Νομίζω ότι έχουμε πλέον ένα επαρκές δείγμα για να μπορούμε να τοποθετήσουμε αδιαμαρτύρητα τον Ιρλανδό Martin Mcdonagh ανάμεσα στους κορυφαίους δημιουργούς των καιρών μας. Έχοντας παραδώσει ήδη μερικά έργα στα οποία οι θεατρόφιλοι ανά τον κόσμο πίνουν νερό – στη χώρα μας ο «Πουπουλένιος» και η «Βασίλισσα της Ομορφιάς» γνώρισαν ανεβάσματα που μνημονεύονται μέχρι σήμερα- το 2008 αποφάσισε να κάνει τη μετάβαση στον κινηματογράφο με το In Bruges κι από τότε κάθε του ταινία σηματοδοτεί ένα σινεφίλ γεγονός.
Το Wild Horse Nine είναι μια ταινία που, αναπόφευκτα, θα «μείνει» στο μυαλό και στην καρδιά αρκετών θεατών και κριτικών εκεί έξω, όπως και οι προηγούμενες δουλειές αυτού του τετραπέρατου Ιρλανδού δημιουργού.
Αν έπρεπε να επισημάνουμε ένα χαρακτηριστικό στοιχείο το σινεμά του, θα ήταν η αρχή ότι «μπορούμε να κάνουμε πλάκα με οτιδήποτε». Το πώς είναι αυτή η «πλάκα» είναι εκείνο που τον κάνει ξεχωριστό, όμως. Δεν συνδυάζει απλώς το δράμα με την κωμωδία ο McDonagh, ούτε έχει γλυκόπικρο χιούμορ – ο συγκεκριμένος επιθετικός προσδιορισμός παραπέμπει στην χαρμολύπη, που έχει και κάτι ανακουφιστικό μέσα της, αφήνει την επίγευση μιας γλυκιάς μελαγχολίας. Στις ταινίες του μπορεί στην ίδια σκηνή να ξεκαρδιζόμαστε και να νιώθουμε το στομάχι μας να σφίγγεται. O McDonagh τη γνώριμη μαυροψυχιά της ιρλανδικής κουλτούρας, τη συνδυάζει με ένα παιχνιδιάρικο, δηκτικό διαλογικό ping pong που ο Tarantino θα σκότωνε για να μπορούσε να γράψει, εντοπίζει τον κατάλληλο τραγικωμικό τόνο, ώστε να μην πρόκειται καν περί εναλλαγής αλλά περί συνύπαρξης αυτών των δύο, σε ένα πρώτο επίπεδο ετερόκλητων στοιχείων, και το αποτέλεσμα είναι ταινίες σαν το Wild Horse Nine.

Δυο εκτελεστές της CIA, λίγο πριν την ανατροπή του Αλιέντε και την εγκατάσταση του Πινοσέτ στη Χιλή, ταξιδεύουν μέχρι το Νησί του Πάσχα για λόγους που θα διευκρινιστούν σταδιακά μέσα στην ταινία. Το πολιτικό στοιχείο και η, εκ των πραγμάτων, απεχθής φύση του έργου τους συνδυάζονται με μια buddy movie δυναμική που θυμίζει αρκετά το In Bruges. Ενδέχεται κάποιοι να ισχυριστούν ότι ο McDonagh ξέμεινε από ιδέες και ανατρέχει σε μια γνώριμη, δική του συνταγή, και όντως αρκετά στοιχεία της ταινίας θυμίζουν έντονα το In Bruges, ακόμα και ελιγμοί της πλοκής. Υπάρχει, όμως, μια σημαντική διαφορά. Εκεί που το In Bruges διέθετε μια υπερβατική διάσταση, εδώ το θέαμα είναι πιο προσγειωμένο, κάτι που συνηθίζει ο McDonagh, όταν το έργο του αφορά την αμερικανική χώρα και τις παθογένειες της – θυμηθείτε και τις διαφορές ανάμεσα στις Τρεις Πινακίδες και στα Πνεύματα του Ινισέριν. Ναι, όπως η Μπριζ, έτσι και το Νησί του Πάσχα λειτουργεί σαν μιας μορφής Καθαρτήριο για τους δύο εκτελεστές, αλλά δεν υπάρχει ίχνος μεταφυσικού στοιχείου στην ατμόσφαιρα, τίποτε αλαφροϊσκιωτο, μόνο συμβολισμοί που βρίσκουν το έναυσμά τους στη χαρακτηρολογία – πχ. ο καθολικισμός του ήρωα.
Και δεν είναι μόνο το In Bruges που επικαλείται ο Ιρλανδός δημιουργός. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο ξαναθυμάται όλη του τη φιλμογραφία. Θαρρείς πως ήθελε να εμπλουτίσει μετακινηματογραφικά μια ταινία όπου η Μνήμη, η προσωπική και η ιστορική, αποτελεί νευραλγικό στοιχείο της δραματουργίας, αλλά και της σημειολογίας. Βλέπετε, ο Kρις, ο κουρασμένος εκτελεστής που υποδύεται ο John Malkovich, παρών σε όλες τις μελανές στιγμές εξωτερικών (και εσωτερικών;) παρεμβάσεων της CIA, έχει αρχίσει να ξεχνά. Κι επειδή η δουλειά του είναι συνυφασμένη με το ψέμα, δυσκολεύεται να διαχωρίσει το τελευταίο από την αλήθεια. Γι΄ αυτό, όσο μπορεί και τού το επιτρέπει την κατάστασή του, νιώθει την ανάγκη να βροντοφωνάξει την τελευταία, σε όποιον είναι πρόθυμος να την ακούσει – όχι τυχαία, βρίσκεται στη διαδικασία γραψίματος των απομνημονευμάτων του. Ίσως γιατί, φορτωμένος με ενοχές και μετανοημένος για τα κρίματά του, θεωρεί ότι μοναδική ελπίδα να υπάρξουν μικρές νίκες του δικαίου σε έναν αναπότρεπτα άδικο κόσμο που κι ο ίδιος έχτισε, είναι να επικοινωνηθεί η αλήθεια. Και για τον McDonagh η Εικόνα, η καταγραφή των γεγονότων σε φιλμ, είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος. Ίσως γι’ αυτό η ταινία έχει διάσπαρτες σκηνές γυρισμένες σε Super 8 ή αλλιώς σε ένα format που στη συλλογική συνείδηση είναι συνδεδεμένο με την ανάμνηση.

Πραγματικά, νιώθουμε ότι απλώς ξύνουμε την επιφάνεια μιας ταινίας πολύ πιο σύνθετης από όσο διαφαίνεται να διαφανεί πίσω από τις ανείπωτα crowdpleasing αρετές της, που διευρευνά εύστοχα την αμερικανικότητα και τα σύνδρομά της μέσω χαρακτηριστικής εικονογραφίας – το θρυλικό τελικό πλάνο των φορντικών Searchers χρησιμοποιείται δύο φορές στην ταινία, μια για να δηλώσει την παραίτηση της παλιάς Αμερικής και μία την (πιθανή;) αναγέννηση της νεότερης. Μιας ταινίας που, με όλο το σεβασμό στον Sam Rockwell, δίχως την υποστήριξη του οποίου το αποτέλεσμα θα ήταν λειψό, κουβαλά ο John Malkovich. Ο τελευταίος, μετά από χρόνια εμφανίσεων καρατερίστα και προσφυγής στο safe mode της μανιέρας του εκάστοτε ρόλου – την οποία, βέβαια, έχτιζε ο ίδιος, να του το πιστώσουμε αυτό- βρίσκει τον κατάλληλο ρόλο και για να δώσει μια πολύπλοκη ερμηνεία, Ο Malkovich συλλαμβάνει και επικοινωνεί ιδανικά τον τραγικωμικό τρόπο McDonagh, μέσω διαφορετικών «στρωμάτων» στο παίξιμό του και διαρκών διακυμάνσεων του βλέμματος. Ειλικρινά, δεν έχω ξαναδεί ποτέ έτσι το βλέμμα του Malkovich, δεν τον θυμάμαι σε καμία άλλη ταινία να αφήνεται στη στιγμή της σκηνής, να μοιάζει ευάλωτος, να παραμερίζει την επίδειξη της τεχνικής προς όφελος της φυσικότητας – που είναι και το ζητούμενο στο σινεμά στο κάτω κάτω. Ακριβώς αυτή η αλλαγή είναι που δίνει αρκετές πιθανότητες σε μια οσκαρική του επικράτηση στην κατηγορία του Α’ Ανδρικού Ρόλου, αν και ακόμα είναι νωρίς για να οσκαρολογούμε: πέρα από πιθανό οσκαρικό swep της Οδύσσειας, που θα καταστήσει τον Matt Damon (άξιο) νικητή, καραδοκούν κι ο Andrew Scott του Elsinore, ο Tom Cruise του Digger, ο φορμαρισμένος Robert Pattinson του Primetime, αλλά και άλλοι που ακόμα μπορεί να μην φανταζόμαστε. Στο Φεστιβάλ Βενετίας, πάντως, ο ηθοποιός έφυγε με το Copa Volpi Ανδρικής Ερμηνείας κι αυτό του δίνει ένα πρώτο boost στον μακρύ δρόμο προς τα Όσκαρ.
Ω ναι, η οσκαρολογία είναι μια κακιά συνήθεια που δεν μπορούμε να αποβάλλουμε, ειδικά στο τελευταίο τρίτο της χρονιάς, όταν, μαζί με τα φθινοπωρινά φεστιβάλ, μπαίνουμε επισήμως στην προ-οσκαρική περίοδο. Είναι μια συνήθεια που καθιστά τα κείμενα μας (πιο) εφήμερα, παρασυρόμαστε και κοιτάζουμε το δέντρο αντί για το δάσος. Το οποίο δάσος έχει μια πινακίδα στην είσοδό του που γράφει με μεγάλη γραμματοσειρά «εκείνο που μένει στο τέλος είναι οι ταινίες». Και το Wild Horse Nine είναι μια ταινία που, αναπόφευκτα, θα «μείνει» στο μυαλό και στην καρδιά αρκετών θεατών και κριτικών εκεί έξω, όπως και οι προηγούμενες δουλειές αυτού του τετραπέρατου Ιρλανδού δημιουργού.