Η Θωμαΐς Παρασκευαϊδη δεν κάνει τατουάζ με walk-ins. Δεν μπορείς να μπεις στο Inkeeper, το tattoo studio που λειτουργεί εδώ και έναν χρόνο στη Γλυφάδα, για να διαλέξεις εκείνη τη στιγμή ένα τυχαίο σχέδιο από κατάλογο. Κάθε τατουάζ είναι μοναδικό και χτίζεται μαζί με τον πελάτη.
Η θεματολογία ξεχωρίζει αμέσως. Γνωστή ως Inkzumi, η Θωμαΐς σχεδιάζει τατουάζ εμπνευσμένα από κόσμους σκοτεινής φαντασίας. Αγαπά ιδιαίτερα το Lord of the Rings, τον H.P. Lovecraft και τα παιχνίδια της FromSoftware: Elden Ring, Dark Souls, Bloodborne.
Στο Inkeeper, γενιές ανθρώπων χαράσσουν ήρωες από βιντεοπαιχνίδια στο δέρμα τους. Δεν είναι μόνο αισθητική επιλογή, αλλά μέρος της γλώσσας με την οποία μεγάλωσαν.
Καθώς με ξεναγεί στον χώρο της, βλέπω σπαθιά κρεμασμένα στους τοίχους. Πιάνω στα χέρια μου το Andúril -πιο βαρύ απ’ ό,τι περίμενα- και το Sting από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών -δεν φωτίζει, κανένα όρκ στη Γλυφάδα μέσα στον Αύγουστο.
Το studio θυμίζει πανδοχείο ή αίθουσα για session D&D, με χειροποίητα potions -ένα κόκκινο για health, ένα μπλε για mana- που έφτιαξε η ίδια. Ακόμα και η τουαλέτα υπηρετεί την ατμόσφαιρα: το χαρτί υγείας κρατά ο ιππότης Ντάριλ, η μασκότ του στούντιο, χαρακτήρας βγαλμένος από δική της ιστορία στο D&D, που εμφανίζεται και στο λογότυπο. Το ίδιο το μαγαζί, χτισμένο με τη βοήθεια δικών της ανθρώπων, το αποκαλεί «medieval sanctuary».
Στο Inkeeper, γενιές ανθρώπων χαράσσουν ήρωες από βιντεοπαιχνίδια στο δέρμα τους. Δεν είναι μόνο αισθητική επιλογή, αλλά μέρος της γλώσσας με την οποία μεγάλωσαν.

Από το Cyber Security στο τατουάζ σε πορτοκάλια
«Ζωγραφίζω από τότε που γεννήθηκα», μου λέει η Θωμαΐς, η οποία, πριν αφοσιωθεί πλήρως στο τατουάζ, σπούδασε Cyber Security στην Αγγλία και εργάστηκε για λίγο στο αντικείμενο. Η μετάβαση από το γραφείο μιας μεγάλης εταιρείας στον κόσμο του tattoo ήταν πράξη αυτοσυντήρησης. «Μίσησα το corporate περιβάλλον. Δεν είχα χρόνο να ασχοληθώ με την τέχνη μου. Ήταν ψυχοφθόρο», εξομολογείται.
Η αρχή έγινε εντελώς αυτοδίδακτα, στο σπίτι. Αγόρασε εξοπλισμό και άρχισε να κάνει τατουάζ σε πορτοκάλια, μετά στα δικά της πόδια, μετά σε φίλους που εμπιστεύτηκαν από νωρίς το ταλέντο της. Τα πρώτα της σχέδια ήταν από Pinterest, tribal μοτίβα, εικόνες από κινούμενα σχέδια. Πολύ γρήγορα πέρασε στο Dark Souls.
Σήμερα, το Inkeeper λειτουργεί αποκλειστικά ως private studio με ραντεβού -και δεν είναι typo, αλλά λογοπαίγνιο: δεν είναι ο πανδοχέας, αλλά ο φύλακας του μελανιού. «Δεν το θεωρώ τατουατζίδικο όπου θα μπει κάποιος για ένα random σχέδιο», λέει. «Το θεωρώ ατελιέ. Δεν έχω flash sheets στους τοίχους. Έχω εμένα, τα σχέδια που φτιάχνουμε μαζί με τον πελάτη live, πίνοντας καφέ και ακούγοντας μουσική».
Το στιλ των Souls δεν ήταν κάτι που ανακάλυψε επειδή της το ζήτησαν οι πελάτες. Το έφερε εκείνη, και έμεινε στην καρδιά της δουλειάς της.
Στα σχέδιά της το χρώμα απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά. Η δουλειά της βασίζεται στο αυστηρό blackwork, με highlights που σπάνε το μαύρο όπου πρέπει. «Δεν με εμπνέει το χρώμα», εξηγεί. «Το μαύρο μελάνι μου θυμίζει παλιές εποχές, scribes, ρούνους». Προτιμά να μην κάνει τα πάντα και να αφοσιώνεται σε αυτό που την εκφράζει.
Κάθε σύμβολο, κάθε Darksign, Hunter’s Mark, Bonfire το σχεδιάζει με μαρκαδόρο σε freehand, ώστε να μην επαναλαμβάνεται ποτέ το ίδιο σχέδιο σε δύο σώματα. «Θέλω το κάθε κομμάτι να είναι μοναδικό, να μην είναι repeatable», λέει. Το ίδιο ισχύει και για τους χαρακτήρες: κρατάει τη βασική σύνθεση του original, αλλάζοντας λεπτομέρειες στα ρούχα, τις ραφές ή τις σκιές.

«Το Dark Souls III μού άλλαξε τη ζωή»
Για την Inkzumi, η επαφή με το Dark Souls III ήταν καθοριστική. Η γνωριμία της με τα video games ξεκίνησε νωρίτερα, όταν ήταν παιδί και ο πατέρας της έπαιζε World of Warcraft. Θυμάται γελώντας πώς τον αποσπούσε συνεχώς με ερωτήσεις, ενώ εκείνος έκανε raid και όλη η ομάδα τούς άκουγε. Συνήθως, τουλάχιστον στη δική μου γενιά, συνέβαινε το αντίθετο: ο πατέρας κοιτούσε την οθόνη και ρωτούσε τι είναι αυτά που παίζουμε.
Στη συνέχεια απέκτησε κονσόλες, μετά λάπτοπ, μετά το League of Legends, στο οποίο έφτασε μέχρι το Diamond. Το σημείο-καμπή ήρθε στα 13 της, με το Dark Souls III. «Δεν ήξερα ότι μπορούσα να βάλω controller στο PC», λέει γελώντας και θυμάται πώς πάλευε με το πληκτρολόγιο στην αρχή. Η ατμόσφαιρα του τίτλου της ήταν αμέσως οικεία. Τόσο, που το περιγράφει ως στιγμή που της άλλαξε την κοσμοθεωρία. Τη ρωτάω αν της άλλαξε τη ζωή, αν πιστεύει πως επηρέασε και την επαγγελματική της πορεία. Συμφωνεί. Μπορεί να μην είχε μείνει στην πληροφορική. Μάλλον θα ζωγράφιζε ούτως ή άλλως. Ίσως όμως να μην είχε σπαθιά στους τοίχους.
Σε σύγκριση με ταινίες ή μουσική, τα βιντεοπαιχνίδια είναι πιο immersive, λέει. Ένα παιχνίδι «δεν το ακούς απλά, δεν το βλέπεις απλά, είσαι μέρος του». Βρίσκει αμέσως παράδειγμα: «Παίζεις Red Dead Redemption το βράδυ, με ακουστικά, μουσική western από πίσω, πάνω σε άλογο. Το ζεις full. Θα πας να κοιμηθείς και μπορεί να το δεις στον ύπνο σου. Μου έχει τύχει πολλές φορές».
Ένα video game μπορεί να συνδέεται με δεκάδες ώρες σε έναν κόσμο που εξερεύνησες, ένα boss που νίκησες ύστερα από δεκάδες αποτυχημένες προσπάθειες. Μπορεί να θυμάσαι πού ήσουν, τι μουσική άκουγες, ποιος ήταν δίπλα σου, τι ένιωθες. Το gaming έχει γίνει μέρος της κουλτούρας των νεότερων γενεών. «Ένας κόσμος στον οποίο πολλοί βρίσκουμε το σπίτι μας, όταν έχουμε κουραστεί από τον έξω κόσμο», λέει η Inkzumi.

Ποιοι κάνουν αυτά τα τατουάζ
Και γιατί κάποιος χαράσσει μόνιμα στο δέρμα του ένα boss που τον έκανε να υποφέρει για δεκάδες ώρες, όπως τη Malenia του Elden Ring; «Είναι αρκετά μαζοχιστική εμπειρία τα Soulslike, αλλά έχει μια μαγεία», απαντά, και μιλάει αμέσως για τον Radahn με ενθουσιασμό: «Τρελάθηκε τελείως από το Rot και έτρωγε τους στρατιώτες του. Τον σκοτώνεις για να του δώσεις έναν honorable death. Θα σε σκοτώσω, ρε φίλε, 800 φορές αν χρειαστεί, και μετά θα σε κάνω και τατουάζ, γιατί το αξίζεις».
Στη συνηθισμένη ερώτηση «κι αν το μετανιώσεις;», έχει πειστική απάντηση: «Είναι πολύ δύσκολο να φάει cancel ένα video game. Το ότι σταματάς να παίζεις δε σημαίνει ότι παρατάς αυτή την πλευρά σου».
Η ακτινογραφία του κοινού της είναι πιο ενδιαφέρουσα από το στερεότυπο του «νεαρού gamer». Οι πελάτες της είναι κυρίως άντρες, από 18 μέχρι 40 και πλέον ετών -πολύ Warhammer οι πιο μεγάλοι- ενώ οι γυναίκες προτιμούν πιο αφηρημένα σχέδια.
Οι μεγαλύτεροι μπορεί να είναι λίγο πιο συντηρητικοί, όχι όμως λιγότερο nerd. «Είναι το ίδιο geek, μοιράζονται το ίδιο πάθος», λέει. «Το παιδί μέσα τους ακόμα υπάρχει».
Αυτή είναι ίσως η γενεαλογική αλλαγή πίσω από μια τέτοια τάση. Οι πρώτες γενιές που μεγάλωσαν με video games δεν είναι πλέον παιδιά. Ένα παιχνίδι που έπαιζαν στα 15 μπορεί να έχει σήμερα την ίδια συναισθηματική βαρύτητα που είχε για προηγούμενες γενιές ένα συγκρότημα, ένα βιβλίο, μια ταινία.

Η κοινότητα, το AI και η αυθεντικότητα της έκφρασης
Σε μια εποχή που το AI εισβάλλει όλο και περισσότερο στον χώρο της τέχνης, η Θωμαΐς είναι ξεκάθαρη. Θεωρεί πως πρέπει να περιοριστεί η χρήση του σε τομείς όπου όντως βοηθάει την ανθρωπότητα. Όχι σε ό,τι έχει να κάνει με τη δημιουργικότητα του ανθρώπου. «Εκεί δεν έχει θέση».
Της έχουν στείλει references φτιαγμένα με AI, αλλά δεν επιθυμεί να τα αποτυπώσει αυτούσια. Δουλειά της, λέει, είναι να καθοδηγήσει τον πελάτη. «Χίλιες φορές να μου το πεις με λόγια, να μου κάνεις ένα doodle stickman στο χέρι, και εγώ θα σε καταλάβω».
Παρότι παραδέχεται πως ένα πιο mainstream ρεπερτόριο θα της έφερνε ενδεχομένως περισσότερη δουλειά σε μια αγορά με έντονο κορεσμό, αρνείται να το κάνει.
Εξάλλου, είναι προφανές πως για εκείνη το τατουάζ δεν είναι μόνο επάγγελμα βιοπορισμού, αλλά μέσο έκφρασης μιας ολόκληρης αισθητικής που επεκτείνεται στο D&D, στα χειροποίητα props, στο merch, στη ζωγραφική. «Δεν κάνω αυτή τη δουλειά απλώς επειδή μ’ αρέσει να κάνω τατουάζ. Την κάνω γιατί μ’ αρέσει να εκφράζομαι μέσω αυτού», λέει. «Όταν ο πελάτης σου δείχνει απόλυτη εμπιστοσύνη για κάτι που θα μείνει για πάντα πάνω του, αυτό είναι όλο το συναισθηματικό reward που παίρνω».