The kids aren’t alright… Χρειάστηκαν δύο τραγικοί θάνατοι για να ρίξει μία ματιά ο πολιτικός και δημοσιογραφικός κόσμος της χώρας στους εφήβους και στην ψυχική τους υγεία. Η συζήτηση αυτή όμως εστιάζει σε λανθασμένα στοιχεία, ψάχνοντας αποδιοπομπαίους τράγους που να είναι εύκολα αντιληπτοί στους «μεγαλύτερους». Είναι μήπως τα κοινωνικά δίκτυα που οδηγούν παιδιά στην κατάθλιψη, ή ο διαδικτυακός εκφοβισμός, ή μήπως όλα οφείλονται στις Πανελλήνιες;
Δυστυχώς όμως, η κρίση ψυχικής υγείας στους νέους (και ναι, είναι κρίση) αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο και αφορά όλες τις δυτικές κοινωνίες με δημογραφικό πρόβλημα και πληθυσμό σε γήρανση. Με άλλα λόγια, το θέμα της ψυχικής υγείας των νέων έχει κοινωνικές, οικονομικές και εν τέλει πολιτικές ρίζες. Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις.
Ας δούμε λοιπόν μερικά στοιχεία. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και τις επιδημιολογικές μελέτες του περιοδικού Lancet, οι διαταραχές ψυχικής υγείας στον γενικό πληθυσμό σημείωσαν αύξηση της τάξεως του 25% κατά την περίοδο της πανδημίας, ενώ τα συνολικά περιστατικά άγχους και κατάθλιψης έχουν υπερδιπλασιαστεί τις τελευταίες δεκαετίες. Ωστόσο, η πιο ραγδαία επιδείνωση παρατηρείται στις ηλικίες 10-24. Όπως αναδεικνύει ο Jonathan Haidt στο best-seller βιβλίο του, Η Γενιά του Άγχους (εκδ. Παπασωτηρίου, 2024), βασιζόμενος σε κρατικά δεδομένα των ΗΠΑ και της Βρετανίας, τα ποσοστά κατάθλιψης στους εφήβους αυξήθηκαν άνω του 130% από το 2010 έως το 2022.
Δυστυχώς, η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ειδικά ως προς την αύξηση των αγχωδών διαταραχών στους νέους (Εικόνα 1). Τα μοντέλα του Institute for Health Metrics and Evaluation υπολογίζουν ότι 17% των νέων (10 με 24 ετών) στην Ελλάδα (δηλαδή σχεδόν 1 στους 5) έχει διαγνωστεί επίσημα με μία μορφή αγχώδους διαταραχής. Παράλληλα, σύμφωνα με έρευνα του diaNEOsis (2022), το 38,9% των νέων ηλικίας 17–24 ετών δηλώνει ότι η κακή ψυχική υγεία είναι το πρόβλημα που τους απασχολεί περισσότερο.

Η ΕΛΣΤΑΤ (2019) καταγράφει ότι το 15,2% των παιδιών ηλικίας 5–14 βιώνει άγχος, νευρικότητα ή ανησυχία τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Σε ευρωπαϊκές συγκριτικές μετρήσεις, η Ελλάδα κατατάχθηκε το 2022 δεύτερη σε ολόκληρη την ΕΕ ως προς το ποσοστό ενηλίκων σε κίνδυνο κατάθλιψης, πίσω μόνο από την Πολωνία. Στους νέους τα ποσοστά και ο ρυθμός αύξησης της κατάθλιψης είναι ακόμα μεγαλύτερα (Εικόνα 2).

Η αύξηση αυτή δείχνει να ξεκίνησε μετά την χρηματοοικονομική κρίση του 2008 και την κρίση χρέους στην Ελλάδα από το 2009. Υπάρχουν ήδη πολλές μελέτες ως προς την επίδραση της κρίσης στη χώρα μας, με τα δεδομένα να δείχνουν μεγάλη αύξηση στις αυτοκτονίες, ειδικά στους άντρες παραγωγικής ηλικίας. Συγκεκριμένα, οι αυτοκτονίες ανδρών παρουσίασαν απότομη αύξηση 13,1% αμέσως μετά τον Οκτώβριο του 2008, με την έναρξη της ύφεσης και περεταίρω αύξηση 18.5% μετά τον Ιούνιο του 2011.
Η ψυχική υγεία των νέων όμως δεν ακολουθεί αυτό το μοτίβο, εφόσον επιταχύνθηκε σχεδόν με εκθετικό ρυθμό από το 2019 και μετά· μία περίοδο που πολλοί συνδέουν με την πανδημία. Πράγματι, τα lockdowns είχαν επίδραση σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Σύμφωνα με μελέτη στο Lancet, η επικράτηση αγχωδών και καταθλιπτικών διαταραχών αυξήθηκε παγκοσμίως κατά περίπου 25% μόνο μέσα στο 2020. Παγκοσμίως τα lockdowns συνδέθηκαν με αυξήσεις στα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και διαταραχών όπως η ανορεξία και το λεγόμενο brain fog (γνωσιακή σύγχυση δηλαδή). Είναι ακόμα άγνωστο εάν η αιτία ήταν αποκλειστικά η κοινωνική απομόνωση, ή εάν ο ίδιος ο ιός είχε και βιολογικές επιδράσεις στον εγκέφαλο (δηλαδή το σύνδρομο long Covid). Ειδικότερα στα παιδιά, νέα στοιχεία δείχνουν ότι τα lockdowns επηρέασαν τον ρυθμό ανάπτυξης τους σε βασικές ικανότητες και στη γλώσσα. Ανασκόπηση του 2024 στο Journal of Child Psychology and Psychiatry καταλήγει σε «αυξανόμενες ενδείξεις» καθυστερήσεων στην ανάπτυξη του λόγου, ιδιαίτερα σε παιδιά από κοινωνικοοικονομικά ευάλωτα στρώματα.
Όμως οι εξηγήσεις αυτές δεν αφορούν ειδικά τους εφήβους, όπου παρατηρείται η μεγαλύτερη αύξηση. Ενώ τα lockdowns της πανδημίας ουσιαστικά τελείωσαν πριν από μισή δεκαετία. Οπότε τι συμβαίνει με τους νέους;
Για πολλές κυβερνήσεις ανά τον κόσμο, το πρόβλημα είναι τα κοινωνικά δίκτυα και ειδικότερα πλατφόρμες όπως το TikTok, που είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στους εφήβους και χαρακτηρίζονται από το λεγόμενο doomscrolling (την συνεχή εναλλαγή ολιγόλεπτων βίντεο με βάση τον εξατομικευμένο αλγόριθμο). Υπάρχουν πράγματι μελέτες που δείχνουν στατιστική συσχέτιση μεταξύ των δύο. Με άλλα λόγια, όσες περισσότερες ώρες περνά ένας έφηβος σε διαδικτυακές πλατφόρμες, τόσο περισσότερη πιθανότητα υπάρχει να δηλώσει άγχος ή κατάθλιψη. Οι μελέτες αυτές δίνουν πάτημα λοιπόν σε κυβερνήσεις σε χώρες όπως η Αυστραλία (απαγόρευση για κάτω των 16 από τον Δεκέμβριο 2025), η Γαλλία και, πιο πρόσφατα, η Ελλάδα να νομοθετήσουν απαγορεύσεις στη χρήση κοινωνικών δικτύων όπως το TikTok, το Instagram και το Facebook. Οι επιστήμονες αναμένουν να μελετήσουν την επίδραση και αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων. Ειδικοί στο θέμα όπως η καθηγήτρια Amy Orben του Πανεπιστημίου Cambridge «κρατούν μικρό καλάθι»: σε ανασκόπησή της στο Nature Reviews Psychology (2024) επισημαίνει ότι τα ερευνητικά δεδομένα παραμένουν ανάμικτα και ασαφή, ενώ νεότερες διαχρονικές μελέτες υποδεικνύουν αντίστροφη αιτιότητα, δηλαδή ότι οι νέοι μπορεί ενδεχομένως στρέφονται στα κοινωνικά δίκτυα επειδή ακριβώς έχουν ήδη άγχος ή κατάθλιψη. Η απαγόρευση δύναται λοιπόν να στερήσει από τους νέους μία δίοδο εκτόνωσης και κοινωνικοποίησης.
Άλλοι μελετητές στο θέμα, ίσως πιο αμφιλεγόμενοι, όπως οι Greg Lukianoff και Jonathan Haidt στο The Coddling of the American Mind (2018), δεν διστάζουν να συμπεριλάβουν τους γονείς στις αναλύσεις τους. Σύμφωνα με αυτούς, η αύξηση των ψυχικών διαταραχών στην λεγόμενη ‘γενιά Ζ’ είναι εν μέρει αποτέλεσμα του γονεϊκού στυλ, το οποίο τα τελευταία χρόνια εστιάζει στην γνωσιακή ανάλυση όταν το παιδί διακατέχεται από αρνητικά συναισθήματα (π.χ., «πες μου τι αισθάνεσαι;», «γιατί νιώθεις ότι οι φίλοι σου σε αποκλείουν στο σχολείο» κλπ). Η προσέγγιση αυτή, αν και συμπονετική, μπορεί τελικά να είναι αναποτελεσματική σε νέες ηλικίες, όπου η γλωσσική ικανότητα και κοινωνική ωριμότητα δεν είναι ακόμα ωριμασμένες. Ενδεικτικά, ανασκόπηση των Foulkes και Στριγγάρη (2023) διαπιστώνει ότι ορισμένες σχολικές παρεμβάσεις βασισμένες στη γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία (CBT) έχουν προκαλέσει αύξηση των συμπτωμάτων άγχους και κατάθλιψης στους εφήβους.
Το πρόβλημα όμως με όλες αυτές τις στατιστικές συσχετίσεις είναι ότι βασίζονται συνήθως σε ποσοτικά και όχι ποιοτικά στοιχεία. Αν ρωτήσει κανείς τους νέους ευθέως για τις αιτίες του άγχους τους, σχεδόν κανείς δεν θα αναφέρει τα κοινωνικά δίκτυα, την πανδημία ή το γονεϊκό στυλ. Μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα οι νέοι μαθαίνουν να αισθάνονται ως μέρος μίας παγκόσμιας κοινότητας, με τα ίδια αστεία, λεξιλόγιο και memes με συνομήλικους τους ανά τον κόσμο. Μαθαίνουν επίσης να εκτιμούν την διαφορετικότητα και να δημιουργούν κοινότητες αλληλοστήριξης και αποδοχής.
Αντίθετα, αυτό που φαίνεται να τους απασχολεί σχεδόν πάντα είναι η πίεση να πετύχουν, στην κοινωνική, οικονομική και επαγγελματική σφαίρα. Η επίδοση στις εξετάσεις, η επιτυχία στις σχέσεις, ο γρήγορος πλουτισμός και η πραγματοποίηση των επαγγελματικών και μη ονείρων, είναι αυτό που τους απασχολεί. Συγκριτικά με τις προηγούμενες γενιές, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι η «επιτυχία» είναι πλέον πολύ πιο δύσκολη. Οι δυτικές κοινωνίες γερνούν, οι μισθοί υπολείπονται του πληθωρισμού και οι νέοι είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης, σε μία παγκοσμιοποιημένη οικονομία που αλλάζει ραγδαία με την άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης.
Τα όνειρα για μία σταθερή δουλειά, για ένα σπίτι χωρίς συγκατοίκους και για μία οικογένεια με παιδιά, γίνονται όλο και πιο μακρινά. Τι έχει λοιπόν αλλάξει συγκριτικά με μία παιδική ηλικία πριν το 2008 και εκθετικά από την πανδημία και μετά; Η απάντηση δεν είναι άλλη από την ανισότητα στην κατανομή του παγκόσμιου πλούτου. Οι αριθμοί είναι σοκαριστικοί: σύμφωνα με την Oxfam, οι δέκα πλουσιότεροι άνθρωποι του πλανήτη διπλασίασαν τον πλούτο τους μέσα στους πρώτους είκοσι μήνες της πανδημίας. Το ρευστό που συσσωρεύτηκε κατά τη διάρκεια των lockdown κατέληξε σε μετοχές AI, cryptocurrency και ακίνητα, δημιουργώντας επίμονες «φούσκες» σε όλους αυτούς τους τομείς. Οι νέοι βλέπουν αυτή την ανισότητα παντού και ειδικά στο διαδίκτυο, όπου η πολυτέλεια προβάλλεται συνεχώς και οι κάθε λογής influencers βομβαρδίζουν με παραμύθια επιτυχίας και στρατηγικές γρήγορου χρήματος.
Ειδικά στην Ελλάδα, η ανισότητα δεν είναι μόνο οικονομική αλλά έχει και κοινωνικά χαρακτηριστικά, καθώς η χώρα μας χαρακτηρίζεται από ένα διαχρονικό πελατειακό σύστημα. Οι νέοι λοιπόν ακούν διακαώς για τη σημασία της «αριστείας», αλλά γρήγορα αντιλαμβάνονται ότι όταν τα πτυχία των πολιτικών και επιτυχημένων είναι πλαστά, ο όρος μάλλον παραπέμπει σε αριστοκρατία, παρά αξιοκρατία. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι δεν έχει ανακοπεί ουσιαστικά το φαινόμενο του brain drain, παρά την αύξηση του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat (Μάιος 2026), το 2025 ζούσαν εκτός Έλλαδας 128.500 Έλληνες πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 20–64 ετών, με αύξηση 12,1% σε σχέση με ένα μόλις χρόνο πριν.

Η ψυχική υγεία των νέων είναι λοιπόν αμιγώς κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα που αφορά τις δυτικές κοινωνίες παγκοσμίως. Αλλά ειδικά στη χώρα μας, η αύξηση του άγχους συγκεκριμένα λαμβάνει εκθετικούς ρυθμούς, ειδικά τα τελευταία 4 χρόνια. Εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν. Οι κοινωνικοί φορείς και οι πολιτικοί του προοδευτικού τόξου πρέπει να αντιληφθούν την κρισιμότητα της κατάστασης και να μιλήσουν ευθέως στους νέους που αποζητούν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους με αξιοπρέπεια σε μία παγκοσμιοποιημένη κοινωνία άκρατου ανταγωνισμού που ακόμα μοιάζει «ξένη» στους μεγαλύτερούς τους.
*Ο Αλέξανδρος Τσομπανίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής-ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Cambridge με ειδίκευση στον αυτισμό και την νευρο-ανάπτυξη στα παιδιά.