Στα 63 του, ο Peter Diamandis υποστηρίζει ότι η βιολογική του ηλικία είναι γύρω στα στα 39. Το επαναλαμβάνει συνεχώς, όχι για να καυχηθεί, αλλά ως κάτι δεδομένο. Κάθε μέρα, ο Peter ξυπνά, συμβουλεύεται τα wearables του, ελέγχει τις αιματολογικές του εξετάσεις, προσαρμόζει τις δόσεις με τα χάπια του και μιλάει με την αύρα κάποιου που πιστεύει, χωρίς ειρωνεία ή επιφύλαξη, ότι ο θάνατος είναι ένα τεχνικό πρόβλημα, στου οποίου τη λύση είναι πολύ κοντά.
«Ζούμε σε μια εποχή που γίνονται θαύματα», μου λέει, αισιόδοξος όπως πάντα, προσθέτοντας ότι είμαστε έτοιμοι να εισέλθουμε σε ένα σημείο καμπής στον τομέα της μακροζωίας.
«Οι πλουσιότεροι άνθρωποι είναι αυτοί που δοκιμάζουν τις θεραπείες μακροζωίας στα πρώτα τους στάδια και υπόκεινται σε πειραματισμούς προτού αυτές τελειοποιηθούν».
Ο Ρ. Diamandis είναι ο ιδρυτής του Ιδρύματος XPRIZE, συνιδρυτής του Singularity University και ο άνθρωπος πίσω από το Fountain Life, μια αλυσίδα υψηλών προδιαγραφών διαγνωστικών κλινικών που ασχολούνται με τη μακροζωία, η οποία λειτουργεί πλέον σε έξι πόλεις των ΗΠΑ ‒ σε αυτές σύντομα θα προστεθούν το Μαϊάμι και το Λος Άντζελες.
Ο ίδιος έχει πτυχίο Ιατρικής από το Harvard και Αεροδιαστημικής Μηχανικής από το MIT. Ανάλογα με το πόσο δεκτικοί είστε στην έννοια της τεχνο-ουτοπίας, ο Ρ. Diamandis είναι είτε ένας από του πιο σημαντικούς ανθρώπους που ασχολείται με το πιο σημαντικό πρόβλημα στην ιστορία της ανθρωπότητας, είτε ένας πολύ πειστικός πωλητής που βρήκε το προϊόν που όλοι θέλουν να αγοράσουν.
Κατά πάσα πιθανότητα, είναι και τα δύο ταυτόχρονα.
Πώς ξεκίνησαν όλα

Το ενδιαφέρον είναι ότι η γοητεία που ασκεί στον Ρ. Diamandis η μακροζωία έχει κάνει τον κύκλο της, αφού πρώτα πέρασε από το Διάστημα. Η ιστορία ξεκινά, όπως ο ίδιος παραδέχεται, από τους γονείς του. Ο πατέρας του ήταν γυναικολόγος που είχε σπουδάσει στην Ελλάδα και μετακόμισε στην Αμερική χωρίς να μιλάει γρι αγγλικά. Η μητέρα του, επίσης ελληνικής καταγωγής, «τον βοήθησε να περάσει τις εξετάσεις του ιατρικού συλλόγου και να τελειώσει την ειδικότητά του. Τελικά, διηύθυνε και το ιατρείο του, παρότι θα μπορούσε να είναι και η ίδια γιατρός», θυμάται.
«Μεγάλωσα σε μια οικογένεια γιατρών, οι συζητήσεις αφορούσαν πάντα την Ιατρική», εξηγεί. «Θυμάμαι ότι η γιαγιά και ο παππούς μου ζούσαν επίσης μαζί μας και όλοι περίμεναν ότι θα γίνω γιατρός».
Τον Ρ. Diamandis, ωστόσο, τον γοήτευε κάτι άλλο. Μέχρι να φτάσει την ηλικία των 8 ετών, η ανθρωπότητα είχε προσγειωθεί στη Σελήνη μέσω του προγράμματος «Απόλλων», ενώ λίγο αργότερα ξεκίνησε και το «Star Trek» ως τηλεοπτική σειρά. Αυτά τα δύο «αιχμαλώτισαν την καρδιά και την προσοχή μου», θυμάται.
Με βαριά καρδιά πήγε στην ιατρική σχολή, κάνοντας όμως την εξής ρεαλιστική σκέψη: το να γίνει γιατρός, ίσως τον βοηθούσε να μπει στο πρόγραμμα αστροναυτών ‒ δεν τον βοήθησε. Τελικά, το Διάστημα έγινε πραγματικότητα μέσω των επενδύσεων, του XPRIZE και του Zero-G και μιας ολόκληρης γενιάς δισεκατομμυριούχων που αποφάσισαν ότι το τελευταίο όριο της γνώσης αποτελούσε μια επιχειρηματική ευκαιρία.
Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 2000, ωστόσο, ο Ρ. Diamandis έκανε τη στροφή που θα καθόριζε τις επόμενες δύο δεκαετίες της ζωής του. «Το παιδικό μου όνειρο να πετάξω μέχρι το Διάστημα προχωρούσε αργά», παραδέχεται.
«Αν ήθελα πραγματικά να δω τα όνειρά μου για την εξερεύνηση του Διαστήματος να γίνονται πραγματικότητα, θα έπρεπε να ζήσω πολύ περισσότερο απ’ ό,τι προβλεπόταν».
Με άλλα λόγια, η μακροζωία ξεκίνησε ως ένα προσωπικό πρόβλημα προγραμματισμού για τον Ρ. Diamandis. Πρόκειται για έναν χαρακτηριστικό τρόπο σκέψης του, έναν τολμηρό και σχεδόν αδιανόητο στόχο που μετατράπηκε σε πρακτική ανάγκη.
To τίμημα της νεότητας

Η επιστήμη που προωθεί σήμερα ο Ρ. Diamandis υπόσχεται συναρπαστικά αποτελέσματα. Ο μερικός επιγενετικός επαναπρογραμματισμός ‒η χρήση ενός υποσυνόλου των παραγόντων Yamanaka για να γυρίσει ένα κύτταρο πίσω στον χρόνο χωρίς να διαγραφεί η ταυτότητά του‒ έχει ήδη προχωρήσει. Τη στιγμή που κάνω τη συζήτηση μαζί του, η πρώτη κλινική δοκιμή σε ανθρώπους έχει πραγματοποιηθεί. Τα φάρμακα GLP-1 έχουν απροσδόκητα οφέλη σε όλα τα συστήματα οργάνων, πέρα από την αρχική τους εφαρμογή για την απώλεια βάρους. Και η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει την ανακάλυψη φαρμάκων με ρυθμό που δεν θα φανταζόταν κανείς πριν από μια δεκαετία.
Το Healthspan XPRIZE, ένα έπαθλο αξίας 101 εκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο λάνσαρε ο ίδιος ο Ρ. Diamandis, ζητά από τις διαγωνιζόμενες ομάδες να βρουν θεραπείες που μπορούν να γυρίσουν πίσω τη λειτουργική ηλικία των μυών, της γνωστικής και ανοσολογικής απόκρισης κατά 20 χρόνια ‒ και μάλιστα πρέπει η λύση να είναι προσιτή οικονομικά στο ευρύ κοινό. Αυτή η τελευταία απαίτηση είναι το σημείο όπου η συζήτηση μαζί του γίνεται ενδιαφέρουσα.
Τα τελευταία τέσσερα ή πέντε χρόνια, όπως παραδέχεται με αφοπλιστική φυσικότητα, παίρνει «περίπου 80, ίσως και περισσότερα χάπια την ημέρα».
Όταν τον ρωτώ πόσο θεμιτή είναι η μακροζωία, και συγκεκριμένα για τον μέσο αναγνώστη του WIRED Greece στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, ο Ρ. Diamandis δίνει μια απάντηση τόσο ειλικρινή που σε αφήνει άναυδο. «Οι πλουσιότεροι άνθρωποι είναι αυτοί που δοκιμάζουν τις θεραπείες μακροζωίας στα πρώτα τους στάδια και υπόκεινται σε πειραματισμούς προτού αυτές τελειοποιηθούν», παραδέχεται.
«Ο μέσος αναγνώστης του WIRED Greece», συνεχίζει, «μπορεί, λοιπόν, να ευχαριστήσει τους δισεκατομμυριούχους που γίνονται πειραματόζωα για χάρη της επιστήμης, ώστε να μπορούμε όλοι μας να δούμε τι λειτουργεί πραγματικά», προσθέτει, θέτοντας τα πράγματα σε ρεαλιστική βάση.
«Όταν κάτι λειτουργεί σωστά, γίνεται φθηνό και προσιτό σε όλους. Όλοι έχουν iPhone στις φαβέλες της Βραζιλίας», συμπληρώνει. Το κινητό τηλέφωνο, όπως αναφέρει, ξεκίνησε πράγματι ως ένα πανάκριβο παιχνίδι για τους τραπεζίτες της Wall Street.
Το κόστος της βασικής υπηρεσίας της Fountain Life ‒βασικές διαγνωστικές εξετάσεις, παρακολούθηση βιοδεικτών, γενετικές αναλύσεις‒ ξεκινά από περίπου 3.000 δολάρια τον χρόνο. Τα πακέτα για οικογένειες και εταιρείες αγγίζουν τα 85.000 δολάρια, ενώ ένα αυτόνομο διαγνωστικό πακέτο κοστίζει 10.500 δολάρια. Δεν είναι ένα προϊόν που απευθύνεται σε υπομονετικούς ανθρώπους. Προορίζεται για εκείνους που πειραματίζονται.
Ο Ρ. Diamandis έχει επίγνωση του χάσματος. Για να το γεφυρώσει απαντά με ειλικρίνεια ότι η λύση είναι η μείωση της αξίας, το όραμα του David Sinclair για ένα χάπι που θα κοστίζει 200 δολάρια τον μήνα και θα μπορούσε να κάνει τον επιγενετικό επαναπρογραμματισμό προσιτό σε όλους. Αλλά μεταξύ της σημερινής συνδρομής των μερικών δεκάδων χιλιάδων δολαρίων και αυτού του χαπιού των 200 δολαρίων υπάρχει μια απόσταση που μετριέται όχι μόνο σε χρήμα αλλά και σε χρόνια. Και τα χρόνια είναι ακριβώς αυτό με το οποίο ασχολείται ο συγκεκριμένος τομέας.
Ο ίδιος ο Ρ. Diamandis, πάντως, παραμένει ο πιο αφοσιωμένος beta tester του προϊόντος. Τα τελευταία τέσσερα ή πέντε χρόνια, όπως παραδέχεται με αφοπλιστική φυσικότητα, παίρνει «περίπου 80, ίσως και περισσότερα χάπια την ημέρα». Συμπληρώνει, ωστόσο, ότι πρόσφατα τα μείωσε σε σχεδόν 30, προσαρμόζοντας συνεχώς τη δόση του με βάση τριμηνιαίες αιμοληψίες, κάνοντας διάφορους συνδυασμούς για να δει ποιοι ακριβώς είναι οι δείκτες που επηρεάζονται. Κάποια στιγμή, ενώ κουβεντιάζουμε, τεντώνει το χέρι του εκτός οθόνης και αρπάζει μερικά χάπια, χωρίς να διακόψει καν την πρότασή του.
Τον ρωτώ αν το να παρακολουθείς τα πάντα με τέτοια εμμονή ‒τα χάπια, τις φορητές συσκευές, τους βιοδείκτες‒ σε τρώει σιγά σιγά, αν η ίδια η μέτρηση γίνεται τελικά πηγή άγχους.
«Η προσέγγισή μου είναι περισσότερο σε επίπεδο περιέργειας», λέει δίχως δισταγμό, «κι αυτό δεν μου προκαλεί άγχος, με διασκεδάζει. Αν το προσεγγίσει κανείς με κριτική σκέψη, τότε τα πράγματα είναι διαφορετικά. Είναι σαν να λες, “ω, δεν λειτούργησε αυτό ή εκείνο”. Εγώ, ωστόσο, το βλέπω ως παιχνίδι».
Πρόκειται για μια πραγματικά χρήσιμη επανατοποθέτηση και θαρρώ ότι ο Ρ. Diamandis την έχει χρησιμοποιήσει τόσο ώστε μέσω της επανάληψης της έχει δώσει υπόσταση. Υπάρχει, όμως, μια παράμετρος η οποία επαναπροσδιορίζει το πλαίσιο της προσπάθειάς του. Όταν τον ρωτώ αν αγχώνεται με όλες αυτές τις ουσίες που δοκιμάζει μου εξηγεί πως η αδελφή του Marcelle είναι επίσης γιατρός που δουλεύει στην Ελλάδα και ασχολείται με τη λειτουργική ιατρική. Όπως μας λέει, αποτελεί για εκείνον την προσωπική «δικλείδα ασφαλείας» του. Κάθε παρέμβαση, κάθε νέος συνδυασμός που εξετάζει περνά πρώτα από αυτήν.
«Τα πάντα περνούν από εκείνη», λέει. «Αν ο αντίκτυπος στο σώμα μου είναι ελάχιστος και το μόνο πραγματικό πρόβλημα είναι ότι θα κοστίσει λίγο περισσότερο, τότε είμαι πρόθυμος να το δοκιμάσω».
Το πειραματόζωο-δισεκατομμυριούχος, όπως αποδεικνύεται, έχει το δικό του δίχτυ ασφαλείας.
Τα δεδομένα είναι ακόμα σε εξέλιξη

Τον πιέζω να μου πει αν υπάρχει κάποια υπόσχεση περί μακροζωίας που είναι υπερβολική. «Υπάρχουν αμέτρητες συσκευές biohacking. Όμως τα στοιχεία που υπάρχουν γι’ αυτές ‒και μερικά είναι πολύ θετικά‒ κάνουν πραγματικά τη διαφορά;» αναρωτιέται.
«Πιστεύω ότι οι άνθρωποι πρέπει να δοκιμάζουν διάφορα και να βλέπουν οι ίδιοι τι έχει πραγματικά σημασία», συμπληρώνει. Κάνει μια παύση και στη συνέχεια διευκρινίζει τη σκέψη του με έναν τρόπο που με αιφνιδιάζει. «Πολλές φορές δοκιμάζω πράγματα που ‒πώς να το θέσω‒ μπορεί να αλλάξουν τα αποτελέσματα μιας εξέτασης αίματος, αλλά εγώ δεν νιώθω καμία διαφορά. Δεν υπάρχει καμία αντίδραση».
Ο Ray Kurzweil, μέντοράς του και πνευματικός του οδηγός, προβλέπει ότι μέχρι το 2032-33 θα έχει επιτευχθεί η ταχύτητα διαφυγής της μακροζωίας, δηλαδή το σημείο κατά το οποίο η επιστήμη θα προσθέτει περισσότερο από ένα έτος ζωής για κάθε έτος που ζούμε.
Δώστε προσοχή: Ο άνθρωπος που έχει αφιερώσει χρόνια και τεράστια προσωπική περιουσία σε προγράμματα μακροζωίας, που κάποτε έπαιρνε πάνω από 80 συμπληρώματα καθημερινά, παραδέχεται ότι ακόμα μελετά τα δεδομένα για να καταλάβει τι αποδίδει και τι όχι. «Τα καλά νέα είναι ότι βρισκόμαστε πλέον σε μια περίοδο συλλογής δεδομένων», προσθέτει καθησυχαστικά, «που θα μας επιτρέψει να καταλάβουμε πραγματικά τι είναι ωφέλιμο και τι oριακό».
Δεν υπεκφεύγει. Αν μη τι άλλο, είναι αρκετά ειλικρινής. Το πείραμα φαίνεται πως είναι ακόμα εν εξελίξει, τα αποτελέσματα δεν έχουν βγει ακόμα.
Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι η πεποίθησή του σχετικά με το timing. Ο Ray Kurzweil, μέντοράς του και πνευματικός του οδηγός, προβλέπει ότι μέχρι το 2032-33 θα έχει επιτευχθεί η ταχύτητα διαφυγής της μακροζωίας, δηλαδή το σημείο κατά το οποίο η επιστήμη θα προσθέτει περισσότερο από ένα έτος ζωής για κάθε έτος που ζούμε. Ο Diamandis πιστεύει πως έχει δίκιο.
«Η πεποίθηση του Ray, του οποίου οι προβλέψεις έχουν ποσοστό ακρίβειας 86%, είναι ότι θα φτάσουμε σε αυτό το σημείο στις αρχές της δεκαετίας του 2030. Δεν θα αλλάξουν βέβαια ξαφνικά τα πάντα μια μέρα. Η αλλαγή θα γίνει σταδιακά», διευκρινίζει.
«Οι άνθρωποι αρχίζουν να αισθάνονται καλύτερα, να φαίνονται νεότεροι, δεν χρειάζονται να συνταξιοδοτηθούν, έχουν περισσότερη ενέργεια ‒ είναι 80 ή 85 ετών και εξακολουθούν να έχουν τις πνευματικές ικανότητες και την εμφάνιση που είχαν στα 50», συμπληρώνει. «Η πραγματική ανασυγκρότηση θα έρθει χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη, η οποία αποτελεί μια δραματική αλλαγή σε σχέση με την ταχύτητα διαφυγής της μακροζωίας. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι θα αρχίσουν να ξοδεύουν πολύ λιγότερα χρήματα για την υγεία τους και θα έχουν πολύ καλύτερα αποτελέσματα».
Τις συζητήσεις που ανοίγει η απάντησή του ‒σχετικά με το ποιος θα ζήσει περισσότερο, υπό ποιες συνθήκες, σε βάρος και υπό την εποπτεία ποιου‒ τις αναβάλλει για αργότερα.
Η πρόταση για την Ελλάδα
Προς το τέλος της συζήτησής μας, ο P. Diamandis κάνει μια πρόταση. Μου λέει πως έχει επισημάνει στην ελληνική κυβέρνηση ότι η Ελλάδα έχει μπροστά της μια ευκαιρία που ακόμα δεν την έχει αντιληφθεί πλήρως. «Αν ρωτήσεις τον κόσμο τι του έρχεται στο μυαλό όταν ακούει “Ελλάδα” σήμερα, ξέρεις πάνω-κάτω την απάντηση: ναυτιλία, ελαιόλαδο και διακοπές». Θέλει να το αλλάξει αυτό.
«Πιστεύω ότι η Ελλάδα μπορεί να ανανεώσει την εικόνα της και να γίνει προορισμός μακροζωίας ‒ μια οικονομία μακροζωίας, μια βιομηχανία και ένα brand. Πιστεύω ότι αυτό είναι ένα πολύ υψηλής αξίας επίπεδο στο οποίο θα μπορούσε η ελληνική ηγεσία να οδηγήσει τη χώρα», αναφέρει.
Πρόκειται είτε για μια διορατική ιδέα, είτε για μια φούσκα καμουφλαρισμένη ως τέτοια· όταν μιλάς με τον P. Diamandis είναι δύσκολο να καταλάβεις τι ισχύει. Αλλά, καθώς η συζήτησή μας τελειώνει, σκέφτομαι ότι η πρόταση έχει πραγματική αξία, ότι η Ελλάδα, μια χώρα που έχει επιβιώσει από αρκετές ματαιώσεις, ίσως έχει κάτι ουσιαστικό να πει για την τέχνη του να συνεχίζεις.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο δεύτερο τεύχος του WIRED Greece. Γίνε συνδρομητής εδώ.