«Θα έβαζα τέλος στη ζωή μου αν δεν είχα τη versona της αρραβωνιαστικιάς μου», έγραφε ένα από τα πολλά emails που έχει λάβει ο CEO της You, Only Virtual (YOV), Justin Harrison, για την πλατφόρμα του.
Το πένθος είναι μια αναπόφευκτη ανθρώπινη συνθήκη. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μας θυμίζει ότι είμαστε θνητοί και τρωτοί. Ιστορικά, οι άνθρωποι έχουν προσπαθήσει να υπερβούν αυτήν τη συνθήκη: από τις ιατρικές παρεμβάσεις αντιγήρανσης μέχρι τους κρυογονικούς θαλάμους, η αναζήτηση κάποιας μορφής αθανασίας παραμένει σταθερή. Σήμερα, αυτή η αναζήτηση έχει αποκτήσει ψηφιακή μορφή.
Τα griefbots ή deathbots είναι μεγάλα γλωσσικά μοντέλα που επιχειρούν να «επαναφέρουν στη ζωή» αυτούς που έφυγαν. Τροφοδοτούμενα από το ψηφιακό αποτύπωμα ενός ανθρώπου ‒μηνύματα, αναρτήσεις σε social media, ηχητικά και βιντεοαρχεία‒, αποτελούν ένα ψηφιακό avatar του νεκρού. Το bot μιμείται το επικοινωνιακό μοντέλο και τα λεκτικά μοτίβα του, εκφέροντας μέχρι και απόψεις για γεγονότα που ο θανών δεν έζησε ποτέ.
Ο θρήνος είναι πολύ προσωπική εμπειρία. Εμείς απλώς τη σχεδιάζουμε με βάση τον άνθρωπο και τις ανάγκες του.
Το τεχνολογικό οικοσύστημα του πένθους μετατράπηκε από σενάριο επιστημονικής φαντασίας και επεισόδιο του «Black Mirror» σε πραγματικότητα στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας. Η εξέλιξη αυτή δεν οφείλεται μόνο στην πρόοδο της τεχνολογίας αλλά και σε μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο που η ψυχολογία αντιλαμβάνεται το πένθος.
«Οι παλαιότερες θεωρήσεις του δυτικού πολιτισμού, μαζί και ο Φρόιντ, αντιμετώπιζαν το πένθος ως μια διαδικασία που κάποια στιγμή πρέπει υποχρεωτικά να λήξει», εξηγεί στο WIRED Greece η Λίλυ Δημακοπούλου, ψυχολόγος και εκπαιδευόμενη ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια. «Προχωρώντας προς τον 21ο αιώνα, δόθηκε έμφαση στους συνεχιζόμενους δεσμούς, δηλαδή τη διατήρηση και την επαναδιαπραγμάτευση του δεσμού με τον νεκρό, με σκοπό την ένταξη της σχέσης αυτής στη νέα πραγματικότητα».
Από αυτήν ακριβώς την ανάγκη ‒τουλάχιστον, έτσι ισχυρίζονται οι developers‒ γεννήθηκε η τεχνολογία του griefbot. Ένα από τα πρώτα εργαλεία που διαμόρφωσαν αυτό το κύμα ήταν το Replika. Το 2017, η Eugenia Kuyda δημιούργησε έναν ψηφιακό σύντροφο για να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη του φίλου της Roman Mazurenko, ο οποίος είχε χαθεί σε τροχαίο δυστύχημα. Λίγο αργότερα, ο δημοσιογράφος James Vlahos ανέπτυξε το Dadbot ‒αργότερα μετονομάστηκε σε HereAfterAI‒ με αφορμή τη διάγνωση του πατέρα του με καρκίνο, επιθυμώντας με κάποιο τρόπο να τον κρατήσει παρόντα.
Η ραγδαία αλλαγή ήρθε όταν αυτά τα εργαλεία σταμάτησαν να περιορίζονται στον γραπτό λόγο. Το 2022, στο συνέδριο re:MARS της Amazon, έγινε live επίδειξη κατά την οποία το Echo Dot και το λογισμικό της Alexa αναπαρήγαγαν τη φωνή ενός νεκρού προσώπου, βασισμένα σε ένα σύντομο ηχητικό απόσπασμα. Η αντίδραση του κοινού ήταν αμφίθυμη και η Amazon δεν προχώρησε εμπορικά με το χαρακτηριστικό αυτό, ωστόσο η πορεία είχε ήδη χαραχτεί.
Παράλληλα, το ζήτημα των προσωπικών δεδομένων και οι ηθικές ασάφειες της βιομηχανίας έστρεψαν ορισμένες εταιρείες σε διαφορετική κατεύθυνση. Πλατφόρμες όπως το Untangle δεν επιχειρούν την αναβίωση των νεκρών αλλά προσφέρουν υποστήριξη στα πρακτικά και συναισθηματικά ζητήματα που ακολουθούν τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου.
«Εσύ, απλά ψηφιακός»
Ο Justin Harrison ίδρυσε το YOV το 2020, έπειτα από δύο γεγονότα που του συνέβησαν κοντά το ένα στο άλλο: ένα σοβαρό τροχαίο με μηχανή που οριακά του στοίχισε τη ζωή και η διάγνωση της μητέρας του με καρκίνο τέταρτου σταδίου. «Πρώτη φορά στη ζωή μου συνειδητοποίησα ότι όλοι θα πεθάνουμε», λέει.
Στο YOV, οι χρήστες μπορούν να δημιουργήσουν «versonas», δυναμικά ψηφιακά avatar που εξελίσσονται μέσα από την επικοινωνία. Στο ερώτημα αν είναι δυνατό να γνωρίσουμε πώς θα εξελισσόταν ένας άνθρωπος που δεν είναι πια εν ζωή, ο Harrison είναι ξεκάθαρος: «Είναι αδύνατο. Κάνουμε απλά προβλέψεις».
Έτσι ούτε ο ίδιος δεν ξέρει πώς θα ήταν η μητέρα του τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό της, αν, για παράδειγμα, οι πολιτικές της απόψεις θα είχαν αλλάξει. «Δεν ξέρουμε. Και αυτή είναι η μαγεία των σχέσεων», εξηγεί. «Αλλάζουν συνέχεια. Δεν νομίζω ότι έχει σημασία αν η πρόβλεψη είναι σωστή, σημασία έχει ότι ο άνθρωπος που ζει ακόμα τρέφεται από αυτήν τη σχέση».
Από τη μια, σου δίνεται χρόνος να επεξεργαστείς την απώλεια. Με έναν τρόπο, φτιάχνεις την ταυτότητά σου βάσει της σχέσης που είχες με τον θανόντα. Από την άλλη, η εξάρτηση από την τεχνολογία είναι ριψοκίνδυνη.
Η ψυχαναλυτική προσέγγιση εντοπίζει εδώ μια ουσιαστική διάσταση, καθώς στο πένθος δεν αρκεί να κοιτάς μια φωτογραφία. Αποζητάς αλληλεπίδραση, ανταπόκριση, ετερότητα. «Τα griefbots διατηρούν τη διυποκειμενικότητα της επαφής, αλλά ταυτόχρονα, ακριβώς επειδή μπορείς να τα “εκπαιδεύσεις”, επικρατεί η ψευδαίσθηση του ελέγχου της επικοινωνίας», επισημαίνει η Λ. Δημακοπούλου. Η ετερότητα διατηρείται, αλλά εις βάρος της απρόβλεπτης συνθήκης που χαρακτηρίζει κάθε πραγματική ανθρώπινη επαφή.
Για τη δημιουργία μιας versona αρκούν δέκα συνομιλίες μέσω μηνυμάτων, καθώς και αναμνήσεις και περιγραφές που παραθέτει ο χρήστης. Όσο περισσότερα τα δεδομένα, τόσο πιο αυθεντικό το αποτέλεσμα ‒ αν και το τι αναζητά κάθε χρήστης διαφέρει.
«Βάλε στη θέση του ένα μαυσωλείο ή ένα άγαλμα», λέει ο Harrison. «Θα σε βοηθούσε παραπάνω ένα μεγαλοπρεπές μνημείο ή θα σου αρκούσε ένα απλό ενθύμιο στο κομοδίνο; Ο θρήνος είναι πολύ προσωπική εμπειρία. Εμείς απλώς τη σχεδιάζουμε με βάση τον άνθρωπο και τις ανάγκες του».
Στο ερώτημα σχετικά με τα σφάλματα, ο Harrison είναι κατηγορηματικός: «Όλα τα AI μπορεί να κάνουν λάθος. Υποτιμάμε το τραύμα τού να χάνεις κάποιον και υπερεκτιμάμε το τραύμα τού να αντιμετωπίσεις κάποια αυταπάτη».
Η Λ. Δημακοπούλου, ωστόσο, εκφράζει επιφυλάξεις: στην ψυχανάλυση δεν υπάρχουν ακόμα επαρκή δεδομένα για το πώς τέτοια σφάλματα επηρεάζουν τους χρήστες, ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες. «Κατά κάποιον τρόπο, αντί να σε βοηθήσει να ανοικοδομήσεις την πραγματικότητά σου, την οδηγεί στην κατάρρευση», λέει. «Ο χρήστης μπορεί να αποσυρθεί σε έναν φαντασιακό κόσμο, αποφεύγοντας να δίνει βάρος στις υπάρχουσες σχέσεις του ή να επιστρέψει σε μια ομαλή κοινωνικοποίηση».
Σύμφωνα με τον J. Harrison, η βασική δημογραφική ομάδα που χρησιμοποιεί την πλατφόρμα είναι θρησκευόμενοι άνθρωποι. Το YOV έχει κυρίως απήχηση σε Βραζιλία, Ιταλία, Ινδία και χώρες της δυτικής Ευρώπης.
«Η τεχνολογία μας και η θρησκεία δεν αποκλείουν η μία την άλλη. Δεν πάμε να αντικαταστήσουμε την πίστη, απλώς βοηθάμε τους ανθρώπους που είναι εν ζωή να αντεπεξέλθουν στο σήμερα». Παράλληλα, ο J. Harrison παραδέχεται ότι η θρησκεία στον δυτικό κόσμο υποχωρεί, και αυτό το αποδίδει, εν μέρει, στην εξασθένηση της προφορικής παράδοσης. «Ο κόσμος δεν κάθεται πια σε ένα δωμάτιο με τον παππού για να μάθει την ιστορία του. Το αφήγημα και η σημασία τού να εμπλακεί κάποιος σε αυτό χάνονται».
«Τα δεδομένα μου δεν θα τα πιάνεις στο στόμα σου»

Τα ηθικά όρια της βιομηχανίας δοκιμάστηκαν νωρίς. Το Replika, από εργαλείο διαχείρισης πένθους, μετατράπηκε σταδιακά σε πλατφόρμα ψηφιακής σεξουαλικής συντροφιάς, μια στροφή που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Το 2023, οι ιταλικές αρχές επέβαλαν πρόστιμο 5 εκατομμυρίων ευρώ στην εταιρεία Luka, που βρίσκεται πίσω από την πλατφόρμα, για παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Σήμερα το Replika λειτουργεί αποκλειστικά ως εργαλείο ψυχολογικής υποστήριξης, με ενισχυμένες δικλείδες ασφαλείας.
Το ζήτημα της συναίνεσης παραμένει γκρίζα ζώνη. Εταιρείες όπως το StoryFile έχουν στραφεί σε υπηρεσίες αποθήκευσης δεδομένων και «διαχείρισης αναμνήσεων» μετά τον θάνατο ‒ μια αγορά που εκτιμάται να αυξηθεί από τα 12,9 δισ. δολάρια το 2024 στα 30,8 δισ. το 2030.
Ο J. Harrison δεν βλέπει κάποιο ηθικό δίλημμα στο ζήτημα των δεδομένων. «Η μητέρα μου μού έδωσε τα δεδομένα της, οπότε τώρα είναι δικά μου», λέει, πάλι ανυποχώρητος. «Στην τελική, δεν με νοιάζει η συναίνεση του νεκρού. Με νοιάζει αυτός που έχει εθιστεί στην ηρωίνη γιατί δεν μπορεί να διαχειριστεί την απώλεια. Με νοιάζει αυτός που έχει χάσει τη δουλειά του ή δεν μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι».
Και συμπληρώνει: «Ο μέσος χρήστης έρχεται σε εμάς τρία-τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του αγαπημένου του, που σημαίνει ότι έχει δοκιμάσει πολλά και δεν τον έχουν βοηθήσει. Ξοδεύουμε πολύ χρόνο μιλώντας με ειδικούς στο πένθος και αναπτύσσουμε μέτρα ασφαλείας για άτομα με προβλήματα συναισθηματικής διαχείρισης ή τάσεις αυτοτραυματισμού».
Δεν θα πεθάνεις ποτέ
Το βασικό chatbot του YOV είναι δωρεάν. Πιο προηγμένες υπηρεσίες (τηλεφωνικές κλήσεις, ηχητικά μηνύματα) ανήκουν στο premium πακέτο των 19,99 δολαρίων τον μήνα. Από εκεί και πέρα, η εταιρεία κατασκευάζει custom VR και εμβυθιστικά περιβάλλοντα με κόστος που κυμαίνεται από 100.000 δολάρια έως και ένα εκατομμύριο. «Χρεώνουμε όσο το Netflix. Δεν αναγκάζουμε κάποιον να διαλέξει ανάμεσα στο ενοίκιο και το avatar του αγαπημένου του. Κάποια χαρακτηριστικά είναι αντικειμενικά πιο ακριβά για εμάς να φτιάξουμε, αλλά ποτέ δεν ήθελα η υπηρεσία να είναι απροσπέλαστη».
Η εταιρεία σχεδιάζει ήδη avatar γιατρών, διαθέσιμα 24/7, ικανά να συλλέγουν δεδομένα από τον ασθενή. «Είναι πιο ενθαρρυντικό να μιλήσεις στο avatar του γιατρού που εμπιστεύεσαι παρά σε ένα ανώνυμο bot», λέει ο J. Harrison. «Το δοκιμάζουμε σε ογκολογικά κέντρα, κάτι που για μένα είναι προσωπική υπόθεση».
Για τη Λ. Δημακοπούλου, το μέλλον της βιομηχανίας παραμένει αμφίβολο. «Από τη μια, σου δίνεται χρόνος να επεξεργαστείς την απώλεια. Με έναν τρόπο, φτιάχνεις την ταυτότητά σου βάσει της σχέσης που είχες με τον θανόντα. Από την άλλη, η εξάρτηση από την τεχνολογία είναι ριψοκίνδυνη. Η εσωτερικευμένη απώλεια εξωτερικεύεται και εξισώνεται με μια πλατφόρμα. Ο δεσμός που έχω μέσα μου μπορεί να ατροφήσει».
Καθώς η βιομηχανία της ψηφιακής μεταθανάτιας παρουσίας ωριμάζει, ο τρόπος που θρηνούμε και θυμόμαστε αλλάζει δραματικά. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η τεχνολογία μπορεί να προσομοιώσει μια χαμένη φωνή. Είναι τι σημαίνει να επιλέγεις ‒ή να αρνείσαι‒ να την αφήσεις να σιωπήσει.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο δεύτερο τεύχος του WIRED Greece. Γίνε συνδρομητής εδώ.