01.11.2026
6’ READ TIME

Τι συνδέει τον Όμηρο με τους αστερίες;

Τα ζώα έχουν ονόματα ηλικίας 3.400 ετών. Και η ιστορία τους αρχίζει στην αρχαία Ελλάδα.
Ένας κόκκινος αστερίας
Φωτ.: Getty Images/Ideal Image
Billboard 1

Όταν ένας επιστήμονας ανακαλύπτει ένα νέο είδος ζώου, δεν του δίνει απλώς ένα όνομα. Προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι σε ένα παγκόσμιο σύστημα γνώσης, σε μια κοινή γλώσσα που επιτρέπει σε ερευνητές από διαφορετικές χώρες και εποχές να αναγνωρίζουν και να ταξινομούν τη ζωή στον πλανήτη.

Αυτή η γλώσσα παραμένει ενεργή μέχρι σήμερα. 

Κρύβεται στις επιστημονικές δημοσιεύσεις, στα μουσεία φυσικής ιστορίας και στις βάσεις δεδομένων των βιολόγων. 

«Ένα μεγάλο μέρος του λεξιλογίου αυτής της γλώσσας έχει τις ρίζες του στην αρχαία ελληνική, με ορισμένες λέξεις να πηγαίνουν έως και 3.400 χρόνια πίσω, στην εποχή της Γραμμικής Β΄», λέει στο WIRED Greece o θαλάσσιος βιολόγος Γεώργιος Καζανίδης, Επίτιμος Εταίρος της Σχολής Γεωεπιστημών στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.

Σε πρόσφατη μελέτη του, που δημοσιεύτηκε στο Zoological Journal of the Linnean Society, ο ίδιος εξετάζει την ετυμολογία των επιστημονικών ονομασιών των εχινοδέρμων, της ομάδας στην οποία ανήκουν οι αστερίες, οι αχινοί, οι οφίουροι, οι θαλάσσιοι κρίνοι και τα ολοθούρια.

Τα ευρήματά του επιβεβαιώνουν ότι η ανθρώπινη γνώση διατηρείται, μεταφέρεται και αποκτά νέες χρήσεις μέσα στους αιώνες.

Από τη Γραμμική Β στο εργαστήριο του 21ου αιώνα

Η καθιέρωση της διωνυμικής ονοματολογίας από τον Κάρολο Λινναίο με το εμβληματικό του έργο Systema Naturae, περί τα μέσα του 18ου αιώνα, έθεσε τις βάσεις για ένα διεθνές σύστημα ονοματοδοσίας των οργανισμών. Κάθε είδος αποκτά μια επιστημονική ονομασία, η οποία λειτουργεί ως κοινό σημείο αναφοράς ανεξάρτητα από τη γλώσσα του ερευνητή.

Φωτ.: Florilegius/Universal Images Group via Getty Images/Ideal Image

Ωστόσο, το γεγονός ότι τα επιστημονικά ονόματα γράφονται με λατινικούς χαρακτήρες δεν σημαίνει ότι προέρχονται απαραίτητα από τη λατινική γλώσσα.

Για να διερευνήσει αυτή τη διαφορά, ο Καζανίδης συγκέντρωσε 1.328 έγκυρα ονόματα γενών εχινοδέρμων, από τα οποία, τα 1.214 διέθεταν επαρκή στοιχεία για ετυμολογική ανάλυση. 

Ο ερευνητής εξέτασε τις αρχικές δημοσιεύσεις περιγραφής των γενών, διασταύρωσε τις πληροφορίες με λεξικά και αναζήτησε τις σχετικές λέξεις σε αρχαία κείμενα.

Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά: 

«Το 74,1% των ονομάτων αποτελείται αποκλειστικά από ελληνικά γλωσσικά στοιχεία, ενώ ένα επιπλέον 21,7% συνδυάζει στοιχεία διαφορετικής προέλευσης. Μόλις το 2,1% αποτελείται αποκλειστικά από λατινικά στοιχεία. Αντίστοιχα, από τα 824 γλωσσικά στοιχεία που εντοπίστηκαν, το 73,9% ήταν ελληνικά, το 12,7% λατινικά και το 13,3% προερχόταν από άλλες γλώσσες», αναφέρει.

Ωστόσο, τα ποσοστά αφορούν τα γένη των εχινοδέρμων που εξετάστηκαν και όχι το σύνολο των επιστημονικών ονομασιών όλων των οργανισμών. Παρόλα αυτά, αναδεικνύουν τον σημαντικό ρόλο της ελληνικής γλώσσας στη συγκεκριμένη επιστημονική ορολογία.

Τι συνδέει την Ιλιάδα και την Οδύσσεια με τους αστερίες;

Το πιο συναρπαστικό εύρημα της μελέτης αφορά τις πηγές των λέξεων. 

Ο Καζανίδης εντόπισε συνολικά 233 αρχαία κείμενα που συνδέονται με γλωσσικά στοιχεία των επιστημονικών ονομασιών.

Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Σύμφωνα με τη μελέτη, το 22,8% των γλωσσικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για τη σύνθεση των επιστημονικών ονομάτων εντοπίζονται για πρώτη φορά στην Ιλιάδα και το 8,3% στην Οδύσσεια. Συνολικά, σχεδόν το 1/3 των γλωσσικών στοιχείων αποδίδεται στα δύο ομηρικά έπη.

«Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Όμηρος περιέγραφε τα εχινόδερμα με τη σημερινή επιστημονική έννοια, αλλά ότι τα έργα του διασώζουν λέξεις που, πολλούς αιώνες αργότερα, μπόρεσαν να αξιοποιηθούν για επιστημονική ονοματοδοσία», σημειώνει ο επιστήμονας.

«Μια λέξη που εμφανίζεται στην ποίηση, στη μυθολογία ή στην καθημερινή ζωή μπορεί να αποκτήσει εντελώς διαφορετικό ρόλο όταν ένας επιστήμονας αναζητά έναν όρο για να περιγράψει έναν οργανισμό. Έτσι, η αρχαία γραμματεία γίνεται απρόσμενη πηγή για τη σύγχρονη βιολογία», συμπληρώνει.

Στις πηγές της έρευνας περιλαμβάνονται επίσης έργα του Αριστοτέλη, του Ηροδότου, του Αισχύλου, του Ησιόδου, του Ευριπίδη, του Πλάτωνα, και άλλων, καθώς και άλλα ποιητικά, φιλοσοφικά, ιστορικά, ιατρικά και οικονομικά κείμενα.

Το εύρημα αναδεικνύει μια ενδιαφέρουσα διάσταση της γλώσσας: οι λέξεις δεν παραμένουν εγκλωβισμένες στο πεδίο όπου γεννήθηκαν. 

Η επιστήμη συχνά δανείζεται όρους από άλλα πεδία, τους αποδίδει πιο συγκεκριμένο νόημα και τους εντάσσει σε νέα συστήματα γνώσης.

Γλωσσικές ρίζες 3.400 ετών

Η χρονολογική ανάλυση των γλωσσικών στοιχείων οδηγεί ακόμη πιο πίσω, στη μυκηναϊκή εποχή. 

Ορισμένα γλωσσικά στοιχεία των επιστημονικών ονομασιών συνδέονται με τη Γραμμική Β΄, το συλλαβικό σύστημα γραφής που χρησιμοποιούνταν στη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Η μελέτη καταγράφει ότι το 5,4% των στοιχείων που εξετάστηκαν αντιστοιχεί σε αυτή την πρώιμη περίοδο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα σημερινά επιστημονικά ονόματα υπήρχαν αυτούσια πριν από 3.400 χρόνια. Σημαίνει ότι οι γλωσσικές ρίζες ορισμένων στοιχείων τους μπορούν να αναχθούν σε τόσο παλιές μαρτυρίες.

«Η διάκριση είναι σημαντική», παρεμβαίνει ο Καζανίδης. 

«Άλλο η ηλικία μιας λέξης και άλλο η ηλικία της επιστημονικής χρήσης της».

Η ετυμολογία άλλωστε, δεν έχει μόνο ιστορικό ενδιαφέρον. Μπορεί να συμβάλει και στην ακριβέστερη επιστημονική τεκμηρίωση.

Ο συγγραφέας της μελέτης επισημαίνει ότι πολλές δημοσιεύσεις που περιγράφουν νέα ζωολογικά γένη δεν εξηγούν επαρκώς την προέλευση των ονομάτων τους. Αυτό δυσκολεύει τη μελλοντική επαλήθευση της σημασίας τους και μπορεί να διαιωνίσει λανθασμένες ερμηνείες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ελληνική λέξη «βρύσσος», η οποία συνδέεται με ονομασίες εχινοδέρμων. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η λέξη έχει συχνά μεταγραφεί λανθασμένα ως brissus αντί του bryssus.

Η περίπτωση δείχνει πώς η επαρκής γνώση της ελληνικής γλώσσας μπορεί να βοηθήσει στην ορθότερη κατανόηση της ιστορίας μιας επιστημονικής ονομασίας.

Ωστόσο, η ετυμολογία δεν καθορίζει από μόνη της την εγκυρότητα ενός ονόματος. Τη ζωολογική ονοματολογία διέπουν διεθνείς κανόνες οι οποίοι δίνουν τη δυνατότητα στους ζωολόγους να χρησιμοποιήσουν στοιχεία από όποια γλώσσα επιθυμούν, αρκεί να τηρούν αυτούς τους κανόνες ονοματοδοσίας και σύνταξης. 

«Στόχος είναι να γνωρίζουμε από πού προέρχονται οι λέξεις που χρησιμοποιούμε και πώς μετασχηματίστηκαν μέσα στον χρόνο», σχολιάζει ο Καζανίδης.

Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να αποκαλύψει την ιστορία των ονομάτων;

Η μέθοδος της μελέτης θα μπορούσε να εφαρμοστεί και σε άλλους επιστημονικούς κλάδους, όπως η βοτανική, η παλαιοντολογία και η μικροβιολογία.

Ο Καζανίδης επισημαίνει ότι η ορθή και ηθική χρήση της τεχνητής νοημοσύνης και η επεξεργασία μεγάλων συνόλων δεδομένων θα μπορούσαν να διευκολύνουν την ανάλυση ενός πολύ μεγαλύτερου αριθμού επιστημονικών ονομάτων.

«Φανταστείτε μια βάση δεδομένων που δεν θα καταγράφει μόνο το όνομα κάθε είδους και τα χαρακτηριστικά του, αλλά και την ιστορία κάθε λέξης που το περιγράφει. Θα μπορούσε να συνδέει μια ονομασία με την αρχική δημοσίευσή της, με τα αρχαία κείμενα από τα οποία προέρχεται και με τις γλωσσικές μεταβολές που υπέστη», λέει.

«Ένα τέτοιο σύστημα θα μετέτρεπε την ετυμολογία από μια συχνά παραμελημένη υποσημείωση σε αναπόσπαστο μέρος της επιστημονικής πληροφορίας».

Η τεχνητή νοημοσύνη, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της, εκτιμά ο Καζανίδης. 

Η ομοιότητα δύο λέξεων δεν αποδεικνύει κοινή καταγωγή, ενώ η ιστορική σημασία ενός όρου δεν προκύπτει πάντα από την πρώτη εμφάνισή του σε ένα κείμενο. Απαιτούνται έλεγχος πρωτογενών πηγών, λεξικογραφική τεκμηρίωση και εξειδικευμένη ανθρώπινη κρίση.

Η τεχνολογία μπορεί να επιταχύνει την αναζήτηση, αλλά η ιστορική ερμηνεία χρειάζεται αποδείξεις.

Η αρχαία ελληνική γλώσσα δεν περιορίζεται στα μουσεία, στις σχολικές αίθουσες ή στα κλασικά κείμενα. Παραμένει ενσωματωμένη σε ένα διεθνές επιστημονικό λεξιλόγιο που εξελίσσεται διαρκώς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η σύγχρονη επιστήμη αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό επίτευγμα. Είναι αποτέλεσμα της συμβολής πολλών πολιτισμών και γλωσσών, με τη λατινική να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση της επιστημονικής ονοματολογίας.

Η έρευνα του Καζανίδη φωτίζει μια συγκεκριμένη αλλά ουσιαστική πραγματικότητα.

Πίσω από ένα μέρος της σημερινής ζωολογικής ορολογίας βρίσκεται καταγεγραμμένη μια γλωσσική διαδρομή που περνά από τη μυκηναϊκή εποχή, τα ομηρικά έπη και την αρχαία φιλοσοφία, προτού φτάσει στα σύγχρονα επιστημονικά περιοδικά.

Την επόμενη φορά λοιπόν, που θα διαβάσετε π.χ. σε ένα μουσείο ή σε ένα κατάλογο ειδών το επιστημονικό όνομα ενός αστερία ή ενός αχινού, ίσως αξίζει να σκεφτείτε ότι δεν πρόκειται απλώς για μια ετικέτα.

Μπορεί να διαβάζετε μια λέξη που άλλαξε νόημα, ταξίδεψε ανάμεσα σε πολιτισμούς και επέζησε για χιλιάδες χρόνια, μέχρι να βρει μια θέση στην επιστήμη του 21ου αιώνα.

© WIRED Greece. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση αποσπασμάτων μόνο με ενεργό σύνδεσμο προς το πρωτότυπο άρθρο και σαφή αναφορά στο WIRED Greece.
Για πλήρη αναδημοσίευση απαιτείται προηγούμενη γραπτή άδεια.
Βασιλική Μιχοπούλου, Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, με υποτροφία του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, κατέχει Μάστερ στις… Περισσότερα

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO