Τέσσερις προτάσεις και συνολικά 88 λέξεις. Καμία πρόταση πολιτικής, κανένα αίτημα για πάγωμα της έρευνας, καμία πρόβλεψη με ημερομηνία.
Το κείμενο που κυκλοφόρησε στις 13 Ιουλίου το Stanford Digital Economy Lab, με τον τίτλο «We Must Act Now: A Statement on AI’s Transformation of the Economy», λέει τρία πράγματα: ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει ριζικά ισχυρότερη μέσα στην επόμενη δεκαετία, ότι μπορεί να προκαλέσει έναν μετασχηματισμό της οικονομίας μεγαλύτερο από τη Βιομηχανική Επανάσταση -σε ασύγκριτα μικρότερο χρόνο- κι ότι οικονομολόγοι, πολιτικοί και επικεφαλής της τεχνολογίας οφείλουν να χτίσουν τα κίνητρα, τις θεσμικές δικλίδες και τους μηχανισμούς που θα κατευθύνουν το AI ώστε να συμπληρώνει τον άνθρωπο αντί να τον αντικαθιστά.
«Η τεχνητή νοημοσύνη αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο θαυμασμού, αλλά δεν έχει εκτιμηθεί πόσο βαθιά θα αλλάξει τη ζωή μας και πόσο γρήγορα θα συμβεί αυτό»
Η βαρύτητα βρίσκεται κατ’ ουσίαν στη λίστα των υπογραφών. Τη διακήρυξη, που οργάνωσαν οι Έρικ Μπρινιόλφσον, Ατζέι Αγκράουαλ, Άντον Κόρινεκ και Τομ Κάνινγκχαμ, περισσότεροι από 200 οικονομολόγοι, ερευνητές και στελέχη της τεχνολογίας, ανάμεσά τους 16 νομπελίστες, ανάμεσά τους οι Ατζέμογλου, Στίγκλιτς, Κρούγκμαν, Μπερνάνκι, Σίλερ, Άκερλοφ, Πισσαρίδης, Σπενς, Μίλγκρομ.
Δίπλα τους βρίσκονται σημαντικές μορφές της τεχνολογίας, όπως ο Τζεφ Ντιν της Google, ο Τζακ Κλαρκ της Anthropic, ο Γιαν Λεκούν, ο Έρικ Σμιντ, ο Ριντ Χόφμαν και ο Γιοσούα Μπενζίο. Σήμερα οι υπογραφές ξεπερνούν τις 3.000.
Ανάμεσά τους βρίσκονται και αρκετοί Έλληνες. Μιλήσαμε με τρεις εξ αυτών και ρωτήσαμε: Γιατί υπογράψατε;
Γιάννης Ιωαννίδης: «Μια τεράστια, κολοσσιαία πρόκληση»

«Ξαφνικά έχουμε μπροστά μας μια τεράστια, κολοσσιαία πρόκληση, πέρα από ό,τι είχαμε φανταστεί ποτέ». Ο ομότιμος καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου Tufts, κάτοχος της έδρας Max and Herta Neubauer, απόφοιτος της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ με διδακτορικό από το Στάνφορντ, χρησιμοποιεί καθημερινά μεγάλα γλωσσικά μοντέλα στην έρευνά του κι έχει εντοπίσει τα όριά τους. «Έχω πιάσει και εγώ το ChatGPT και το Claude να κάνουν μαθηματικά λάθη», λέει, και ακριβώς γι’ αυτό θεωρεί ότι η ανθρώπινη κρίση γίνεται πιο αναγκαία.
Αυτό που τον ανησυχεί είναι η ταχύτητα. «Η τεχνητή νοημοσύνη αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο θαυμασμού, αλλά δεν έχει εκτιμηθεί πόσο βαθιά θα αλλάξει τη ζωή μας και πόσο γρήγορα θα συμβεί αυτό». Η ατμομηχανή και ο ηλεκτρισμός χρειάστηκαν δεκαετίες. Το παραγωγικό AI εξαπλώνεται με καλπάζοντα ρυθμό.
Το πρώτο πεδίο που πρέπει να αλλάξει, όπως εκτιμά, είναι η εκπαίδευση – κι εδώ το χρονοδιάγραμμά του είναι άμεσο: «Τα πανεπιστήμια πρέπει να αλλάξουν άρδην και πρέπει να αλλάξουν μέσα σε ένα ή δύο χρόνια. Αυτό απαιτεί μια κολοσσιαία επένδυση, την οποία δεν έχουμε καν αναλογιστεί». Η εμπειρία της πανδημίας, θυμίζει, έδειξε τι συμβαίνει όταν μεταφέρεις τις παλιές μεθόδους σε νέο περιβάλλον χωρίς ανασχεδιασμό. Με το AI το πρόβλημα είναι βαθύτερο: «Πώς θα επιτύχουμε να καθίσουν οι σπουδαστές στις καρέκλες τους και να δουλέψουν, όταν τους δίνεις τέσσερις ασκήσεις και μπορούν να πάνε σε οποιοδήποτε πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης και να τις λύσουν;».
Στην αγορά εργασίας δεν βλέπει γενικευμένη αντικατάσταση, αλλά πίεση στο ενδιάμεσο στρώμα – τις δουλειές γραφείου, την επεξεργασία δεδομένων, τον προγραμματισμό χαμηλής πολυπλοκότητας. «Ο ενδιάμεσος χώρος, όμως, ανάμεσα στις πολύ υψηλές δεξιότητες και στις πιο απλές χειρωνακτικές εργασίες, θα υποστεί μια τεράστια αλλαγή». Το πρώτο θύμα είναι οι νέοι πτυχιούχοι: «Ξαφνικά, παιδιά που έβλεπαν ότι μόνο με το πρώτο πτυχίο στην επιστήμη της πληροφορικής είχαν εξαιρετικές δουλειές βλέπουν αυτές τις θέσεις να εξαφανίζονται».
Η δεύτερη ανησυχία του είναι η συγκέντρωση ισχύος στους hyperscalers, εταιρείες που «κυριαρχούν παντού και έχουν αρπάξει τη συσσωρευμένη γνώση ολόκληρου του πολιτισμού μας». «Πρέπει να δημιουργηθούν κίνητρα για να γίνεται έρευνα, κίνητρα για την εκπαίδευση και θεσμοί που θα περιορίζουν αυτή την τεράστια συγκέντρωση δύναμης».
Γιώργος Πετρόπουλος: «Είναι το junior level που κινδυνεύει»

Ο αναπληρωτής καθηγητής στο Marshall School of Business του University of Southern California δεν θεωρεί το AI υπαρξιακή απειλή, δεν πιστεύει ωστόσο ότι η αγορά θα τακτοποιήσει μόνη της τα προβλήματα. Ο κ. Πετρόπουλος σημειώνει ότι «το “We Must Act Now” είναι βασικά ένα κάλεσμα για να προετοιμαστούμε καλύτερα πριν οι οικονομικές επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης γίνουν μη αναστρέψιμες».
«Το χειρότερο δυνατό σενάριο θα είναι συμπολίτες μας να αντιμετωπίζουν πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες για να βρουν εργασία και να δημιουργήσουμε μία κοινωνία και μία οικονομία που θα βασίζεται σε ακόμα μεγαλύτερες ανισότητες από αυτές που βλέπουμε σήμερα». Το ίδιο ισχύει και για τις αγορές: λιγότερος ανταγωνισμός σημαίνει υψηλότερες τιμές και μικρότερη αγοραστική δύναμη.
Για τους νέους επικαλείται την έρευνα του Στάνφορντ «Canaries in the Coal Mine»: σε συγκεκριμένα επαγγέλματα η απασχόληση των νέων εργαζόμενων ήδη υποχωρεί – ανάπτυξη λογισμικού, εξυπηρέτηση πελατών, τεχνική συγγραφή, οικονομική ανάλυση. «Είναι το junior level που κινδυνεύει». Οι πιο έμπειροι, αντίθετα, δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να επηρεάζονται. Το ίδιο και τα επαγγέλματα με φυσική παρουσία: «Αν μιλάμε για υδραυλικούς, για ηλεκτρολόγους, για τέτοια επαγγέλματα όπου η κριτική σκέψη και η παρατήρηση είναι σημαντικές, η τεχνητή νοημοσύνη έχει πολύ μικρές επιπτώσεις».
«Το καινούργιο στοιχείο είναι ότι δημιουργούμε μία κοινωνία με μεγαλύτερες ανισότητες, όπου οι νέοι σε ορισμένα επαγγέλματα έχουν λιγότερες ευκαιρίες. Και το αξιοσημείωτο είναι ότι οι νέοι σε αυτά τα επαγγέλματα χρειάζεται να σπουδάσουν. Κάνουν προπτυχιακά, μεταπτυχιακά».
Κι όμως, θεωρεί ότι η μεγάλη ανατροπή δεν έχει καν αρχίσει. Δεν θα έρθει από τα γλωσσικά μοντέλα αλλά από τους αυτόνομους πράκτορες. «Στο μεγάλο γλωσσικό μοντέλο πρέπει πάντα να δίνω εγώ τις εντολές. Στον agent θα πεις: “Ο πελάτης έχει αυτό το πρόβλημα. Κάν’ το εσύ. Κάνε όλα τα βήματα, απάντησέ του και στο τέλος πες μου αν είναι ικανοποιημένος”». Ο άνθρωπος, επισημαίνει, μετατοπίζεται σε ρόλο εκπαιδευτή και ελεγκτή.
Χρήστος Μακρίδης: «To AI δεν είναι μια φυσική καταστροφή»

Ο αναπληρωτής καθηγητής στο Arizona State University και ανώτερος ερευνητής της Gallup απαντά ευθέως στη βασικότερη κριτική που δέχτηκε το κείμενο. «Πολλοί λένε ότι η διακήρυξη είναι υπερβολικά γενική. Και έχουν εν μέρει δίκιο. Αλλά όταν προσπαθείς να συμφωνήσουν εκατοντάδες οικονομολόγοι στο ίδιο κείμενο, πρέπει να κρατήσεις τις βασικές αρχές. Το ουσιαστικό μήνυμα είναι ότι χρειαζόμαστε περισσότερη έρευνα, καλύτερες μετρήσεις και σοβαρή δημόσια πολιτική γύρω από τις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης».
Ο κ. Μακρίδης επικαλείται τη στατιστική. Σύμφωνα με τις μετρήσεις της Gallup, το ποσοστό των Αμερικανών εργαζομένων που χρησιμοποιούν συχνά εργαλεία AI εκτινάχθηκε από περίπου 7% σε περίπου 30% μέσα σε δύο χρόνια. Και σε αντίθεση με τον ηλεκτρισμό ή το διαδίκτυο, τα οικονομικά αποτελέσματα φαίνονται ήδη: «Αρχίζουμε να βλέπουμε επιδράσεις στην παραγωγικότητα, στην παραγωγή αλλά και στην απασχόληση πολύ νωρίτερα από προηγούμενες τεχνολογικές επαναστάσεις. Αυτό είναι ταυτόχρονα ενθαρρυντικό αλλά και ανησυχητικό, γιατί σημαίνει ότι όλα επιταχύνονται».
Το πρόβλημα δεν το εντοπίζει στα μοντέλα. Σε μελέτη του με τον Άντριου Τζόνστον διαπιστώνει ότι η μεγαλύτερη έκθεση μιας οικονομίας στo AI συνοδεύεται από υψηλότερη παραγωγικότητα και υψηλότερη απασχόληση, αλλά μόνο εκεί όπου οι εργαζόμενοι μπορούν να αλλάζουν δουλειά γρήγορα. «Οι ευέλικτες αγορές εργασίας λειτουργούν σαν το ανοσοποιητικό σύστημα μιας οικονομίας. Αν ένας εργαζόμενος χάσει τη δουλειά του αλλά βρίσκει γρήγορα μια νέα, τότε η οικονομία απορροφά πολύ πιο εύκολα το σοκ της τεχνολογικής αλλαγής».
Από αυτή την οπτική, η Ευρώπη είναι εκτεθειμένη. «Βραχυπρόθεσμα ίσως αποφύγει μέρος του πόνου. Μακροπρόθεσμα όμως το σοκ θα είναι μεγαλύτερο, επειδή η προσαρμογή θα γίνει πιο αργά».
Και οι τρεις καταλήγουν στο ίδιο σημείο, μολονότι ακολουθούν διαφορετικές διαδρομές: ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν βρίσκεται μόνο στις δυνατότητες της τεχνολογίας, αλλά στην καθυστέρηση των κοινωνιών να προετοιμαστούν και στην πεποίθηση ότι δεν μπορούν να επηρεάσουν την πορεία της.
Ο κ. Μακρίδης συμπυκνώνει την κοινή τους προειδοποίηση σε μία φράση: «To AI δεν είναι μια φυσική καταστροφή που απλώς συμβαίνει. Μπορούμε να τη σχεδιάσουμε έτσι ώστε να ενισχύει τις ανθρώπινες δυνατότητες. Το ερώτημα δεν είναι αν θα έρθει. Το ερώτημα είναι αν θα έχουμε προετοιμαστεί εγκαίρως».