Γιατί γελάμε όταν κάποιος γαργαλάει τις μασχάλες ή τις πατούσες μας; Γιατί ορισμένα σημεία του σώματος μοιάζουν σχεδόν «φτιαγμένα» για γαργαλητό, ενώ άλλα όχι; Και τελικά, το μοτίβο του γαργαλητού εξαρτάται ή όχι από την κουλτούρα μέσα στην οποία ζούμε και μεγαλώνουμε;
Για περισσότερα από 2.000 χρόνια, το γαργαλητό, ως αντικείμενο μελέτης, βρίσκεται σε μια παράξενη γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην επιστήμη, τη φιλοσοφία και το παιχνίδι.
Ο Αριστοτέλης και ο Σωκράτης είχαν αναρωτηθεί γιατί ένα τόσο απλό άγγιγμα προκαλεί μια τόσο έντονη αντίδραση, χωρίς όμως η σύγχρονη επιστήμη να έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να δώσει μια σαφή απάντηση.
Τώρα μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature Human Behaviour επιχειρεί να απαντήσει στα παραπάνω ερωτήματα με έναν τρόπο που μέχρι τώρα δεν είχε εμφανιστεί στην έρευνα.
Οι ερευνητές δημιούργησαν έναν λεπτομερή χάρτη με τα σημεία στο ανθρώπινο σώμα που αντιδρούν στο γαργαλητό.

Η ομάδα μελέτησε 448 ανθρώπους ηλικίας 18 έως 30 ετών (το 50% γυναίκες) από τρεις διαφορετικές πολιτισμικές ομάδες (Κινέζους, Ολλανδούς και Έλληνες) και διαπίστωσε ότι το γαργαλητό δεν είναι απλώς μια προσωπική ή πολιτισμική ιδιοτροπία. Αντίθετα, φαίνεται να αποτελεί μια εξαιρετικά σταθερή ανθρώπινη εμπειρία, με συγκεκριμένη σωματική «τοπογραφία».
«Το πρώτο εντυπωσιακό εύρημα είναι η καθολικότητα αυτής της συμπεριφοράς. Το 98,4% των συμμετεχόντων δήλωσαν ότι τους έχουν γαργαλήσει τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους, ενώ το 95,8% ότι έχουν γαργαλήσει κάποιους άλλους σε μασχάλη, κοιλιά ή πέλμα, κάνοντάς τους φυσικά να ξεκαρδιστούν», περιγράφει στο WIRED Greece, η Ελληνίδα συν-συγγραφέας της μελέτης Κωνσταντίνα Κιλτένη, Επίκουρη Καθηγήτρια και Επικεφαλής Ερευνητικής Ομάδας στο Τμήμα Νευροεπιστημών του Karolinska Institutet και στο Donders Institute for Brain, Cognition and Behaviour του Πανεπιστημίου Radboud στην Ολλανδία.
«Το σημαντικό είναι ότι το ίδιο μοτίβο γαργαλητού εμφανίστηκε και στις τρεις πολιτισμικές ομάδες συμμετεχόντων. Οι Έλληνες, οι Ολλανδοί και οι Κινέζοι περιέγραψαν παρόμοιες σωματικές αντιδράσεις και, κυρίως, υπέδειξαν τα ίδια σημεία του σώματος ως ιδιαίτερα ευαίσθητα στο γαργαλητό».
«Ζωγραφίζοντας» το γαργαλητό
Για να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει με το γαργαλητό στο ανθρώπινο σώμα, οι ερευνητές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να «ζωγραφίσουν» πάνω σε ψηφιακά ανθρώπινα σώματα τα σημεία όπου γαργαλιούνται δηλαδή, να χρωματίσουν περισσότερο τις περιοχές όπου ένιωθαν το γαργαλητό συχνότερα ή πιο έντονα.
Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ενός πραγματικού χάρτη των «hotspots» αντίδρασης στο γαργαλητό του ανθρώπινου σώματος. Το γαργαλητό από φίλους και συγγενείς «ζωγραφίστηκε» στις μασχάλες, την κοιλιά, τον λαιμό και τα πέλματα. Το γαργαλητό από ερωτικό σύντροφο, «ζωγραφίστηκε» ως ένα επιπλέον «hotspot» στη βουβωνική χώρα και στο εσωτερικό των μηρών.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τεχνικές μηχανικής μάθησης για να ελέγξουν αν ένας χάρτης από τη μία πολιτισμική ομάδα μπορούσε να προβλέψει τον χάρτη μιας άλλης και διαπίστωσαν ότι μπορούσε.
«Το μοντέλο κατάφερε να αναγνωρίσει τη σωματική “τοπογραφία” του γαργαλητού σε Κινέζους, Ολλανδούς και Έλληνες, ακόμη και όταν κάθε ομάδα έμενε εκτός της εκπαίδευσης του υπολογιστικού μοντέλου. Η ίδια γενίκευση παρατηρήθηκε και από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά και μεταξύ ανδρών και γυναικών», προσθέτει η Ελληνίδα επιστήμονας .
«Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει απλώς μια πολιτισμική συμφωνία γύρω από το γαργαλητό. Υπάρχει ένας βαθύτερος, οργανωμένος σωματικός μηχανισμός».
Δεν γαργαλάμε τυχαία οποιονδήποτε
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης το κοινωνικό πλαίσιο του γαργαλητού και διαπίστωσαν ότι δεν γαργαλάμε τυχαία οποιονδήποτε άνθρωπο. Οι οικογένειες και οι φίλοι προηγούνται, ακολουθούν οι σύντροφοι και πολύ λιγότερο οι άνθρωποι με τους οποίους έχουμε μόνο επαγγελματική σχέση. Με άλλα λόγια, το γαργαλητό φαίνεται να συνδέεται στενά με την οικειότητα και ξεκινά από την παιδική ηλικία.
Οι συμμετέχοντες θυμήθηκαν ότι όταν ήταν μικροί τους γαργαλούσαν συχνότερα μεγαλύτερα ή συνομήλικα παιδιά και ότι και οι ίδιοι γαργαλούσαν κυρίως συνομηλίκους και μικρότερα παιδιά. Στην ενήλικη ζωή συνεχίστηκε το ίδιο παιχνίδι αλλά πιο αραιά. Περίπου το 95,5% των συμμετεχόντων δήλωσαν ότι τους είχαν γαργαλήσει όταν ήταν παιδιά, ενώ το 86,8% όταν ήταν ενήλικοι.
Παρόμοια συμπεριφορά έχει παρατηρηθεί σε μεγάλους πιθήκους, ιδιαίτερα σε χιμπαντζήδες και μπονόμπο. Και εκεί το γαργαλητό εμφανίζεται κυρίως ως μορφή κοινωνικού παιχνιδιού ανάμεσα σε άτομα με στενούς δεσμούς, συχνά μεταξύ ενηλίκων και νεαρών ζώων. Οι πίθηκοι με τα χέρια τους γαργαλάνε μασχάλες, κοιλιά, λαιμό και πέλματα σε άλλα άτομα, προκαλώντας την παραγωγή ήχων που μοιάζουν με το ανθρώπινο γέλιο.
«Αυτό ενισχύει την ιδέα ότι το γαργαλητό μπορεί να είναι πολύ παλαιότερο από τον σύγχρονο άνθρωπο και ότι δεν αποτελεί απαραίτητα ένα πολιτισμικό παιχνίδι που μάθαμε από τους γονείς μας. Αντίθετα, μπορεί να είναι μια εξελικτικά διατηρημένη συμπεριφορά, η οποία συνδέεται με το κοινωνικό παιχνίδι, τη δημιουργία δεσμών και την επικοινωνία», λέει η Δρ Κιλτένη.
Υπάρχει όμως μια μεγάλη αντίφαση, το γαργαλητό μπορεί να φαίνεται ευχάριστο, αλλά δεν είναι πάντα. Περίπου το 42% των συμμετεχόντων δήλωσαν ότι το απολάμβαναν στην παιδική ηλικία, όπως και το περίπου 35% στην ενήλικη ζωή. Την ίδια ώρα για τον 1 στους 4 αυτή η εμπειρία ήταν δυσάρεστη. Η συντριπτική πλειονότητα πάντως, δεν το θεωρούσε επώδυνο.
Το παράδοξο είναι ότι παρότι το 76,8% των συμμετεχόντων θεωρεί ότι γαργαλάμε κάποιον για να γελάσει, για ένα άλλο μεγάλο ποσοστό των συμμετεχόντων το γέλιο αυτό δεν αντανακλά πραγματική απόλαυση, γεγονός που δείχνει ότι το γέλιο από μόνο του δεν αποτελεί έναν αξιόπιστο δείκτη ευχαρίστησης.
Καταρρίπτοντας παλιές θεωρίες
Το εύρημα έγινε ακόμη πιο ενδιαφέρον όταν οι ερευνητές σύγκριναν τον χάρτη του γαργαλητού με χάρτες άλλων αισθήσεων και είδαν πως δεν ταυτίζονται. Τα σημεία που είναι εξαιρετικά ευαίσθητα στην αφή, για παράδειγμα οι παλάμες, δεν συγκαταλέγονται στις περιοχές του σώματος όπου γαργαλιόμαστε έντονα. Στην πραγματικότητα, περιοχές με υψηλή πυκνότητα νεύρωσης δύσκολα νιώθουν ίσως το γαργαλητό.
«Αυτό καταρρίπτει μια από τις παλιότερες υποθέσεις ότι όσο πιο ευαίσθητο είναι ένα σημείο στην αφή, τόσο περισσότερο θα γαργαλιέται. Τα δεδομένα δεν την επιβεβαιώνουν», λέει η Δρ Κιλτένη.
«Ούτε η θεωρία ότι το γαργαλητό σχετίζεται απλώς με το πάχος του δέρματος φαίνεται να εξηγεί τον χάρτη, ούτε η ιδέα ότι τα σημεία όπου γαργαλιόμαστε είναι απλώς ερωτογενείς ζώνες».
Η μελέτη μάλιστα, εντόπισε μια αρνητική σχέση ανάμεσα στην ευχαρίστηση από το άγγιγμα και στο γαργαλητό. Περιοχές που στο άγγιγμα προκαλούν περισσότερο ηδονικό συναίσθημα δεν είναι κατ’ ανάγκη αυτές που νιώθουν πολύ έντονα το γαργαλητό.
Στη συζήτηση μπαίνει και ο Δαρβίνος. Σύμφωνα με μια θεωρία που διατύπωσε τον 19ο αιώνα, τα σημεία που αγγίζονται σπάνια είναι πιθανότερο να νιώθουν γαργαλητό. Η νέα έρευνα βρίσκει πράγματι σημαντική σχέση ανάμεσα στη χαμηλή συχνότητα αγγίγματος και στην ένταση του γαργαλητού.
«Η πιθανή εξήγηση είναι η έκπληξη. Ένα άγγιγμα σε μια περιοχή που δέχεται συχνά ερεθίσματα είναι κάτι αναμενόμενο για τον εγκέφαλο. Αντίθετα, ένα ξαφνικό άγγιγμα σε μια περιοχή που σπάνια αγγίζεται μπορεί να προκαλέσει ισχυρότερη αντίδραση. Είναι σαν να διερωτάται ο εγκέφαλος: “Τι ήταν αυτό;”», σημειώνει η Δρ Κιλτένη.
Υπάρχει μάλιστα, ένα πιθανό αυτοτροφοδοτούμενο σύστημα. Μια περιοχή μπορεί να είναι ευαίσθητη στο γαργαλητό επειδή σπάνια αγγίζεται, και να αγγίζεται σπάνια ακριβώς επειδή είναι ευαίσθητη στο γαργαλητό.
Οι ερευνητές πάντως, τονίζουν ότι καμία από τις θεωρίες που εξέτασαν δεν μπορεί από μόνη της να εξηγήσει το σύνθετο αυτό φαινόμενο.
Η συχνότητα του αγγίγματος φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο, αλλά συνδυάζεται πιθανώς με άλλους νευροβιολογικούς και ψυχοκοινωνικούς παράγοντες.
Και υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια. Η συγκεκριμένη έρευνα εξέτασε το έντονο γαργαλητό αυτό που συχνά ονομάζεται ‘gargalesis’, το οποίο δεν είναι το ίδιο με το ελαφρύ, σχεδόν ανεπαίσθητο γαργαλητό που μπορεί να προκαλέσει ένα φτερό πουλιού ή μια τρίχα πάνω στο δέρμα, γνωστό ως ‘knismesis’. Είναι πιθανό οι δύο αισθήσεις να έχουν διαφορετική νευροβιολογία και διαφορετική σωματική τοπογραφία.
Η μελέτη ωστόσο, δεν εξέτασε τη συναίνεση και το πλαίσιο του γαργαλητού. Το ίδιο άγγιγμα μπορεί να εκληφθεί ως παιχνίδι όταν προέρχεται από έναν γονέα ή σύντροφο και ως ανεπιθύμητη ή παρεμβατική επαφή όταν προέρχεται από έναν άγνωστο.
Το νόημα του γαργαλητού δεν βρίσκεται επομένως μόνο στο δέρμα, αλλά και στη σχέση μεταξύ των ανθρώπων.
Όπως και να’ χει, η επιστήμη δεν έχει ακόμη λύσει το μυστήριο του γαργαλητού αφήνοντας αναπάντητη την ερώτηση για ποιον ακριβώς λόγο υπάρχει. Έχει όμως, πλέον έναν καλό χάρτη για να το ψάξει.
«Και ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η απόδειξη πως μια από τις πιο κοινές και φαινομενικά ασήμαντες ανθρώπινες εμπειρίες κρύβει μέσα της ένα μικρό κομμάτι της εξελικτικής μας ιστορίας», καταλήγει η Δρ Κιλτένη.