02.09.2026
10’ READ TIME
Νικόλας Κατσαούνης

Πώς το μαύρο χρήμα έγινε lifestyle

Η σχέση της επιδεικτικής κατανάλωσης και των προτύπων πλουτισμού που βλέπουμε γύρω μας με το παγκόσμιο έγκλημα είναι πιο μεγάλη – και πιο άβολη – από ό,τι θα θέλαμε να παραδεχτούμε.
Φωτ.: Getty Images
Billboard 1

Τον Νοέμβριο του 2019, ένας 19χρονος νεαρός, ονόματι Zac Brettler, έπεσε από το μπαλκόνι ενός πολυτελούς κτηρίου του Λονδίνου. Εντελώς συμπτωματικά, την πτώση του κατέγραψαν οι κάμερες ασφαλείας της βρετανικής κατασκοπείας που βρίσκεται απέναντι από το κτήριο. Ο θάνατός του θεωρήθηκε τότε αυτοκτονία.

Αργότερα, το 2024, ο δημοσιογράφος Patrick Radden Keefe σε άρθρο του στο New Yorker, και αργότερα στο βιβλίο του «London Falling», ξετυλίγει το κουβάρι του θανάτου τού Zac. Περιγράφει έναν νεαρό, τυφλωμένο από τα πλούτη των συμμαθητών του ιδιωτικού σχολείου όπου φοιτούσε –πολλοί εκ των οποίων γόνοι πλούσιων ξένων–, θαμπωμένο από την επιδεικτική κατανάλωση που έβλεπε σε ορισμένους κοινωνικούς κύκλους του Λονδίνου, και επηρεασμένο από τις προσλαμβάνουσές του από τα social media όπου αυτές οι συμπεριφορές υπερπροβάλλονται. Αποφασισμένος να γίνει και αυτός πλούσιος, και θέλοντας να μοιάσει με τους «επιφανείς» του Λονδίνου, άρχισε να προσποιείται σε διάφορους κύκλους ότι είναι γιος Ρώσου ολιγάρχη προσπαθώντας να κλείσει «deals».

Στην πορεία, ο Keefe ιχνηλατεί ένα δίκτυο διαπλεκόμενων μικρο-απατεώνων και μεγαλο-απατεώνων, αδίστακτων gangster, διαπλεκόμενων πολιτικών, έντιμων και ανέντιμων αστυνομικών, Ρώσων και άλλων ολιγαρχών. Όλοι αυτοί, μετά την κατάρρευση του σοβιετικού block και την απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Δύσης που επέτρεψε την εύκολη μεταφορά χρημάτων χωρίς κανέναν έλεγχο της προέλευσής τους, μετέτρεψαν το Λονδίνο και άλλες πόλεις σε οάσεις κάθε είδους κεφαλαίου. Με ένα επίχρισμα νομιμότητας και χλιδής, σοβεί ένας υπόκοσμος στον οποίο όλοι έχουν κίνητρο να συμμετέχουν, όλοι έχουν κίνητρο να σιωπούν, και όλοι προσποιούνται ότι τα λεφτά που διακινούν είναι νόμιμα –ενώ σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι καν δικά τους.

Για να καταλάβει κανείς, όμως, το περιβάλλον που περιγράφει ο δημοσιογράφος, πρέπει να πάει πιο πίσω –πρέπει να ανατρέξει στις γενεσιουργές αιτίες του.

Στο βιβλίο του «McMafia», ο Misha Glenny περιγράφει σε βάθος την παγκοσμιοποίηση της μαφίας μετά την πτώση του σοβιετικού μπλοκ και τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Στη Ρωσία ένα κοκτέιλ γραφειοκρατών, οργανωμένων συμμοριών και στελεχών των σωμάτων ασφαλείας, όπως και ορισμένων ιδιοφυών πλην αδίστακτων επιχειρηματιών, που αργότερα θα ονομάζονταν ολιγάρχες, δημιούργησαν ένα σύστημα που καταλήστευσε κυριολεκτικά τη χώρα, για να τη θέσει τελικά υπό τον έλεγχό του.

Το κενό που δημιούργησε η κατάρρευση του συστήματος και η βίαια φιλελευθεροποίηση της οικονομίας επέτρεψε στους ολιγάρχες να αγοράσουν τη χώρα μπιρ παρά. Ενώ οι τιμές της αγοράς είχαν απελευθερωθεί, περιέργως, οι τιμές των πρώτων υλών παρέμεναν στα σοβιετικά, επιδοτούμενα επίπεδα. Οι δημόσιες εταιρείες υποχρεώνονταν να πουλάνε πρώτες ύλες –όπως διαμάντια και πετρέλαιο– σε σοβιετικές τιμές, τις οποίες οι ολιγάρχες πουλούσαν στις διεθνείς αγορές σε τιμές αγοράς. Παράλληλα, με ένα μείγμα πολιτικής διαπλοκής και χρήματος κατάφεραν να πάρουν τεράστιους δημόσιους κολοσσούς υπό τον έλεγχό τους.

Οι μαφιόζοι, που και αυτοί δημιούργησαν τα δίκτυά τους, έπαιξαν τον ρόλο τους στο αναδυόμενο σύστημα. Πουλούσαν προστασία στους ολιγάρχες και παράλληλα οι ολιγάρχες τούς χρησιμοποιούσαν ως ιδιωτικούς στρατούς. Εισέπρατταν χρέη και ρύθμιζαν τις μεταξύ τους σχέσεις σε άτυπα αλλά αναγνωρισμένα μεταξύ τους συμβούλια. Όταν αυτά δεν έφταναν σε συμφωνία, ξεσπούσε βία. Σε ένα σύστημα που δεν είχε θεσμική γνώση εφαρμογής ιδιωτικού συμβολαίου σε περιβάλλον απελευθερωμένης αγοράς, οι ομάδες αυτές δρούσαν ως ένα άτυπο, αλλά και βίαιο σύστημα εφαρμογής συμβολαίων.

Οι νυν διεφθαρμένοι γραφειοκράτες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης χρησιμοποιούσαν το μόνο πράγμα που τους είχε μείνει για να βγάζουν χρήματα: τη σφραγίδα του κράτους. Ήξεραν πού είναι οι πόροι, άλλαζαν αποφάσεις εν μία νυκτί, και κυρίως, εξασφάλιζαν ότι οι αποφάσεις που υπαγόρευαν τα κέντρα διαπλοκής είχαν τη σφραγίδα της νομιμότητας.

Τα στελέχη των σωμάτων ασφαλείας κυρίως της KGB και της MVD, όντας μέλη ιδιαίτερα στυγνών οργανισμών, ήξεραν τους διαδρόμους της εξουσίας και τους μηχανισμούς της διαφθοράς. Αλλά το σημαντικότερο, είχαν τη γνώση και εμπειρία που τους επέτρεπε να διαχειριστούν τα κέντρα εξουσίας του νέου αναρχικού συστήματος. Περνούσαν την περιστρεφόμενη πόρτα της πολιτικής εξουσίας, της διαφθοράς, και αυτής της ιδιότυπης ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Τελικά, πήραν επισήμως την εξουσία από τους ολιγάρχες μέσω του Πούτιν: ως μέρος της παλιάς κρατικής ελίτ του μηχανισμού ασφαλείας, είχαν την απαραίτητη γνώση να καταλάβουν την εξουσία σε ένα κράτος που είχε ήδη διαβρωθεί από την ιδιωτικοποίηση, τις ολιγαρχικές δομές και τα εγκληματικά δίκτυα. Ο δύσμοιρος λαός δεν μπορούσε να αντιδράσει, περνώντας από τη μιζέρια του κομμουνιστικού καθεστώτος στην ανέχεια που προκάλεσε αυτή η βίαιη πολιτική και οικονομική μετάβαση.

Το παζλ αυτού του δικτύου συμπληρώνεται από τα Βαλκάνια, τα οποία έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, γιατί βρίσκονται στη συμβολή Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου. Παράλληλα με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, εκτυλίσσεται η διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας και η αποδέσμευση της Βουλγαρίας από την επιρροή της Μόσχας. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και η επιβολή κυρώσεων στη ήδη φτωχοποιημένη Σερβία και Κροατία, παράλληλα με τις μεταβολές του διεθνούς συστήματος παγίωσαν την οργάνωση της μαφίας των Βαλκανίων. Όπως και στην περίπτωση της Ρωσίας, μαφίες με επαφές στον πολιτικό κόσμο εκμεταλλεύτηκαν την πολιτική αναταραχή για να μεταφέρουν τα παράνομα αγαθά για τα οποία διψούσε η Δύση στην οποία ήθελαν πρόσβαση οι παραγωγές χώρες. Όπλα και sex trafficking από τη Ρωσία, ηρωίνη από την Ανατολή, κοκαΐνη από τη Nότια Aμερική και τεράστιες ποσότητες παράνομων τσιγάρων. Στην εισαγωγή των παράνομων αγαθών, και τη διακίνηση εργατών και δύσμοιρων γυναικών που συχνά δεν γνώριζαν τη μοίρα που τις περίμενε, βοήθησαν τα διάτρητα σύνορα και οι διεφθαρμένοι παράγοντες των χωρών που συνεργάζονταν με τις μαφίες.

Τα δισεκατομμύρια που απέφεραν αυτές οι δραστηριότητες έπρεπε κάπως να νομιμοποιηθούν, δηλαδή να «ξεπλυθούν». Εδώ οι τράπεζες του πλέον απελευθερωμένου παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά και της Ε.Ε. έπλυναν τα λευκότερα λευκά. Η Κύπρος, στο απόγειο της τραπεζικής της δραστηριότητας, ξέπλενε 1 δις τον μήνα. Η Ελβετία και άλλες χώρες έλαβαν εξίσου μεγάλο μέρος αυτών των ποσών, ηθελημένα, άθελα ή, κυρίως, χωρίς να θέλουν να ξέρουν. Η τεράστια μετανάστευση Ρώσων εβραϊκής καταγωγής στο Ισραήλ, μεταξύ των οποίων και μαφιόζοι, επέτρεψε σε ρωσικά δίκτυα να οργανώσουν και εκεί τις δραστηριότητές τους. Και τέλος, το σημαντικότερο, το real estate αποδείχθηκε πλυντήριο υψηλών επιδόσεων με λαμπρότερα παραδείγματα το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη.

Και κάπως έτσι δημιουργήθηκαν οι ροές που εξυπηρετούσαν κάθε «πάθος» των ακμαζουσών δυτικών κοινωνιών. Τα παράνομα αγαθά έρρεαν προς τα αστικά κέντρα πλούσιων χωρών, με διακινητές, αρχιμαφιόζους και απατεώνες κάθε διαμετρήματος, και διεφθαρμένους δημόσιους λειτουργούς να είναι γρανάζια αυτής της καλολαδωμένης μηχανής. Η Δύση με τη σειρά της, άθελά της ή εθελοτυφλώντας, παρείχε τον νομικό και χρηματιστηριακό μηχανισμό για τη νομιμοποίηση αμύθητων ποσών που προέρχονταν από τα παράνομα αγαθά που οι ίδιοι οι πολίτες της κατανάλωναν. Η διαδικασία αυτή όμως διάβρωσε τον ίδιο της τον χαρακτήρα.

Αν όλα αυτά μοιάζουν θεωρητικά, δεν είναι. Τα βλέπει κανείς κάθε μέρα δίπλα του στις κοσμοπολίτικες μεγαλουπόλεις. Στο Λονδίνο, ένας καθηγητής ιδιωτικού σχολείου σε μία κρίση ειλικρίνειας δήλωσε ότι είναι αδύνατον η διεύθυνση να ξεχωρίσει από πού προέρχεται το χρήμα των ξένων εισακτέων μαθητών –πολλοί μπορεί να είναι της μαφίας. Ο Boris Johnson είχε δηλώσει ότι το Λονδίνο «είναι για τον δισεκατομμυριούχο ό,τι είναι η ζούγκλα για τον Ουρακοτάγκο». Η Catherine Belton στο βιβλίο της «Putin’s People» περιγράφει πώς οι Ρώσοι ολιγάρχες έχουν δημιουργήσει χάος στο βρετανικό νομικό σύστημα στις περιπτώσεις που το βρετανικό κράτος δεν κάνει τα στραβά μάτια και προσπαθεί να τους ελέγξει. Αυτό συμβαίνει με την αγαστή συνεργασία βρετανικών δικηγορικών γραφείων που αμείβονται αδρά για να εκμεταλλεύονται κάθε δικονομικό ή άλλο κενό, και να κωλυσιεργούν ώστε να μην τελεσιδικούν οι υποθέσεις των Ρώσων πελατών τους. Παράλληλα μηνύουν μέχρι οικονομικής εξόντωσης όποιον τους απειλεί, ή τους ίδιους τους συμπατριώτες τους με τους οποίους έχουν διαμάχες στη Βρετανία.

Στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις βλέπει κανείς πολυτελή αυτοκίνητα και γυάλινα κτίρια με διαμερίσματα πολυτελείας, τα οποία δεν κατοικούνται. Δεν κατοικούνται γιατί δεν αγοράστηκαν για να κατοικηθούν. Αγοράστηκαν ως «ασφάλεια» για να παρκάρει κάποιος αμφιβόλου προέλευσης χρήματα και να τα ρευστόποιήσει όταν χρειαστεί. Ανάλογη χλιδή βλέπει κανείς και σε συγκεκριμένα club, που συχνά επιτρέπουν αποκλειστική πρόσβαση μόνο σε μέλη, που συγκεντρώνουν ένα μείγμα «προσωπικοτήτων» και παρατρεχάμενους με εξόφθαλμα νεοπλουτίστικη στάση.

Τα παραπάνω αντανακλώνται με περισσή γλαφυρότητα στην ηθική κατάπτωση που επικρατεί στα social media. Εκεί θα δει κανείς περσόνες να μιμούνται τον γκανγκστερισμό που βλέπουν γύρω τους, να διαφημίζουν έναν κενό πλούτο (που δεν έχουν), να πουλάνε μεθόδους γρήγορου πλουτισμού με κρυπτονομίσματα ή να εκπέμπουν μισογυνισμό. Ελκύουν έτσι, με την σειρά τους, μάζες followers που προσπαθούν να μιμηθούν αυτά τα πρότυπα.

Από όλα τα παραπάνω εντυπωσιάστηκε ο Zac Brettler και έθεσε σε κίνηση μία σειρά γεγονότων, που – στην περίπτωσή του – τελικά οδήγησαν στον θάνατό του. Όταν οι γονείς του Zac δημοσιοποίησαν την ιστορία του, άρχισαν να λαμβάνουν μηνύματα από γονείς που αναγνώριζαν στον δικό τους γιο τον ίδιο θαμπωμένο νεαρό. O Zac δεν ήταν εξαίρεση αλλά το παράγωγο – και θύμα – μιας κουλτούρας που παράγει μαζικά τέτοιες φιλοδοξίες και πλάνες. Παιδιά που ζούν σε μία κουλτούρα υπερκορεσμένη με εικόνες πλούτου και χλιδής, κενές ουσιαστικού περιεχομένου, με έναν αλγόριθμο που θολώνει τις διαφορές ανάμεσα στο ψέμα, την αλήθεια και την πραγματικότητα.

Η συνύπαρξη της οικονομίας με την παραοικονομία, τη διαφθορά, την πολιτική και τα θολά όρια μεταξύ τους είναι πανάρχαια όσο και η ανθρώπινη ιστορία. Μία πρόσφατη τηλεοπτική μεταφορά της συνύπαρξης αυτής βλέπει κανείς στους 5 κύκλους του The Wire. Η σειρά απεικονίζει με αριστουργηματικό τρόπο την πορεία του μαύρου χρήματος από το εμπόριο ναρκωτικών στη Βαλτιμόρη. H διαδρομή αυτή ξεκινά από τις συμμορίες κυρίως μάυρων που τα πουλάνε στις γωνίες και είναι τα πιόνια που μεγαλώνουν στη φτώχεια. Περνάει μέσα από τους βαρόνους που ανέβηκαν παίζοντας πιο αδίστακτα από τους άλλους το παιχνίδι, και προσπαθούν να νομιμοποιήσουν τις παράνομες δραστηριότητές τους μέσω ανθρώπων που κινούνται στα όρια της παρανομίας, ή πολιτικών που δεν ρωτούν για την προέλευση των δωρεών για τις καμπάνιες τους. Περιγράφει αριστουργηματικά και τον ρόλο των ανέντιμων αλλά και έντιμων αστυνομικών που μετέρχονται κατά καιρούς βρόμικες μεθόδους σε συμβιωτικές σχέσεις με εγκληματικά στοιχεία, προκειμένου να πιάσουν τα μεγάλα ψάρια.

Η ανθρώπινη συμπεριφορά και η ταυτότητα που διαμορφώνουμε έχουν πολλές πλευρές. Επειδή το πρωταρχικό μας ένστικτο είναι η επιβίωση, αναπτύσσουμε συμπεριφορές που προσαρμόζονται στη λογική του περιβάλλοντος στο οποίο βρισκόμαστε. Σε ένα άναρχο περιβάλλον ρέπουμε προς τον δαρβινισμό, ενώ η κοινωνική οργάνωση και το modus vivendi βρίσκεται σε μια ισορροπία ισχύος ανάμεσα σε υποκοσμικά στοιχεία. Οι ίδιοι άνθρωποι σε άλλες συνθήκες θα είχαν λειτουργήσει με τελείως άλλη λογική: πολλοί από τους αρχιμαφιόζους που κατά καιρούς έχουν φυλακιστεί ήταν τόσο δαιμόνιοι, που αν είχαν γαλουχηθεί σε ένα ευνομούμενο περιβάλλον, μπορεί να ήταν CEO μεγάλων εταιριών.

Η ιδιοφυία της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι ότι αναγνώρισε με ρεαλισμό τη ροπή του ανθρώπου προς τη βία και την αναρχία, και με ελεγκτικούς μηχανισμούς και διαχωρισμό της εξουσίας ανέδειξε την πιο ευγενική πτυχή της ανθρώπινης φύσης: τη δικαιοσύνη, την ισονομία και την ειρηνική συνύπαρξη.

Η ύβρις συνίσταται στο ότι πίστεψε πως αυτό το σύστημα θα μπορούσε να διαιωνιστεί χωρίς να συντηρείται ενεργά. Η πεποίθηση αυτή εντάθηκε μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ: η Δύση πείστηκε ότι το σύστημά της ήταν το μοναδικό και ανώτερο, και με την επικράτησή του βρεθήκαμε στο «τέλος της ιστορίας». Σχεδόν 30 χρόνια μετά, διαπιστώνουμε ότι όχι μόνο δεν βρεθήκαμε στο τέλος της ιστορίας, αλλά ότι όταν αυτό το σύστημα αρχίζει να διαβρώνεται από μέσα, η πτώση θα είναι απότομη και κατακόρυφη.

Και όπως και η Σοβιετική, κινδυνεύει να είναι και αυτή εκ των έσω.

© WIRED Greece. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση αποσπασμάτων μόνο με ενεργό σύνδεσμο προς το πρωτότυπο άρθρο και σαφή αναφορά στο WIRED Greece.
Για πλήρη αναδημοσίευση απαιτείται προηγούμενη γραπτή άδεια.
Νικόλας Κατσαούνης

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO