Υπάρχει ένα νέο είδος συσκευής στα ράφια, σχεδιασμένο για να το αγνοείτε το 99% χρόνου. Χρειάζεται την προσοχή σας μόνο όταν η μπαταρία του κοντεύει να εξαντληθεί. Αναφέρομαι στα wearables χωρίς οθόνη. Σπάνια τα κοιτάτε ή τα αγγίζετε, κι όμως συλλέγουν στατιστικά υγείας μέρα και νύχτα, ώστε να μπορείτε να τα δείτε αργότερα σε μια εφαρμογή, όταν και αν μπορέσετε να βρείτε χρόνο.
Η δημοτικότητά τους έχει εκτοξευθεί τελευταία και αναμένεται να τραβήξουν ακόμη περισσότερο την προσοχή τους επόμενους μήνες. Σήμερα υπάρχουν το Garmin Cirqa, το Google Fitbit Air, το Polar Loop, το Amazfit Helio Strap και η σειρά Whoop – ο αρχικός πρωτοπόρος αυτής της κατηγορίας. Η Apple εξετάζει τη δική της εκδοχή της ιδέας, σύμφωνα με το Bloomberg. Μια απάντηση στο μεγάλο ερώτημα «γιατί;» είναι ότι πολλοί από εμάς έχουμε σιχαθεί την τεχνολογία και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που μονοπωλούν την προσοχή μας.
Έχω μια στήλη που αξιολογώ wearables από τότε που έγιναν ευρέως γνωστά, από τα πρώτα κύματα Fitbit από το 2009 και μετά. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή η νέα γενιά trackers μοιάζει με επιστροφή σε εκείνες τις μέρες. Όταν χρησιμοποιούσα το Fitbit Ultra, ένα tracker του 2011 που κουμπωνε στο τζιν, του έδινα τόσο λίγη σημασία που πέρασαν δύο μέρες μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι το είχα χάσει κάπου στους δρόμους του Ζάγκρεμπ, στην Κροατία. Αν και γοητεύτηκα από τα μικρά κινούμενα σχεδιάκια τύπου Tamagotchi στην οθόνη του Fitbit Zip το 2012, και αυτό – όπως και το Fitbit Air – δεν ήταν κάτι στο οποίο έπρεπε να δίνεις σημασία περισσότερες από δύο φορές την ημέρα, το πολύ.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, περνάω τις περισσότερες μέρες κοιτάζοντας ένα Garmin, Samsung, Fitbit, Coros δεκάδες ή εκατοντάδες φορές την ημέρα. Μηνύματα στο WhatsApp και emails δονούνται στις μικρές οθόνες τους και ο καρπός μου ανασηκώνεται για να δω τι συμβαίνει. Όταν φοράω ένα ρολόι Garmin, παρασύρομαι επίσης και αρχίζω να ελέγχω τις βραδινές και πρωινές «αναφορές» αλλά και να κοιτάζω παθολογικά τη βαθμολογία του ύπνου μου μόλις ξυπνάω. Και ας μην αναφέρουμε καν τις ειδοποιήσεις κίνησης, μια ενοχλητική υπενθύμιση που έχουν τα wearables εδώ και χρόνια.
Τι έχει γίνει με τα wearables
Μέρος της προώθησης της νέας γενιάς wearables είναι ότι, κατά κάποιον τρόπο, αποτελούν το αντίθετο από αυτό στο οποίο έχουν εξελιχθεί τα υπόλοιπα ρολόγια. Τα fitness ρολόγια μοιάζουν περισσότερο από ποτέ με smartwatches. Οι οθόνες OLED είναι σχεδόν πανταχού παρούσες ακόμη και σε trackers υγείας, ενώ τα wearables για απαιτητικό τρέξιμο σας επιτρέπουν να επικοινωνείτε και με βοηθούς AI. Και όλα αυτά έγιναν, παρόλο που τα smartwatches δεν εκπλήρωσαν ποτέ πραγματικά την αρχική υπόσχεση τους για μια εφαρμογή που θα άλλαζε τη ζωή μας.
Σίγουρα, τα Apple Watches μπορεί να έχουν σώσει μια-δυο ζωές, αλλά δεν τα αγοράζεις απαραίτητα γι’ αυτό. Περίμενα χρόνια για να γράψω για smartwatches που θα άλλαζαν τα δεδομένα και αντ’αυτού είδα ολόκληρα οικοσυστήματα wearables να μαραίνονται σαν παραμελημένα φυτά. Τα wearables χωρίς οθόνη θέλουν να επαναπροσδιορίσουν ολόκληρη την κατηγορία.
Ο πιο ενδιαφέρων παράγοντας δεν είναι ότι σήμερα υπάρχουν λουράκια όπως το Fitbit Air, αλλά το γιατί συμβαίνουν όλα αυτά το 2026. Αυτά τα wearables είναι σε μεγάλο βαθμό μια περίπτωση αφαίρεσης στον σχεδιασμό. Μοιάζουν πολύ με ένα κανονικό fitness tracker – με αισθητήρα καρδιακών παλμών, μπαταρία, επιταχυνσιόμετρο, πομπό Bluetooth και άλλα – χωρίς όμως την οθόνη.
Η Whoop κατασκευάζει wearables χωρίς οθόνη από την πρώτη της επίσημη κυκλοφορία το 2015, αλλά η αλλαγή στο πώς βλέπει η ίδια η Whoop τον εαυτό της αντικατοπτρίζει την αλλαγή που βλέπουμε στην ευρύτερη αγορά. Σήμερα, ένα λουράκι Whoop είναι φτιαγμένο για σχεδόν οποιονδήποτε διαθέτει τα χρήματα για να πληρώσει την ετήσια συνδρομή των 199 δολαρίων. Είναι ένα σύστημα που «σας βοηθά να βελτιώσετε τον τρόπο που κοιμάστε, προπονείστε και νιώθετε – ξεκινώντας από την πρώτη μέρα». Αυτό απέχει από τον σοβαροφανή τρόπο με τον οποίο περιέγραφε τον εαυτό της η Whoop το 2015, δηλαδή ως «ένα σύστημα βελτιστοποίησης της απόδοσης, σχεδιασμένο αποκλειστικά για αθλητές και ομάδες υψηλού επιπέδου». Κοίτα να δεις τι αλλαγή φέρνει μια δεκαετία.
Πάντως, ακόμα κι αν η Whoop βασιζόταν στην κοινή πλέον έννοια της «ετοιμότητας για προπόνηση», τα πράγματα έχουν αλλάξει δραστικά. Επομένως, αν και είναι δελεαστικό να πούμε ότι το Fitbit της Google και οι υπόλοιπες εταιρείες τρέχουν να προλάβουν τη Whoop, δεν πρόκειται ακριβώς γι’ αυτό. Οι εταιρείες αυτές έχουν απλά εστιάσει σε έναν τρόπο ζωής «χαμηλής απόσπασης προσοχής», ακριβώς όπως έκαναν και οι άλλες μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας.
Σε τουλάχιστον τρία μέτωπα, αυτό μπορεί να αποδοθεί, έως έναν βαθμό, στο AI.
To ΑΙ ως ο «καλός» και ο «κακός» της υπόθεσης
Ενώ σχεδόν κάθε ανταγωνιστής της Whoop λέει ότι η συσκευή του μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς συνδρομή, ορισμένες από αυτές τις εταιρείες βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στο AI για να κάνουν επιπλέον πωλήσεις και να βγάλουν χρήματα
Πάρτε για παράδειγμα τη Google και το Fitbit Air. Χωρίς συνδρομή, η εφαρμογή φαίνεται αρκετά όμορφη αλλά είναι σχετικά λιτή. Παρέχει στατιστικά και διαγράμματα, αλλά αν θέλετε αναλυτικές εξηγήσεις για το τι σημαίνουν όλα αυτά, χρειάζεστε το Google Health Premium με 10 δολάρια τον μήνα. Οι αριθμοί και οι γραμμές των γραφημάτων γίνονται παράγραφοι που αναφέρονται σε συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες ή γεγονότα της ημέρας επειδή, όπως λέει και ο κωμικός και podcaster John Hodgman, «η εξειδίκευση είναι η ψυχή της αφήγησης».
Και αυτή είναι μόνο η αρχή. «Η χρήση του AI στην παρακολούθηση και την καθοδήγηση της υγείας και της ευεξίας βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο ανάπτυξης, αλλά πιθανότατα θα γίνει σημαντικά πιο προηγμένη καθώς το AI ωριμάζει», λέει ο Peter Richardson, αντιπρόεδρος και συνιδρυτής της Counterpoint Research.
Πάντως εγώ βρίσκω τις πολυλογίες του chatbot του Google Fitbit αρκετά εκνευριστικές και μπορεί να προτιμώ ακόμη και την εμπειρία χωρίς συνδρομή. Όμως η δουλειά μου με ανάγκασε να περάσω από τη μη ζηλευτή διαδικασία του να μάθω τι σημαίνει πραγματικά το VO2 Max, τι υποδηλώνουν οι τάσεις της μεταβλητότητας του καρδιακού ρυθμού και πάει λέγοντας: πράγματα που δεν αποτελούν τον κανόνα για τον μέσο χρήστη.
Το AI θα μπορούσε να λύσει αυτό το μακροχρόνιο πρόβλημα με τα wearables, δηλαδή το ότι οι άνθρωποι αδιαφορούν για τα δεδομένα μόλις δουν κάτι παραπάνω από τον ημερήσιο αριθμό βημάτων τους. Αυτή η χρήση του AI θα γινόταν καλύτερα στο τηλέφωνο παρά στην οθόνη ενός ρολογιού, καθιστώντας την έλλειψη οθόνης πλεονέκτημα.
Technostress
Έχω ακούσει από πολλούς φίλους ότι στις πρόσφατες αξιολογήσεις της δουλειάς τους, οι ανώτεροι απαιτούσαν από αυτούς μεγαλύτερη χρήση του AI.
Η Elizabeth Marsh, διδακτορική ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ που μελετά τη σκοτεινή πλευρά του ψηφιακού χώρου εργασίας, διαπιστώνει ότι τα ψηφιακά εργαλεία προκαλούν σταθερά μια σειρά από βλάβες: τεχνολογικό άγχος (technostress), υπερφόρτωση πληροφοριών και θολά όρια μεταξύ εργασίας και σπιτικού περιβάλλοντος.
«Αυτά φαίνεται να έχουν γίνει το αναμενόμενο υποπροϊόν ενός περιβάλλοντος όπου ο όγκος και ο ρυθμός των ψηφιακών απαιτήσεων έχουν αυξηθεί ταχύτερα από την ικανότητα των ανθρώπων να τα αφομοιώσουν», λέει η Marsh στο WIRED, σημειώνοντας ότι η υπερφόρτωση πληροφοριών και ο φόβος ότι χάνεις κάτι (FOMO) σχετίζονται άμεσα με τη χαμηλότερη ευεξία και την υψηλότερη ψυχική καταπόνηση.
Πρόκειται για ένα καλό επιχείρημα για να μην εμφανίζονται ειδοποιήσεις στον καρπό, το τηλέφωνο και τον υπολογιστή της δουλειάς σας αλλά και οπουδήποτε αλλού όπου οι υποχρεώσεις σας παίρνουν ψηφιακή μορφή.
«Οι συμμετέχοντες περιέγραψαν τις ειδοποιήσεις με έντονους όρους. Ένας είπε: “με κάνουν μερικές φορές να νιώθω στην τσίτα και με γεμίζουν άγχος, επηρεάζοντας την ψυχική μου υγεία”. Ένας άλλος περιέγραψε ότι ένιωθε θυμό με τον αποστολέα που του “έπαιρνε τον χρόνο”, ενώ ταυτόχρονα ένιωθε άσχημα που δεν απαντούσε αμέσως», λέει η Marsh.
Διαπίστωσε όμως ότι η απλή αποκοπή των ειδοποιήσεων δεν ήταν απαραίτητα λύση, καθώς οι άνθρωποι ανησυχούσαν ότι θα χάσουν κάτι. Με τα wearables χωρίς οθόνη μπορείτε ακόμα να λαμβάνετε τη βαθμολογία του ύπνου σας και τον αριθμό των βημάτων σας, χωρίς να προβάλλεται κατά τη διάρκεια της ημέρας. Με ένα Garmin Cirqa, μπορείτε ακόμα και να δείτε χάρτες από τρεξίματα και περιπάτους χωρίς να έχετε πατήσει ποτέ το κουμπί «έναρξη προπόνησης». Τίποτα δεν χρειάζεται να δονείται ούτε να απαιτεί την καθημερινή φροντίδα φόρτισης ενός Apple Watch.
Και αυτό είναι ίσως το κλειδί. Τόσες πολλές εταιρείες τεχνολογίας κατασκευάζουν αυτά τα wearables χαμηλής απόσπασης προσοχής επειδή τόσοι πολλοί από εμάς φτάνουμε στο σημείο να θέλουμε να αποσυνδεθούμε εντελώς, τουλάχιστον εκεί που μπορούμε.
Ψηφιακή ενσυνειδητότητα
Η προτεινόμενη στρατηγική της Marsh για την αντιμετώπιση της τεχνολογικής καταπόνησης είναι αυτό που αποκαλεί «ψηφιακή ενσυνειδητότητα», δηλαδή η «επίγνωση του πώς αλληλεπιδρούμε με την τεχνολογία, αντί να λειτουργούμε στον αυτόματο πιλότο».
Η ψηφιακή ενσυνειδητότητα περιλαμβάνει τρία πράγματα: «Πρόθεση: να έχετε έναν σαφή σκοπό για τον οποίο πιάνετε τη συσκευή εξαρχής, αντί απλά να την πιάνετε και μετά να αναρωτιέστε πού πήγαν είκοσι λεπτά», λέει. «Προσοχή: να μένετε σε αυτό που επιλέξατε να κάνετε και να αντιστέκεστε στην έλξη οτιδήποτε άλλου ανταγωνίζεται την προσοχή σας. Και λίγη πυγμή: να συμπεριφέρεστε στον εαυτό σας με καλοσύνη και υπομονή όταν τα πράγματα πάνε στραβά, καθώς η αυτοκριτική για τη σχέση μας με την τεχνολογία, τείνει να τη χειροτερεύει αντί να τη βελτιώνει».
Βέβαια, η αγορά ενός tracker χωρίς οθόνη, όπως το Fitbit Air, δεν αποτελεί από μόνη της ψηφιακή ενσυνειδητότητα. Είναι όμως πιο συμβατή με την υιοθέτηση αυτής της νοοτροπίας σε σύγκριση με ένα smartwatch που βγάζει συνεχώς ειδοποιήσεις και δονείται.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτα στο WIRED US και μεταφράστηκε από τα αγγλικά.