Πεντακόσιες μπάλες πέφτουν στην πίστα και πρέπει να μαζευτούν όλες. Ένα ρομπότ μισό μέτρο επί μισό, φτιαγμένο από αλουμίνιο και από έτοιμα εξαρτήματα ενός kit που είναι κοινό για όλες τις ομάδες, τις συλλέγει και τις εκτοξεύει σε έναν σωλήνα – ή τις παραδίδει πίσω στη βάση, όπου ένας human player τις σουτάρει μόνος του. Στο τέλος του γύρου το ρομπότ σκαρφαλώνει σε μια μπάρα και, όσο πιο ψηλά φτάνει, τόσο πολλαπλασιάζεται το σκορ.
Στην πίστα βρίσκονται έξι ρομπότ, χωρισμένα σε δύο συμμαχίες των τριών. Το παράδοξο του παιχνιδιού είναι ότι η ομάδα που έχεις απέναντί σου σε έναν γύρο μπορεί να γίνει σύμμαχός σου στον επόμενο. «Πες ότι είσαι αντίπαλος με τη Ζιμπάμπουε. Στο επόμενο ματς μπορεί να είσαι σύμμαχος μαζί της», εξηγεί η Ιωάννα Σκαρμούτσου. «Γι’ αυτό πρέπει να έχεις καλές σχέσεις με όλες τις ομάδες».
«Για νέους σαν εμάς η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα στην οποία μπορείς να εξελιχθείς. Δεν προωθείται η ανάπτυξη των ατόμων και οι ευκαιρίες. Είμαστε πιο πίσω και τεχνολογικά».
Αυτή είναι η αριθμητική του First Global Challenge, της μεγαλύτερης παγκόσμιας διοργάνωσης ρομποτικής για εφήβους, στην οποία κατεβαίνουν εθνικές ομάδες από περίπου 190 χώρες. Φέτος η Ολυμπιάδα γίνεται στη Νότια Κορέα, στις αρχές Οκτωβρίου, και το θέμα της είναι οι δασικές πυρκαγιές: τα παιδιά καλούνται να σχεδιάσουν ρομπότ που βοηθούν στην αντιμετώπιση και την πρόληψη. Στην Ελλάδα την ομάδα τρέχει ο εκπαιδευτικός οργανισμός Eduact, και τον Ιούνιο περίπου 130 μαθητές από όλη τη χώρα πέρασαν έξι μέρες σε ένα bootcamp στο Καρπενήσι, σχεδιάζοντας, συναρμολογώντας και δοκιμάζοντας. Από τους τριάντα του κλιμακίου θα μείνουν δέκα, από τους δέκα θα φτιαχτεί το τελικό ρομπότ, και πέντε θα ταξιδέψουν στην Κορέα. Όταν μιλήσαμε, περίμεναν ακόμη να μάθουν ποιοι μπαίνουν στη δεκάδα.
Ο πρόεδρος του Eduact, Κώστας Βασιλείου, περιγράφει τη διαδικασία ως μια «παγκόσμια πρωτοτυπία» ως προς τον τρόπο που η Ελλάδα διαχειρίζεται τη συμμετοχή της. Η ελληνική είναι, όπως λέει, η πολυπληθέστερη ομάδα του θεσμού, με παιδιά από τις δεκατρείς περιφέρειες της χώρας, και ο πρώτος στόχος -πριν καν το ρομπότ- είναι να γνωριστούν μεταξύ τους: «Να κατανοήσουν ότι τόσο ιδιαίτερα μυαλά και τόσο εξαιρετικοί χαρακτήρες δεν αποτελούν μια μειονότητα στην περιοχή τους, αλλά υπάρχουν και άλλα παιδιά σε ολόκληρη την Ελλάδα με τα οποία μπορούν να συνεργαστούν». Η επιλογή της δεκάδας και μετά της πεντάδας δεν είναι το τέλος της ομάδας. Όσοι δεν ταξιδέψουν επιστρέφουν στις περιοχές τους ως «πρεσβευτές» και συνεχίζουν να στέλνουν στοιχεία στους πέντε που αγωνίζονται. Μάλιστα, όσο η διοργάνωση είναι σε εξέλιξη, τα υπόλοιπα παιδιά αξιοποιούν τη διαφορά ώρας, μελετούν σε μικρότερες ομάδες την πορεία των αγώνων και στέλνουν δεδομένα στην Κορέα. «Ουσιαστικά αγωνίζονται και οι εκατό».
Τρεις δρόμοι

Στη ρομποτική έφτασαν από τρεις διαφορετικούς δρόμους. Ο 15χρονος Αλέξανδρος Αδαμόπουλος ξεκίνησε από την τρίτη δημοτικού. «Άρχισα σαν χόμπι στην αρχή, αλλά τώρα έγινε τρόπος ζωής» – και το εξηγεί με τον πιο απλό τρόπο: «Μου άρεσε να ανοίγω χαλασμένα πράγματα. Από μικρός ήθελα να ασχοληθώ με τους υπολογιστές». Σ’ έναν διαγωνισμό γνώρισε την εθνική, μπήκε πρώτα στην προεθνική και βρίσκεται πλέον στο κλιμάκιο της εθνικής εδώ και περίπου πέντε χρόνια.
Η Ιωάννα, δεκάξι ετών, ήρθε σε επαφή με τη ρομποτική στην πρώτη γυμνασίου μέσα από το σχολείο της και από την επόμενη χρονιά άρχισε να διαγωνίζεται στο First Lego League. Ο Αντώνης Ηλίας, επίσης δεκάξι, ξεκίνησε από την τρίτη δημοτικού σε σχολείο με οργανωμένο όμιλο ρομποτικής, μπήκε σε διαγωνισμούς από την έκτη και έχει ήδη ταξιδέψει δύο φορές στο Ντιτρόιτ, όπου κέρδισε και υποτροφία από το Lawrence Technological University.
Και τα τρία παιδιά μιλούν για τη ρομποτική σαν κάτι που δεν είναι πια απλώς ενασχόληση, αλλά σχέδιο. Ο Αντώνης θέλει να περάσει στο Πολυτεχνείο ως ηλεκτρολόγος μηχανικός – τον τράβηξε ένα πρόγραμμα με μονοθέσιο, σαν φόρμουλα, που είδε όταν το επισκέφτηκε με το σχολείο – και μετά να κάνει μεταπτυχιακό στο εξωτερικό, «κατά προτίμηση για να μείνω εκεί». Στο μυαλό του υπάρχει ήδη και μια startup με ρομποτική.
Ο Αλέξανδρος θέλει να γίνει μηχανολόγος μηχανικός και δεν κρύβει ότι κοιτάζει σταθερά προς τα έξω. Έχει δει ευρωπαϊκές πόλεις και τον κέρδισε η Ολλανδία, το Άιντχόφεν. Η Ιωάννα ονειρεύεται να γίνει μηχανικός στη Formula 1 -τους αγώνες τους παρακολουθεί από μικρή- και έχει μπροστά της δύο δρόμους: το Πολυτεχνείο και ένα μεταπτυχιακό στη μηχανική, ή σπουδές κατευθείαν στο εξωτερικό. Όταν πήγε με την ομάδα του σχολείου της στον Καναδά και επισκέφτηκε το Brock University, της άρεσαν τα προγράμματα αλλά όχι η καθημερινότητα. «Θα προτιμούσα κάποια ευρωπαϊκή χώρα ή το Λονδίνο».
«Δεν μπορείς να εξελιχθείς εδώ»
Όταν τους ρωτάς τι τους κάνει να αποστρέφονται την Ελλάδα, δεν το στρογγυλεύουν. «Για νέους σαν εμάς η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα στην οποία μπορείς να εξελιχθείς», τονίζει ο Αντώνης. Τι εννοεί; «Δεν προωθείται η ανάπτυξη των ατόμων και οι ευκαιρίες. Είμαστε πιο πίσω και τεχνολογικά».
«Δεν μπορούμε να κάνουμε καινούργια πράγματα, να ξεκινήσουμε κάτι καινοτόμο που θα το αναγνωρίσει κάποιος. Δεν νιώθω ότι μας αγκαλιάζει», συνεχίζει η Ιωάννα.
Ο Αλέξανδρος μιλάει για μια «ανοργανωσιά» που τη βλέπει και μέσα στον ίδιο τον χώρο τους: «Στην Αμερική κάθε σχολείο έχει μια ομάδα ρομποτικής, ιδιωτικό ή όχι, και κατεβαίνουν όλοι σε όποιον διαγωνισμό υπάρχει». Στην Ελλάδα, το δικό του σχολείο δεν είχε καν όμιλο· χρειάστηκε να πάει σε άλλο, ιδιωτικό, για να στηθεί μια ομάδα από την αρχή.
«Σε άλλες χώρες είναι μέσα το πράσινο, έχεις καλούς δρόμους, ποδηλατόδρομους δίπλα, δεν βλέπεις γκράφιτι σε κάθε τοίχο», λέει ο Αλέξανδρος. Η ίδια αίσθηση τάξης τον τράβηξε και στο Άιντχόφεν: «Έχει μεγαλύτερη τάξη, δεν έχει αυτό το χάος που έχουμε στην Αθήνα».
Χωρίς φόβο

Πώς βλέπουν το μέλλον – και δη στη ρομποτική. Ο Αντώνης εκτιμά ότι «μια έξυπνη αποθήκη μπορεί να αντικαταστήσει τη δουλειά πέντε ή έξι εργατών» – και φέρνει ως παράδειγμα τις αποθήκες τύπου Amazon, «θα πάρει πολλές δουλειές από ανθρώπους, γιατί θα γίνονται πιο εύκολα, πιο γρήγορα και με λιγότερα χρήματα». Το βλέπει ως εξέλιξη, όχι ως καταστροφή.
Ο Αλέξανδρος διακρίνει ότι τα ρομπότ θα αναλάβουν τις επαναλαμβανόμενες και τις επικίνδυνες δουλειές, ίσως και το τιμόνι σε λεωφορεία και τραμ, «αλλά θα δημιουργήσουν και καινούργιες δουλειές: κάποιοι θα τα συντηρούν, κάποιοι θα τα προγραμματίζουν, κάποιοι θα τα επιβλέπουν. Το μέλλον της ρομποτικής είναι φωτεινό».
Η Ιωάννα, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι «είναι καλύτερο να σκεφτόμαστε όχι ότι θα αντικαταστήσει τις εργασίες μας, αλλά πώς θα βρούμε τρόπους να μας βοηθάει – ότι είναι σύμμαχος. Στο χέρι μας είναι πώς θα χειριστούμε αυτό που έχουμε τώρα».
Κι όταν η κουβέντα φτάνει στο ίδιο το θέμα του διαγωνισμού, τις πυρκαγιές, ο Αντώνης έχει έτοιμη μια ολόκληρη ιδέα: ένα αυτοματοποιημένο σύστημα με ντρόουνς που ρίχνουν, σε περιοχές που είχαν καεί, κάψουλες από υλικά που διαλύονται με τον καιρό, λειτουργούν ως λίπασμα, κρύβουν μέσα τους σπόρους, και στέλνουν δεδομένα σε μια εφαρμογή για το πώς αναπτύσσεται η βλάστηση σε κάθε σημείο.
Είναι πάνω απ’ όλα έφηβοι

Πίσω από όλα αυτά, όμως, είναι τρεις έφηβοι, κάτι που χρειάζεται μια-δυο ερωτήσεις παραπάνω για να βγει στην επιφάνεια, γιατί από μόνα τους τα παιδιά μιλούν σχεδόν αποκλειστικά για τον διαγωνισμό. Η Ιωάννα χορεύει, παίζει πιάνο και κιθάρα, κολυμπάει: «δεν μου αρέσει να ασχολούμαι αποκλειστικά με ένα πράγμα, γιατί δεν έχω μόνο ένα ενδιαφέρον». Ο Αντώνης παίζει πιάνο, πάει γυμναστήριο, παίζει μπάλα με τους φίλους του και τένις με τον αδερφό του, και στον ελεύθερο χρόνο του γράφει κώδικα: προσπαθεί να φτιάξει τον δικό του «Τζάρβις», τον βοηθό τεχνητής νοημοσύνης από το Iron Man. Ο Αλέξανδρος παίζει padel, κολυμπάει, και του αρέσουν τα αεροπλάνα. Βγαίνουν για καφέ, μένουν έξω μέχρι αργά το καλοκαίρι· είναι, με λίγα λόγια, και… έφηβοι.
Το πιο ενδιαφέρον, ίσως, είναι το τι κρατάει την ομάδα μαζί. Για την Ιωάννα η ρομποτική «δεν έχει να κάνει μόνο με τη μηχανική, τον προγραμματισμό, τον σχεδιασμό, αλλά και με τον τρόπο που δουλεύουμε μεταξύ μας». Εκατόν τριάντα παιδιά με έναν κοινό στόχο. «Τα σχολεία δεν προωθούν την ομαδικότητα, αλλά πιο πολύ την ατομικότητα. Οπότε η ρομποτική μας ενώνει».
Είναι μια γενιά που μεγάλωσε μέσα στην κρίση, την πανδημία, τους πολέμους· «απομονωθήκαμε ουσιαστικά για πολύ καιρό». Ο χώρος όπου συναντιούνται παιδιά με το ίδιο χόμπι -από την Ελλάδα, από την Αμερική, από παντού- φαίνεται να καλύπτει ένα κενό που το ελληνικό σχολείο δεν αγγίζει.
Θέλουν η ρομποτική να αναγνωριστεί επίσημα ως άθλημα στο σχολείο. «Όχι για εμάς, για τους επόμενους μαθητές», σπεύδει να πει ο Αλέξανδρος, ώστε να μπορούν πιο εύκολα να φτάσουν στους διαγωνισμούς. Πέρυσι η ελληνική ομάδα γύρισε από την Ολυμπιάδα με ένα τρίτο βραβείο. Φέτος ελπίζουν σε κάτι παραπάνω.
Μένει το παράδοξο που διαπερνά όλη την κουβέντα. Τρία χαρισματικά παιδιά της χώρας ετοιμάζονται να φτιάξουν ένα ρομπότ που θα εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην άλλη άκρη του κόσμου – και ταυτόχρονα σχεδιάζουν μια ζωή μακριά της.