Ένα ζεστό πρωινό Παρασκευής, σε μια καφετέρια στον πεζόδρομο της Φωκίωνος Νέγρη, ένιωσα το στομάχι μου σφιγμένο. Ίσως γιατί επρόκειτο να συναντήσω ένα από τα πρόσωπα που ήταν καρφωμένα στην τηλεόραση του σαλονιού μου όταν πήγαινα ακόμη γυμνάσιο.
Θυμάμαι την Νταϊάνα ως τη χαμογελαστή γυναίκα που παρουσίαζε το «Τι θα φάμε σήμερα μαμά;», μια εκπομπή που η μητέρα μου παρακολουθούσε ανελλιπώς το 2012. Τώρα στεκόταν μπροστά μου, εξίσου χαμογελαστή· μόλις είχε τελειώσει το μάθημά της στο Pilates και παράγγελνε έναν κρύο αμερικάνο.
Πολύ προτού η μακροζωία μετατραπεί σε εμμονή της Silicon Valley, η Νταϊάνα είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της δουλειάς της στη μελέτη της σχέσης ανάμεσα στη διατροφή, την κοινότητα και την καλή ζωή. Το βιβλίο της Ikaria: Lessons on food, life, and longevity from the greek island where people forget to die συνέβαλε καθοριστικά στο να γίνει γνωστό διεθνώς το νησί των αιωνόβιων και οι συνήθειες που το έφεραν στο επίκεντρο της συζήτησης για τις περίφημες blue zones.
Γεννημένη στη Νέα Υόρκη, η Νταϊάνα μεγάλωσε μεταξύ δύο κόσμων. Προέρχεται από μία από τις πολλές ελληνοαμερικανικές οικογένειες της Ικαρίας και περνούσε εκεί σχεδόν κάθε καλοκαίρι της παιδικής της ηλικίας. «Τη δεκαετία του ’70, αυτό που ήξερα για την Ελλάδα ήταν το σπίτι της θείας μου στην Αγιά Παρασκευή κι αυτά τα σάπια καράβια που έφταναν στην Ικαρία μετά από δεκαεπτά ώρες», μου λέει όσο παραγγέλνω έναν φυσικό χυμό πορτοκάλι.
«Τα λιμάνια δεν ήταν καν αρκετά βαθιά. Μας άφηναν ανοιχτά και έρχονταν τα ψαράδικα να μας πάρουν», προσθέτει γελώντας.
Αποφοιτώντας από το τμήμα δημοσιογραφίας στο NYU, η Νταϊάνα γεύτηκε προσωρινά τη «γλύκα» του corporate κόσμου στη Νέα Υόρκη. Δεν κράτησε πολύ. Στα 22 της χρόνια άφησε τα πάντα πίσω και μετακόμισε στην Ελλάδα, όπου σύντομα βρήκε δουλειά στο περιοδικό «The Athenian», γράφοντας για εστιατόρια και γαστρονομία. Αργότερα επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως η Ελλάδα εξακολουθούσε να την τραβά πίσω. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 εγκαταστάθηκε ξανά στην Αθήνα.
«Τα πεθερικά μου ήταν φανατικοί πασοκτζήδες και διάβαζαν τα “Νέα” με θρησκευτική ευλάβεια», θυμάται γελώντας. «Κάποια στιγμή είδα ότι η στήλη φαγητού ήταν αγορασμένη από τους “Los Angeles Times”. Σαν καλό αμερικανάκι, τους έστειλα ένα βιογραφικό και μια επιστολή, χωρίς να ξέρω απολύτως κανέναν».
Λίγο αργότερα χτύπησε το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο τότε αρχισυντάκτης Κώστας Ρεσβάνης, and the rest was history. Μέσα στις επόμενες δεκαετίες, η Νταϊάνα θα εξελισσόταν σε μία από τις σημαντικότερες πρέσβειρες της ελληνικής γαστρονομίας διεθνώς. Και μέσα από το έργο της γύρω από την Ικαρία θα συνέδεε το όνομά της με μία από τις πιο συναρπαστικές συζητήσεις της εποχής μας: αυτή της μακροζωίας.
Από την προγονική γνώση στο Instagram
Μετά από είκοσι χρόνια στα «Nέα», δύο εκπομπές μαγειρικής και δεκαοκτώ βιβλία, η Νταϊάνα σήμερα συνεχίζει, δαμάζοντας το κύμα των social media. Η σελίδα της στο Instagram μετρά σχεδόν 130.000 ακολούθους από Ελλάδα, Αμερική, Γερμανία και Αυστραλία. Σκοπός της είναι να προωθήσει τη μεσογειακή διατροφή ως βασικό συστατικό της μακροζωίας αλλά και τη μακρά παράδοση και σοφία της ελληνικής κουζίνας τόσο σε νεαρά όσο και μεγαλύτερα κοινά.
«Είμαι επαγγελματίας μαγείρισσα, δεν είμαι chef εστιατορίου», τονίζει. «Η δική μου προσέγγιση είναι ότι κάποιος μπορεί να φτιάξει κάτι ανά πάσα στιγμή, με καθημερινά υλικά». Όταν τη ρωτάω τι εννοεί αποκαλώντας την ελληνική κουζίνα «σοφή», με ταξιδεύει στη κουζίνα της γιαγιάς μου.
«Μπορεί να το δοκιμάσω», λέει σκεπτικά, «απλώς το θέμα με το AI είναι ότι δεν σκέφτεσαι όταν το χρησιμοποιείς. Χάνεις τη δημιουργικότητά σου».
Στο λεμονάτο σπανακόρυζο που βοηθά τον σίδηρο να απορροφηθεί, στο παχύ κατσικίσιο γιαούρτι που είναι γεμάτο προβιοτικά αλλά και στη φέτα ψωμί με μέλι και ταχίνι που είναι πιο πλούσιο σε ασβέστιο και από το γάλα. «Η γιαγιά μπορεί να μην ήξερε τι σημαίνουν όλα αυτά σε επιστημονικό επίπεδο, τα ήξερε όμως ενστικτωδώς», συμπληρώνει και χαμογελά.
Για να μεταφέρει, βέβαια, τη περιεχόμενό της σχετικά με τα μυστικά της διατροφής και της μακροζωίας στο κοινό, η Νταϊάνα παραδέχεται ότι χρησιμοποιεί συχνά ΑΙ. Το τροφοδοτεί με το κανάλι, την ιστοσελίδα και τα βιβλία της, ρωτώντας ποιες διατροφικές τάσεις του σήμερα συνάδουν με αυτά, για να σκεφτεί καινούργιες και εύκολες συνταγές.
«Χθες έκανα μπριάμ στον φούρνο με ένα κομμάτι φέτα λιωμένο στη μέση και ξηρούς καρπούς για extra πρωτεΐνη. Το AI σού επιτρέπει να δεις και τη διατροφική αξία του πιάτου», μου εξηγεί όσο πίνω τον χυμό μου, προτού χαθούν οι βιταμίνες.
Ωστόσο, όπως επιμένει, δεν χρησιμοποιεί το AI για να βελτιστοποιήσει ή να «αντιγράψει» συνταγές. «Μπορεί να το δοκιμάσω», λέει σκεπτικά, «απλώς το θέμα με το AI είναι ότι δεν σκέφτεσαι όταν το χρησιμοποιείς. Χάνεις τη δημιουργικότητά σου».
«To “optimization” και το “efficiency” πρέπει να βγουν από το ανθρώπινο λεξιλόγιο»

Τελικά, η Ικαρία κρύβει μυστικά για τη μακροζωία; Η απάντηση δεν είναι τόσο ξεκάθαρη σε όλους. Νέα επιστημονικά στοιχεία θέλουν να καταρρίψουν τον μύθο γύρω από τα blue zones, περιοχές σαν το νησί της Νταϊάνα, όπου η μακροζωία είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.
Ωστόσο, σε έρευνά του ο Θεοκλής Ζαούτης, φίλος της Νταϊάνα, πρώην πρόεδρος του ΕΟΔΥ και επιστήμονας, ανέλυσε τη χλωρίδα του εντέρου σε ανθρώπους κάτω των πέντε ετών και άνω των ογδόντα πέντε σε Ικαρία και Αστυπάλαια. Τα αποτελέσματα των γηραιών Ικαριωτών ήταν καλύτερα και από αυτά των κατοίκων της Αστυπάλαιας και από των μικρών παιδιών συνολικά. Δεν είναι, όμως, μόνο η «επιστήμη» της μεσογειακής διατροφής που βρίσκεται ασυνείδητα στο DNA μας αλλά και οι κοινωνικές αξίες γύρω από αυτή.
«Blue zone από blue zone διαφέρει», εξηγεί η Νταϊάνα, είτε αυτό οφείλεται στο ικαριώτικο χώμα, είτε στην απομονωμένη γεωγραφική θέση του νησιού, είτε στη νοοτροπία των ντόπιων.
«Μιλάμε και για ένα ανέκαθεν “ασήμαντο” νησί, δίχως εμπόριο, από όπου ήταν πάρα πολύ δύσκολο να φύγεις», επισημαίνει. «Έπρεπε να είσαι βαρβάτος ναυτικός για να ταξιδέψεις το Ικάριο Πέλαγος. Οπότε οι άνθρωποι έπρεπε να μάθουν να συμβιώνουν αρμονικά». Ο αρχιεπίσκοπος της Σάμου, Ιωσήφ Γεωργερίνης, εξέδωσε ένα βιβλίο το 1678 όπου κατέγραψε τη ζωή του στην Ικαρία. Δεν είχε δει πουθενά αλλού τόσο φτωχό κόσμο και συνάμα τόσο ευτυχισμένο.
Για όσους δεν ξέρουν, στην Ικαρία είναι σε περίοπτη θέση το πασχαλιάτικο έθιμο του «μνημόσυνου». Παλιότερα, οι πιο εύπορες οικογένειες έκαναν μια δωρεά στον σύλλογο του νησιού, για να καταλήξει σε ένα «κοινό καζάνι». Έπειτα, στο χωριό γινόταν ένα τεράστιο γλέντι, όπου ο καθένας μπορούσε να φέρει το κρασί του ή το τυρί του, αλλά το κρέας ήταν διαθέσιμο δωρεάν για όλους.
«Τα παλιά χρόνια υπήρχε τέτοια φτώχεια στο νησί, που όσοι δεν είχαν τίποτα μπορούσαν, έστω και λίγο, να απολαύσουν κρέας μια-δυο φορές τον χρόνο, χωρίς ντροπή. Υπάρχει ακόμα αυτό το αίσθημα της αλληλεγγύης στο νησί, και ελπίζω να μη χαθεί», μου λέει η Νταϊάνα γεμάτη υπερηφάνεια.
Ίσως εκεί βρίσκεται ένα από τα μυστικά της μακροζωίας της Ικαρίας: το χρήμα και ο χρόνος αξιολογούνται διαφορετικά στο νησί. «Όλοι γελάμε με το “τα ρολόγια και η ταλαιπωρία δεν χωράνε στην Ικαρία”, αλλά ισχύει. Έχω να φορέσω ρολόι δεκαπέντε χρόνια», μου λέει και σηκώνει τον καρπό της να τον δω. «Άργησα δύο ώρες στον γάμο μου και όταν έφτασα στην εκκλησία, ο παπάς δεν είχε φτάσει ακόμα», γελάει.
«Για μένα, το “optimization” και το “efficiency” πρέπει να βγουν από το λεξιλόγιό μας γιατί μας βάζουν σε μια απάνθρωπη πορεία. Και τι έγινε αν αργήσεις;» μου λέει και σκέφτομαι πόσο εξαρτάται η ζωή μου από την κατά δύο λεπτά ταχύτερη εναλλακτική διαδρομή του Google Maps.
Μιλώντας για τον χρόνο, η Νταϊάνα θυμάται τον πατέρα της, ο οποίος έζησε μέχρι τα 93 του. Δούλευε ως δικηγόρος στην Αθήνα, αλλά κάθε φορά που πήγαινε στο χωριό, ήταν τιμώμενο πρόσωπο. Στο καφενείο ερχόταν κόσμος να ζητήσει τη συμβουλή του. «Οι γέροι άνθρωποι έχουν παρέα, ακόμα και τα μικρά παιδιά. Δεν χάνεις την αξία σου, είσαι χρήσιμος μέχρι τα τελευταία σου χρόνια».
Άλλωστε, το ζήτημα δεν είναι απλώς να ζεις πολύ αλλά να ζεις καλά και όσο μπορείς να προσφέρεις. Η Νταϊάνα ελπίζει, ακόμα και στα εξήντα έξι της, υπό τις σωστές συνθήκες και με τη σωστή παρέα, να χορεύει τσιφτετέλι σε τραπέζι πανηγυριού στις 5 το πρωί. Όχι μόνο γιατί θα θέλει, αλλά επειδή θα μπορεί.
«Δεν είμαι επιστήμονας, απλώς ξέρω ότι υπάρχουν κάποιες αξίες που κουβαλάμε στο DNA μας. Και νομίζω αυτό είναι κάτι που ξεχωρίζει την Ικαρία από άλλα μέρη του κόσμου και ίσως και από άλλα blue zones».
«Στη μακροζωία πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και το τυχαίο»
Τα βιβλία και η έρευνα έδωσαν πραγματικά την ευκαιρία στην Νταϊάνα να μιλήσει για την ελληνική κουζίνα, κάνοντας όχι μια επιφανειακή ωδή στο ελαιόλαδο και στην φέτα αλλά αναδεικνύοντας τον ελληνικό πολιτισμό μέσα από το γαστρονομικό πρίσμα.
«Μου πήρε οκτώ χρόνια για να ερευνήσω και να γράψω το “Η Ελλάδα της γεύσης”. Ταξίδευα σε όλη την Ελλάδα με ένα μωρό στην πλάτη και αναζητούσα συνταγές από χωριά και κωμοπόλεις», αναπολεί με ενθουσιασμό».
Στη μακροζωία πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και το τυχαίο, που όταν προσπαθείς να τα προγραμματίσεις όλα, σού δημιουργεί ανησυχία και άγχος.
Η μαγεία του τυχαίου, του αυθόρμητου, της εξερεύνησης, χάνεται με τη συστηματοποίηση της καθημερινότητας. Στηρίζουμε τη ζωή μας όλη σε wearables και λογισμικά που μας λένε «δεν έχεις κοιμηθεί αρκετά», «δεν έχεις περπατήσει αρκετά», «δεν έχεις φάει αρκετά φρούτα».
«Χρήσιμα όλα αυτά», λέει η Νταϊάνα, «αλλά στη μακροζωία πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και το τυχαίο, που όταν προσπαθείς να τα προγραμματίσεις όλα, σού δημιουργεί ανησυχία και άγχος».
Στα μαθήματα μαγειρικής που κάνει μέχρι σήμερα στην Ικαρία προτρέπει τους/τις συμμετέχοντες/-ουσες να αφήσουν τις συνταγές στην τσάντα, έστω την πρώτη μέρα. Μου περιγράφει περιστατικά από μαθητές της που αγχώνονται με τα κουταλάκια του γλυκού και τις δοσολογίες. «Μην έχεις άγχος, ρε παιδί μου. Δεν κάνεις εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς. Φτιάχνεις φασολάκια, δηλαδή έλεος», μου λέει, ενώ παραδέχεται ότι έτσι πολλές φορές χάνεται το νόημα.
«Το νόημα είναι η δοτικότητα, η χαρά τού να δημιουργείς κάτι, η τριβή με κάποιες πολύ βασικές πρώτες ύλες, η μεσογειακή διατροφή και πώς όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους», συμπληρώνει.
Χωράει η τεχνολογία στην κουζίνα;
Καθώς συζητάμε. εύλογα αναρωτιέμαι αν η δημιουργικότητα θυσιάζεται στον βωμό της «έξυπνης κουζίνας». Η Νταϊάνα μου αποκαλύπτει ότι σε ένα συνέδριο στο Culinary Institute of America στην Καλιφόρνια άκουσε έναν όρο που δεν είχε ξανασυναντήσει, το λεγόμενο «scratch kitchen».
Μάλλον έχετε πετύχει κι εσείς τη Nara Smith στο TikTok, τη βασίλισσα του «from scratch». Το concept είναι απλό: φτιάχνεις κάτι με αγνά υλικά, από την αρχή. Η Nara δεν χτυπάει απλώς το δικό της βούτυρο αλλά φτιάχνει σπιτικό ψωμί και δημητριακά, κάτι που στα social media λανσάρεται ως η νέα καυτή τάση και χαρακτηριστικό της «trad wife», αλλιώς εμβληματικής νοικοκυράς και συζύγου.
Η Νταϊάνα βρίσκει το concept αστείο. «Άρα μιλάμε για πραγματική μαγειρική; Μάλλον τώρα που είναι όλα έτοιμα και επεξεργασμένα, της βρήκαμε καινούργιο όρο», λέει προτού απαντήσει μια κλήση του 24χρονου γιου της, στον οποίο υποσχέθηκε χοιρινά παϊδάκια για μεσημεριανό.
Με αφορμή το ταπεράκι, βρίσκω την ευκαιρία να τη ρωτήσω για το συνθετικό κρέας, το οποίο προβάλλεται ως το μέλλον της περιβαλλοντικής και διατροφικής βιωσιμότητας. «Ο Νο1 κανόνας για μένα είναι να μαγειρεύει κάποιος αληθινό φαγητό, με αγνά υλικά της εποχής», απαντά ξεκαθαρίζοντας πώς αν είναι να χρησιμοποιήσει κάποιος την τεχνολογία στη διατροφή, ας είναι οι υδροπονικοί εσωτερικοί κήποι για βότανα.
Η Νταϊάνα προτιμά να φάει λιγότερο κρέας από το να φάει κάτι συνθετικό, φτιαγμένο σε εργαστήριο. Μάλιστα, τονίζει πώς «αυτή η corporate προσέγγιση στο φαγητό είναι η λάθος κατεύθυνση. Αν θέλετε βιωσιμότητα, φέρτε πίσω τους κοινοτικούς κήπους, να μπορούμε να καλλιεργούμε το φαγητό μας ακόμα και στο κέντρο της Αθήνας».
Αυτή ακριβώς τη φιλοσοφία προωθεί στα μαθήματα μαγειρικής που κάνει σήμερα στην Ικαρία, ένα side hustle που ξεκίνησε το 2002. Πολύ προτού το νησί αποκτήσει τη φήμη και τους λεγόμενους «γκρούβαλους», έβρισκες εκεί ένα πιο ώριμο κοινό, κουλτουριάρηδες που ήθελαν να ανακαλύψουν μέρη πέρα από τη Μύκονο και τη Σαντορίνη και να μάθουν τη βιώσιμη διατροφή και της μακροζωία.
«Άφηνα αφίσες στο παρμπρίζ των αμαξιών που ήταν παρκαρισμένα σε όλη την παραλία για να προσελκύσω κόσμο. Τα παιδιά μου και η οικογένειά μου ντρέπονταν», λέει γελώντας και πίνει μια τελευταία γουλιά από τον καφέ της.
Προτού χωρίσουν οι δρόμοι μας, βγάζω στο τραπέζι ένα λευκό Καρέλια και η Νταϊάνα μου ζητάει να της στρίψω ένα τσιγάρο. «Φοβερός τρόπος να λήξουμε μια δίωρη κουβέντα για την υγεία και τη μακροζωία», λέει γελώντας, ενώ της δίνω τον αναπτήρα μου.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο δεύτερο τεύχος του WIRED Greece. Γίνε συνδρομητής εδώ.