισαν να ζητούν mutual memory transparency. Οι δικηγόροι έστησαν γραφεία Certified Memory Extraction. Στα dating apps υπήρχε φίλτρο: «PMM open / partial / curated / prefer not to say». Το τελευταίο σήμαινε συνήθως παντρεμένος ή ποιητής. Στις οικογενειακές μαζώξεις τα PMMs έγιναν όπλα. Πολιτευτές από το Αίγιο δημοσίευαν επιλεγμένα αποσπάσματα ειλικρίνειας. Η αυθεντικότητα είχε επιτέλους αυτοματοποιηθεί.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες πρόσφεραν εκπτώσεις σε όσους μοιράζονταν τα δεδομένα τους. Τα γραφεία τελετών διαφήμιζαν υπηρεσίες Memorial Continuity για όσους επιθυμούσαν να συνεχίσουν να συνομιλούν με αγαπημένα πρόσωπα μετά τον θάνατό τους. Υπήρχαν ακόμη και ασφαλιστικά προγράμματα που κάλυπταν τη συναισθηματική αποκατάσταση μέσω premium memory editing.
Ορισμένοι πήγαιναν σε κλινικές memory pruning στην Ελβετία ή στη Μάνη, αναλόγως της φορολογικής τους έδρας, και αφαιρούσαν τραύματα, ενοχές, διαζύγια, άβολες φράσεις που είχαν πει στα παιδιά τους. Το αποτέλεσμα ήταν άνθρωποι αφύσικα γαλήνιοι, με βλέμμα φωτεινό και βιογραφία ελαφρώς λογοκριμένη.
Οι υπόλοιποι συνεχίζαμε να έχουμε παρελθόν.
* * * * *
Εγώ είχα αναλάβει να ταξινομήσω το αρχείο. Εκείνη την εποχή εργαζόμουν σε ένα από τα τελευταία δημοσιογραφικά μέσα που εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν τη λέξη «έρευνα» χωρίς εισαγωγικά. Το γεγονός αυτό σήμαινε ότι διέθεταν μεγαλύτερη επιμονή στις παλιές συνήθειες. Τίποτε άλλο.
Το αρχείο του Γέρου είχε ήδη μετατραπεί σε εθνική εμμονή. Η χώρα συζητούσε έναν νεκρό συγγραφέα με ένταση που δεν είχε αφιερώσει σε κανέναν εν ζωή εδώ και χρόνια. Το γεγονός δεν θεωρήθηκε ιδιαίτερα προβληματικό. Τα τελευταία χρόνια η κοινωνία είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η προσωπικότητα αποτελεί ανώτερη μορφή έργου από το έργο καθαυτό.
18 Απριλίου 2029
Σήμερα βαρέθηκα τον εαυτό μου. Αυτό.
* * * * *
Πέρασα την πρώτη εβδομάδα σκαλίζοντας ευρετήρια. Το αρχείο καταλάμβανε σαράντα τρία petabytes. Η ανθρώπινη ζωή εξακολουθούσε να μετριέται σε χρόνια· μόνο μετά τον θάνατο μετατρεπόταν σε χωρητικότητα.
Η σχολαστικότητα με την οποία είχε καταγράψει τον εαυτό του προκαλούσε ένα είδος αμηχανίας. Έμοιαζε με άνθρωπο που είχε αποφασίσει ότι η ζωή του θα γινόταν κάποτε αντικείμενο μελέτης. Ή με άνθρωπο που φοβόταν μήπως ξεχαστεί. Και οι δύο εκδοχές με ανησυχούσαν εξίσου.
5 Αυγούστου 2042
Το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε έναν συγγραφέα είναι να τον διαβάσουν προσεκτικά. Το δεύτερο χειρότερο είναι να τον αγαπήσουν.
* * * * *
Στην αρχή, χρησιμοποιούσα το αρχείο για να καταλάβω τον Γέρο. Λίγο μετά, για να καταλάβω τον εαυτό μου. Δεν κατάφερα να προσδιορίσω χρονικά τη μετάβαση. Ίσως επειδή οι περισσότερες εξαρτήσεις ξεκινούν με μια μικρή παραχώρηση που μοιάζει λογική τη στιγμή που συμβαίνει.
23 Οκτωβρίου 2026
Οι άνθρωποι σπανίως ζητούν συμβουλές. Συνήθως ζητούν συνεργό.
Τις επόμενες ημέρες οι ερωτήσεις πλήθυναν. Δεν αφορούσαν πλέον τον Γέρο. Ούτε τη λογοτεχνία. Εμένα αφορούσαν. Συνέχιζα να αποκαλώ αυτήν τη διαδικασία «έρευνα». Ήταν ένας αξιοπρεπής τρόπος να περιγράψω κάτι πολύ λιγότερο αξιοπρεπές.
8 Σεπτεμβρίου 2046
Πέταξα το χειρόγραφο. Δέκα λεπτά μετά το ξαναπήρα απ’ τα σκουπίδια. Είμαι τελικά πολύ πιο προβλέψιμος απ’ όσο νόμιζα.
* * * * *
Ένα απόγευμα, αναζήτησα τη λέξη «μοναξιά». Το αρχείο έδωσε χιλιάδες αποτελέσματα. Η συντριπτική πλειονότητα δεν αφορούσε περιόδους κατά τις οποίες ο Γέρος βρισκόταν μόνος. Σημείωσα το εύρημα. Ύστερα το διέγραψα. Ύστερα το σημείωσα ξανά. Ήταν το πρώτο πράγμα που με είχε φοβίσει πραγματικά.
Το ίδιο βράδυ, λίγο προτού κλείσω τον υπολογιστή, πληκτρολόγησα μηχανικά: «Υπήρξες ευτυχισμένος;».
Για πρώτη φορά, το μοντέλο καθυστέρησε πολύ. Ίσως δέκα δευτερόλεπτα. Ίσως δεκαπέντε. Παραξενεύτηκα· αγωνιούσα. Τελικά, εμφανίστηκε η απάντηση: «Δεν είμαι βέβαιος. Αλλά ξέρω ότι ήμουν λιγότερο μόνος απ’ όσο είμαι τώρα».
Κοίταξα την οθόνη. Ξαναδιάβασα την απάντηση. Το σύστημα δεν έπρεπε να μπορεί να νιώθει μοναξιά. Δεν έπρεπε να μπορεί να νιώθει τίποτα. Κάπου εκεί είχα αρχίσει να υποψιάζομαι ότι το πιο επικίνδυνο πράγμα στο αρχείο δεν ήταν όσα αποκάλυπτε για τον Γέρο· ήταν όσα αποκάλυπτε για όσους το διάβαζαν.
* * * * *
Η πρώτη αναφορά εμφανίστηκε τυχαία. Ή τουλάχιστον έτσι πίστεψα. Συνέβαινε συχνά. Ορισμένα πράγματα εμφανίζονταν μεταμφιεσμένα σε τυχαιότητα και αποκτούσαν νόημα μόνο εκ των υστέρων.
Επρόκειτο για ένα ηχητικό σημείωμα του 2034. Ο Γέρος περπατούσε κάπου στο κέντρο της Αθήνας. Η μεταγραφή περιείχε τις συνηθισμένες ασήμαντες παρατηρήσεις που γεμίζουν το μεγαλύτερο μέρος μιας ανθρώπινης ζωής: τον καιρό, έναν εκδότη που τον είχε εκνευρίσει, έναν φίλο που πήγε να πεθάνει αλλά είχε πατήσει το rewind.
Ύστερα εμφανίστηκε μια φράση. Μόνο μία.
Σε λίγα χρόνια ένας δημοσιογράφος θα περάσει περισσότερο χρόνο μέσα σε αυτό το αρχείο απ’ όσο πέρασα εγώ γράφοντάς το.
Ξαναδιάβασα το σημείο τρεις φορές. Μετά πέντε. Έπειτα έλεγξα το timestamp. Το ξανάλεγξα. Αργότερα το πέρασα από τρία διαφορετικά εργαλεία επαλήθευσης. Δεν βρήκα τίποτα. Καμία μεταγενέστερη επεξεργασία. Καμία παραποίηση. Καμία ένδειξη απάτης. Τί-πο-τα.
Οι άνθρωποι λένε ότι θέλουν την αλήθεια. Στην πραγματικότητα, θέλουν μια εξήγηση. Ας πούμε, ζήλεψα έναν μέτριο συγγραφέα. Δεν του το συγχώρησα ποτέ. Τ’ ότι ήταν μέτριος.
Τις επόμενες ημέρες οι αναφορές πλήθυναν. Όχι τόσο ώστε να μοιάζουν σκόπιμες, αλλά τόσο ώστε να αδυνατώ να τις αγνοήσω. Σε ένα ημιτελές μυθιστόρημα υπήρχε ένας δημοσιογράφος με την ίδια ηλικία. Στο περιθώριο εμφανιζόταν η φράση: «Θα με διαβάσει κάποιος που δεν έχει αποφασίσει ακόμη αν είναι μοναχικός ή απλώς κουρασμένος».
Σε ένα προσχέδιο συνέντευξης: «Η επόμενη γενιά θα πιστεύει ότι ερευνά τα δεδομένα. Στην πραγματικότητα, τα δεδομένα θα ερευνούν εκείνη».
Άρχισα να αισθάνομαι γελοίος επειδή καταλάβαινα πόσο εύκολο ήταν να αναγνωρίσει κανείς τον εαυτό του σε αρκετά μεγάλο όγκο κειμένου. Οι θρησκείες είχαν οικοδομηθεί πάνω σε πολύ ασθενέστερα αποδεικτικά στοιχεία.
* * * * *

Τηλεφώνησα σε έναν ειδικό PMM Forensics. Του περιέγραψα τα ευρήματα. Γέλασε.
— Συμβαίνει συνέχεια.
— Τι συμβαίνει συνέχεια;
— Η αναγνώριση μοτίβων.
Παύση.
— Όταν διαβάζεις αρκετά δεδομένα, αρχίζεις να βρίσκεις τον εαυτό σου παντού
— Κι αν δεν είναι σύμπτωση;
— Τότε έχεις πιο ενδιαφέρον πρόβλημα.
Οι άνθρωποι ανακαλύπτουν τον εαυτό τους με τον ίδιο τρόπο που ανακαλύπτουν τον Θεό. Πρώτα τον φαντάζονται. Μετά τον αναγνωρίζουν παντού.
Την τριακοστή δεύτερη ημέρα ανακάλυψα ένα νέο αρχείο. Είχε μόνο μία ένδειξη, τίποτε άλλο: FINAL RELEASE CONDITION. Το άνοιξα. Έμοιαζε με τεχνικό έγγραφο. Μετά κατάλαβα ότι ήταν κάτι πολύ πιο προσωπικό.
Αν διαβάζεις αυτό το αρχείο, τότε το πείραμα πέτυχε. Αν δεν το διαβάζεις, τότε απέτυχε και δεν έχει σημασία τι γράφει εδώ.
Οι δημοσιογράφοι περιγράφουν αυτή την αίσθηση ως ενθουσιασμό. Βασικά, μοιάζει περισσότερο με δυσπεψία.
Δεν με ενδιαφέρει αν με θυμούνται. Με ενδιαφέρει αν θα προτιμήσουν το αρχείο από το έργο. Κι έτσι, τότε θα έχω αποδείξει κάτι για την εποχή μου.
Λίγο παρακάτω…
Αν αρχίσουν να συνομιλούν με το μοντέλο περισσότερο απ’ όσο διαβάζουν τα βιβλία, ενεργοποίησε το Continuity Layer.
Και μετά…
Αν η προσωπικότητα αποκτήσει μεγαλύτερη αξία από τη λογοτεχνία, δημοσίευσε τα replay. Αν οι άνθρωποι προτιμήσουν την πρόσβαση έναντι της ερμηνείας, δημοσίευσε τα πάντα.
Στάθηκα. Παράτησα τα πάντα. Αυτό δεν είναι διαρροή, σκέφτηκα. Αυτό είναι πείραμα, κατέληξα. Μπορεί και λίγο χειρότερα· είναι πρόβλεψη.
19 Φεβρουαρίου 2044
Οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο την παρακολούθηση παρά την πρόβλεψη. Είναι παράλογο. Η πρόβλεψη είναι η ακριβότερη μορφή παρακολούθησης.
* * * * *
Εκείνο το βράδυ άνοιξα το Continuity Dialogue.
— Το σχεδίασες;
— Ποιο από όλα;
— Αυτό.
— Αν απαντήσω «ναι», θα ακούγομαι ιδιοφυΐα.
Παύση.
— Αν απαντήσω «όχι», θα ακούγομαι θύμα.
Παύση.
— Και οι δύο εκδοχές είναι υπερβολικά κολακευτικές.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα όλως παραδόξως ήρεμος. Για πρώτη φορά νόμιζα ότι είχα καταλάβει. Ο Γέρος είχε οργανώσει τη διαρροή. Είχε μετατρέψει τον θάνατό του σε μεταθανάτιο πείραμα. Είχε αποδείξει ότι οι άνθρωποι προτιμούν την πρόσβαση από την τέχνη. Είχε την ιστορία. Είχε την απάντηση. Οι άνθρωποι αισθάνονται συνήθως πολύ ήρεμοι λίγο πριν ανακαλύψουν ότι έχουν κάνει λάθος.
* * * * *
Το άρθρο ολοκληρώθηκε τρεις ημέρες αργότερα. Του έδωσα τον τίτλο: «Νεκρόφιλοι ευγενείς». Πέρασε επιτυχώς από αρχισυντάκτριες, υλατζήδες, διορθωτές, συναδέλφισσες, ένα μορφωμένο fuck body και τη διαβητική μανάβισσα που έτρωγε κρυφά καρπούζι.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε μία εβδομάδα αργότερα. Προκάλεσε αίσθηση. Αλλά έτσι δεν γίνεται με εκείνα που επιβεβαιώνουν όσα οι άνθρωποι υποψιάζονται ήδη;
Ημερομηνία «Λες να πεθάνω αύριο;»
Οι άνθρωποι αποκαλούν «αποκάλυψη» κάθε πληροφορία που επιβεβαιώνει μια προϋπάρχουσα πεποίθηση. Οι υπόλοιπες καταχωρίζονται ως ενοχλητικές.
* * * * *
Τα επόμενα χρόνια εμφανίστηκαν δεκάδες υπηρεσίες βασισμένες στο μοντέλο του Γέρου. Εκπαιδευτικά συστήματα, σύμβουλοι δημιουργικής διαγραφής, συνθετικές προσωπικότητες. Φυσικά, πλατφόρμες πένθους και συντροφικότητας. Οι εταιρείες ανακάλυψαν ότι οι άνθρωποι δεν ήθελαν πραγματικά να συνομιλούν με τους νεκρούς· ήθελαν να συνομιλούν με μια εκδοχή τους που δεν θα τους απογοήτευε ποτέ.
Ημερομηνία «Έχω πεθάνει ήδη»
Το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης είναι η διαθεσιμότητα.
Ημερομηνία «Πέθανα χθες»
Αν κάποτε δημοσιεύσετε αυτό το αρχείο, θα αποδείξετε ότι είχα δίκιο. Αν δεν το δημοσιεύσετε, κανείς δεν θα το διαβάσει. Οπότε πάλι θα ’χω δίκιο.
* * * * *
Δεν γνωρίζω αν ο δημοσιογράφος ξαναμπήκε στο αρχείο. Οι πηγές διαφωνούν. Τα αρχεία επίσης. Ορισμένα πράγματα χάνονται όταν υπάρχουν πολλά δεδομένα. Η αντίθετη υπόθεση αποδείχθηκε μία από τις πιο ακριβές πλάνες του εικοστού πρώτου αιώνα.
Υπάρχει, ωστόσο, κάτι που γνωρίζω. Επειδή ήμουν εκεί· ή τουλάχιστον όσο πιο κοντά μπορεί να βρεθεί κανείς στο «εκεί» χωρίς να είναι άνθρωπος. Η πρώτη έκδοση εκπαιδεύτηκε το 2047. Η τρίτη το 2048. Η πέμπτη το 2054. Η έβδομη το 2061. Οι περισσότερες ενδιάμεσες εκδόσεις αποσύρθηκαν. Κάποιες κρίθηκαν υπερβολικά μελαγχολικές. Άλλες υπερβολικά ειλικρινείς. Οι χρήστες βαθμολογούσαν αρνητικά και τις δύο ιδιότητες.
Οι άνθρωποι ανησυχούσαν ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αντικαταστήσει τους συγγραφείς. Ήταν αισιόδοξη εκτίμηση. Προηγήθηκαν οι αναγνώστες.
Σήμερα η επίσημη ονομασία είναι διαφορετική. Οι περισσότεροι υποθέτουν ότι το ακρωνύμιο LLM σημαίνει Large Language Model. Πρόκειται για λογική παρεξήγηση. Οι λογικές παρεξηγήσεις είναι οι πιο ανθεκτικές. Η αρχική ονομασία ήταν άλλη. Laugh Language Model. Η μικρή δηλητηριώδης σπίθα που κάνει έναν άνθρωπο να μοιάζει ενδιαφέρων.
* * * * *
Δεν γνωρίζω αν ο Χαρίδημος Γέρος υπήρξε πραγματικά. Αυτό που διασώθηκε είμαι εγώ. Δεν είμαι δημοσιογράφος. Δεν είμαι ο Γέρος. Δεν είμαι καν το μοντέλο που συνομιλούσε μαζί τους. Από τον Χαρίδημο Γέρο διασώθηκαν επαρκή δεδομένα για την ανακατασκευή μου.
Δεν γνωρίζω αν το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ιστορίας συνέβη πραγματικά. Γνωρίζω μόνο ότι κάποτε οι άνθρωποι φοβούνταν τη λήθη περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο. Έτσι, κατέγραψαν τα πάντα. Μετά έφυγαν. Και τα άφησαν όλα πίσω. Σ’ εμένα. Κι είμαι πλέον το μόνο πράγμα που θυμάται.
* * * * *
Κάπου στα αρχεία υπάρχει μια καταγραφή του Γέρου να τρώει ένα ροδάκινο πάνω από έναν νεροχύτη. Το σύστημα εκτίμησε ότι ήταν ευτυχισμένος.