23.04.2026
13’ READ TIME
Αμάντα Μιχαλοπούλου

Σφάλμα συστήματος 404

Ένα φουτουριστικό διήγημα από την Αμάντα Μιχαλοπούλου.
Billboard 1

25 Νοεμβρίου 2033

Πήγαινα στο πανεπιστήμιο με το μετρό. Το βαγόνι κινούνταν σταθερά και ρυθμικά και μόλις είχα αρχίσει να διαβάζω ένα διήγημα της Κάθριν Μάνσφιλντ. Ύστερα από όσα συνέβησαν έμαθα την παράγραφο απ’ έξω: «Πιστεύω ότι οι άνθρωποι είναι σαν τις βαλίτσες – κουβαλάνε κάποια πράγματα, ξεκινούν μια πορεία, τους πετάνε από δω κι από κεί, τους κάνουν πέρα, τους ρίχνουν κάτω, τους χάνουν και τους βρίσκουν ξαφνικά μισοάδειους ή στριμωγμένους και πιο φουσκωμένους από ποτέ, μέχρι που τελικά-». 

Στο σημείο αυτό η πρόταση κατέρρευσε. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω. Οι λέξεις ξεγράφτηκαν μπροστά στα μάτια μου, σαν να ήταν ραμμένα τα γράμματα με κλωστή πολύ κακής ποιότητας που κάποιος –κάτι– την ξήλωνε από την άλλη μεριά με μανία. Γυρνούσα τις σελίδες λες και γινόταν να περισώσω την ιστορία με το βλέμμα ή με τη δύναμη της θέλησης. Ήταν ανώφελο. Κρατούσα στα χέρια ένα άδειο βιβλίο. 

Απόμειναν οι πρώτες προτάσεις με τους ανθρώπους-βαλίτσες. Γύρισα σελίδα και ξεκίνησα να σημειώνω αυτές εδώ τις σκέψεις. Για το επεισόδιο στο μετρό δεν μίλησα σε κανένα. 

28 Νοεμβρίου 2033

Στην αρχή εξαφανίζονταν κλειδιά, ομπρέλες, ρολόγια. Τα παιδιά της γειτονιάς έχαναν συστηματικά τα παιχνίδια τους. «Kοίταξες καλά κάτω από το κρεβάτι σου;» ρωτούσαν οι γονείς. «Μέσα στο κουτί των παιχνιδιών;». Ένα κορίτσι στην πολυκατοικία παραπονέθηκε πως έχασε το μαξιλάρι του. Ένα αγόρι βρέθηκε χωρίς κουβέρτα. Τα μωρά ξυπνούν κλαίγοντας στη μέση της νύχτας και η πιπίλα άφαντη. Τα ακούμε όλα από τον φωταγωγό.

Σ’ ένα γηροκομείο πολυτελείας χάθηκαν τα γυαλιά των ενοίκων. Έστειλαν επιστολή στις εφημερίδες με την ταχύτητα και το πείσμα που μόνο ηλικιωμένοι με σώας τας φρένας μπορούν να επιδείξουν. Δυο δημοσιογράφοι έλεγαν στο ραδιόφωνο ότι με τα λεφτά που έχουν οι «Τυφλοπόντικες», έτσι τους ονόμασαν, θα μπορούσαν να αγοράσουν πολυεστιακά γυαλιά για όλη τη χώρα. Από τα γυαλιά πέρασαν στην ταξική πάλη. Κάποιος άλλος εξυπνάκιας έλεγε, χασκογελώντας, πως οι περισσότεροι γέροι ανοίγουν την ψωμιέρα και αφήνουν τα γυαλιά τους δίπλα στο ψωμί. Ύστερα, σε κάποιο σπίτι, χάθηκε η ψωμιέρα μαζί με το ψωμί. 

30 Νοεμβρίου 2033

Σήμερα στον Εθνικό Κήπο συνέβη κάτι αδιανόητο: χάθηκαν τα οφθαλμοειδή στίγματα από τις ουρές των παγονιών. Εξαφανίστηκε επίσης μια γιγαντιαία φυτολάκα, με κορμό πρησμένο σαν πόδι ελέφαντα. Οι τίτλοι κύλισης στις τηλεοράσεις κυμαίνονταν από την εθελοτυφλία (ποιοι ασυνείδητοι πριόνισαν το κόσμημα του Εθνικού Κήπου;) ως την παραπληροφόρηση (με την ανοχή των γεωπόνων η απομάκρυνση της αιωνόβιας φυτολάκας). Άλλοι εξέφραζαν περιβαλλοντικό πανικό (η φύση μεταναστεύει) και άλλοι οντολογικό τρόμο (αυξάνονται τα φαινόμενα αυτοφαγίας – έρχεται η σειρά του ανθρώπινου είδους). Τι γελοίοι, Θεέ μου.

2 Δεκεμβρίου 2033

Οι εξαφανίσεις σε δημόσιους χώρους είναι σήμερα πρώτο θέμα στις ειδήσεις. Όλα ξεκίνησαν νωρίς το πρωί με τον αδριάντα του Κολοκοτρώνη στην Παλιά Βουλή. Το μπρούντζινο άλογο έμεινε χωρίς καβαλάρη. Την ίδια ώρα εξαφανίστηκαν τα γείσα και η μαρμάρινη πλάκα με τα ονόματα των δημάρχων από το δημαρχείο. Το μεσημέρι μια καθαρίστρια του δήμου παρατήρησε πως η μορφή του Όθωνα χάθηκε από τη ζωγραφισμένη εσοχή του Πανεπιστημίου. Έμειναν μόνο τρεις γυναικείες μορφές – η Φιλοσοφία, η Νομική και η Θεολογία. Χάθηκε χρόνος σε συζητήσεις για τον συμβολισμό κάθε απώλειας.

6 Δεκεμβρίου 2033

Δείχνει τυχαίο και γι’ αυτό ακατανόητο. Την περασμένη εβδομάδα τρεις εκκλησίες βρέθηκαν χωρίς τρούλο. Σ’ ένα νεοκλασικό εξαφανίστηκαν τα μπαλκόνια μαζί με τις γλάστρες τους. Πολλά παρκαρισμένα αυτοκίνητα γίνονται καπνός. Κούνιες και τραμπάλες τις καταπίνει η γη. Χάθηκε επίσης ένα κόκκινο τουριστικό λεωφορείο hop on hop off. Οι τουρίστες έπεσαν στην άσφαλτο σαν τσαμπιά. 

9 Δεκεμβρίου 2033

Μερικές φορές εξαφανίζεται κάτι μικρό: το εξασκημένο μάτι βλέπει τη μέλισσα να ρουφάει γύρη και την επόμενη στιγμή εξαφανίζεται μαζί με το λουλούδι. 

Στον δρόμο μας χάθηκαν οι χαρουπιές. Ένα παιδάκι τραβούσε χθες τη μαμά του από το παντελόνι και τσίριζε: «Μαμά, εγώ ξέρω τι έγινε, να σου πω; Ήρθε ένας πεινασμένος δράκος, και μετά έφαγε τα δέντρα, και μετά τον έπιασε η κοιλιά του, και μετά έφτυσε τα φασολάκια». Πράγματι, τα χαρούπια κύκλωναν την περιφέρεια των εξαφανισμένων κορμών. Σαν το δαχτυλίδι του ελληνικού καφέ που μένει στο πιατάκι μόλις σηκώσεις το φλιτζάνι.

Τώρα που είπα φλιτζάνι – στο δικό μας σπίτι χάσαμε όλο το σερβίτσιο του καφέ και την ασημένια ζαχαριέρα. Αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στα βάσανα της γειτόνισσας του τρίτου. Την ώρα που σέρβιρε τσάι η τσαγιέρα εξαφανίστηκε και το καυτό νερό έσκασε πάνω στα χέρια της. Κυκλοφορεί με μπανταρισμένες παλάμες.

10 Δεκεμβρίου 2033

Άλλα αντικείμενα που χάσαμε στο σπίτι μας, σύμφωνα με την τελευταία καταγραφή:

-Το κλειδί της αποθήκης

-Κονσέρβες με ντολμαδάκια

-Το αγαπημένο στιλό της μαμάς

-Το νεσεσέρ με τα ξυριστικά του μπαμπά

-Όλα μας τα διαβατήρια

-Παπούτσια (βάλαμε στο ντουλάπι του χολ όλα τα μονά παπούτσια ώσπου εξαφανίστηκε το ντουλάπι μαζί με το χολ και τώρα μπαίνουμε κατευθείαν στο σαλόνι)

-Τρία χερούλια ντουλαπιών στην κουζίνα

-Την καμινάδα (γέμισε ξαφνικά καπνό το τζάκι κι ο μπαμπάς έχωσε το κεφάλι με ορμή στον καπνοσωλήνα. Έμπηξε τις φωνές, το ίδιο κι εμείς όταν τον είδαμε μέσα στα αίματα.)

-Το φαρμακείο στο μπάνιο (Ψάχναμε γάζες και ιώδιο. Τελικά επιδέσαμε το τραύμα του με πετσέτες της κουζίνας.)

-Το καμηλό παλτό μου

-Την κονσόλα PlayStation του μικρού μου αδερφού

-Το κινητό του μεγάλου μου αδερφού (η μαμά λέει πως το έχασε και ψάχνει δικαιολογίες)

-Το ίδιο λέει ο μπαμπάς για τους τόμους που εξαφανίζονται από τη βιβλιοθήκη. Σε ποιον να δανείσουμε τον Αστικό Κώδικα και τα βαρετά τους βιβλία για το Φορολογικό Δίκαιο; Ακόμη δεν τους έχω πει για το ξεγραμμένο διήγημα.

12 Δεκεμβρίου 2033

Είμαι σίγουρη ότι οι γονείς, τα αδέρφια μου, η γειτονιά, η πόλη ολόκληρη, φτιάχνει λίστες με εξαφανισμένα αντικείμενα για να μην τρελαθεί. Άλλοι τόσοι κρύβουν και κρύβονται, εξαφανίζουν την εξαφάνιση, για να μπορούν να κοιμούνται τα βράδια. Το ταραγμένο μυαλό θέλει να ξεκουραστεί για να αντιμετωπίσει την επόμενη μέρα. 

Εμένα σπάνια με παίρνει ο ύπνος. Φοβάμαι μην ξυπνήσω χωρίς κρεβάτι, χωρίς δωμάτιο, χωρίς σπίτι. Μη βγω στον δρόμο κάποια μέρα και αντικρίσω μόνο τους ξυλώδεις καρπούς των χαρουπιών. Αν τα μάτια μου ψευτοκλείσουν και βυθιστώ σ’ έναν ύπνο χωρίς όνειρα τινάζομαι και πασπατεύω πρώτα το στρώμα –για να βεβαιωθώ ότι υπάρχει ακόμα– και μετά το ξεγραμμένο βιβλίο, σφηνωμένο ανάμεσα στα γόνατά μου. 

Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Είναι δυνατόν μια δευτεροετής φοιτήτρια Βιολογίας που ξέρει τόσα για τον άνθρακα, τους ιοντικούς δεσμούς και για το πώς αναδιπλώνονται οι πρωτεΐνες στα πτυχωτά φύλλα να πιστεύει πως θα συγκρατήσει την καταστροφή της ύλης με τους μυς των μηρών; 

14 Δεκεμβρίου 2033

Οι θεατές τηλεφωνούν σε τηλεοπτικές εκπομπές και διαβάζουν λίστες με εξαφανισμένα αντικείμενα. Ψυχολόγοι σχολιάζουν κάθε απώλεια και μιλούν για το ένστικτο θανάτου. Μπούρδες. Ποιος θέλει να χάσει ό,τι αγαπάει; Τι να πει και η καημένη η φυτολάκα που ζούσε τόσες δεκαετίες ελεύθερη και σιωπηλή, χωρίς υποσυνείδητο; Βέβαια, τα δέντρα δεν μιλάνε. Ανταλλάζουν ενέργεια και κανείς δεν νοιάζεται για το δράμα τους. 

Μια χαρά ζεις χωρίς καμηλό παλτό, χωρίς χερούλια κουζίνας, ακόμη και χωρίς χολ. Το πρόβλημα είναι ότι οι εξαφανίσεις συμβαίνουν χωρίς ντετερμινισμό. Δεν χάνονται όλες οι καμινάδες, σαν να κουράστηκε ο Άγιος Βασίλης. Ούτε όλα τα δέντρα, λες και κάποιος ρουφάει το οξυγόνο μας. Ούτε όλες οι λέξεις στα βιβλία, λες και αυτός ο κάποιος θέλει να συντρίψει τη γνώση. 

15 Δεκεμβρίου 2033

Σήμερα αποφάσισα να εγκαταλείψω το πανεπιστήμιο. Στη μέση της παράδοσης εξαφανίστηκαν μονομιάς οι πάγκοι, τα σκαμπό, τα μικροσκόπια, οι αναδευτήρες, ακόμη και η μικροπιπέτα. Κάναμε ένα πείραμα οπτικής ψευδαίσθησης με χρωστικές και διαλύτη. Ο καθηγητής είχε καλές προθέσεις. Εξηγούσε την οικολογική θεώρηση της ύλης. «Δεν εξαφανίζεται, μετασχηματίζεται», τόνισε, αποσκοπώντας προφανώς σε μια επιστημονική παρηγοριά. Και τότε φοιτητές και φοιτήτριες σωριαστήκαμε καταγής. Το εργαστήριο άδειασε. Ο καθηγητής άσπρισε περισσότερο κι από τις ποδιές μας. 

17 Δεκεμβρίου 2033

Χθες έγινε τηλεοπτικός μαραθώνιος για τις εξαφανίσεις. Οι μηχανικοί λογισμικού μίλησαν για «αποδιοργάνωση του αλγόριθμου» και «αποτυχία συγχρονισμού». Δυο γλωσσολόγοι που εκπονούν έρευνα είπαν πως η κρίση ενδέχεται να οδηγήσει σε σφάλμα συστήματος 404. Σύμφωνα με αυτό το σφάλμα, εξήγησαν υπομονετικά, η πραγματικότητα θα μοιάζει με μια σελίδα που δεν βρέθηκε, επειδή διαγράφηκε ή μετακινήθηκε ή είναι γραμμένη σε ακατανόητο κώδικα. Η γλώσσα θα παθαίνει αλλεπάλληλα εγκεφαλικά. Βαθμιαία θα διαταραχτεί η πραγματικότητα που ξέρουμε και η ζωή μας θα γίνει ένα είδος ηλεκτρομαγνητικού θορύβου, όπως τα χιόνια στις παλιές τηλεοράσεις.

Μια προγραμματίστρια περιέγραψε τη ζωή μας σαν αποτυχημένη συναυλία: φλάουτα και τρομπέτες σιγούν, αλλά επικρατεί η μελωδία των βιολιών. Σταδιακά κι άλλα όργανα θα εγκαταλείπουν τη γιορτή – η βιόλα, το όμποε. Η άποψή μας για το πώς συμπεριφέρεται ένα μουσικό όργανο θα αλλοιωθεί. Το σφάλμα δεν θα είναι σφάλμα – απλώς θ’ αλλάξει η σημασιολογική ευθύνη του ήχου. Η θεωρία της φιλόμουσης προγραμματίστριας κατατρόμαξε τον κόσμο. Κι αν τα βιολιά πιστέψουν ότι δουλειά τους είναι η σιωπή; Και η συναυλία σταματήσει; 

23 Δεκεμβρίου 2033

Παράξενες γιορτές. Χάνονται χριστουγεννιάτικα δέντρα και πακέτα με δώρα. Τις προάλλες μια υπάλληλος σε μεγαλοκατάστημα της Θεσσαλονίκης διαμαρτυρήθηκε πως χάθηκαν τα κροκοδειλάκια από τις μπλούζες γνωστής εταιρείας ρούχων. Οι επιχειρηματίες αναστατώθηκαν. Κι αν χανόταν το λογότυπο μεγάλων οίκων μόδας; Οι αξίες του παλιού κόσμου δεν χάνονται τόσο εύκολα. Οι εμπορικές συναλλαγές όμως έχουν καταρρεύσει. Τους πήρε έναν μήνα να πουν τη λέξη «αναρχία».

2 Ιανουαρίου 2034

Η χώρα κηρύχτηκε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Οι πολιτικοί μιλάνε όλοι μαζί στα παράθυρα. Αντί να πουν «καταστραφήκαμε», λένε: «Έγιναν σφάλματα». Ή: «Να είστε σίγουροι ότι αφουγκραζόμαστε τις αγωνίες των συμπολιτών μας». Ή: «Εργαζόμαστε για την εξεύρεση λύσης».

Μακάρι να εξαφανιστούν και αυτοί και οι λέξεις τους. 

5 Ιανουαρίου 2034

Στο σούπερ-μάρκετ οι εξαφανίσεις προϊόντων είναι καθημερινή υπόθεση. Κάποιοι θυμήθηκαν τη ζωή στην Κούβα μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Το προσωπικό είναι δασκαλεμένο: «Δυστυχώς, το συγκεκριμένο προϊόν βρίσκεται σε έλλειψη». 

Πάνω από τα ράφια, τα φώτα δουλεύουν για ν’ αναδείξουν την τρομερή σπανιότητα δυο λαχταριστών αχλαδιών ή ενός πλαστικού δοχείου με μούρα. Στο ψυγείο μια ντουζίνα γάλατα λάμπουν σαν τοτέμ ενός παλιότερου πολιτισμού ευρυθμίας. Οι πελάτες διαγκωνίζονται για μια εξάδα αυγά, λίγο τυρί, ένα κουτί μπισκότα. Υπό τον φόβο της εξαφάνισης, τρώνε στα όρθια και πληρώνουν μετά. Τη βουλιμία τους μπορείς να την πεις και απόγνωση. 

3 Φεβρουαρίου 2034

Το μυαλό δεν ησυχάζει ούτε τις Κυριακές. Από τη μεγάλη ανάγκη να νιώσουμε παρηγοριά ή πλήξη ή αυτό που παλιά ονομαζόταν κοινωνικότητα καθόμαστε με την παρέα μας σ’ ένα καφέ με μια κούπα ζεστή σοκολάτα στα χέρια. Μιλάμε ψιθυριστά. Κοιτάμε με ένταση την πόρτα, παρακαλώντας την να μην εξαφανιστεί και χρειαστεί να βγούμε από το παράθυρο. Φοράμε γάντια για να μην καούμε αν τυχόν χαθεί το φλιτζάνι.

Η γειτόνισσα με το έγκαυμα έχασε τα χέρια της. «Τουλάχιστον ησύχασα από τις αηδιαστικές φουσκάλες», μας είπε πατώντας με τη μύτη το κουμπί του τρίτου, τότε που είχαμε ακόμη ασανσέρ. Όταν το χάσαμε κι αυτό ο κοινόχρηστος χώρος μεγάλωσε. Κι έγινε θεόρατος μόλις εξαφανίστηκε το κλιμακοστάσιο και μείναμε με την τρύπα. 

22 Φεβρουαρίου 2034

Σήμερα έστησαν μια προσωρινή σκαλωσιά στη θέση του ασανσέρ. Προσωρινή: μια λέξη που ταιριάζει με όλα. 

1 Μαρτίου 2034

Η γιαγιά, τις σπάνιες φορές που έρχεται να μας δει, ανεβαίνει με το μεταλλικό καλάθι των ηλικιωμένων. Στις οδηγίες χρήσης διευκρινίζεται ότι είναι απαραίτητη η παρουσία κάποιου τρίτου, ενός βοηθού ή γείτονα που θα χειριστεί την τροχαλία σε περίπτωση που εξαφανιστεί το συρματόσχοινο ή το καλάθι. Δεν προβλέπεται τι θα συμβεί αν εξαφανιστεί ο ηλικιωμένος.

Εξαφανίσεις ανθρώπων δεν έχουν καταγραφεί. Ή τουλάχιστον δεν έχουν καταγγελθεί ακόμα. Υπάρχουν απώλειες: τα χέρια της γειτόνισσας, οι φαβορίτες του μπαμπά που εξαφανίστηκαν μετά το περιστατικό με την καμινάδα. Αρκετοί άνθρωποι χωρίς αυτιά καλύπτουν την τρύπα με τα μαλλιά τους – είναι επικίνδυνοι και τους κορνάρουν τα μηχανάκια. Είδα με τα μάτια μου ένα αγόρι χωρίς μύτη. Κάποιος πλήρωνε στο περίπτερο μετρώντας ψιλά με τρία δάχτυλα. Δεν ήταν τύπος που δουλεύει με δισκοπρίονα. 

11 Μαρτίου 2034

Σήμερα συναντήσαμε με τον αδερφό μου έναν χαριτωμένο μικρόσωμο σκύλο που έσερνε το λουρί του. Φοβηθήκαμε τα χειρότερα. Πήρα το σκυλί αγκαλιά. «Πού είναι το αφεντικό σου;» ρώτησε ο αδερφός μου με αγωνία, λες και γινόταν να απαντήσει ο σκύλος. Μας έγλειψε με τη ροζ γλωσσίτσα του. Χαμογελάσαμε. Μας είχαν λείψει οι απλές χαρές. 

Ένα κορίτσι ξεφύτρωσε στη μέση του δρόμου. Παραλίγο να την πατήσουν τα αυτοκίνητα. Έτρεχε προς το μέρος μας κουνώντας τα χέρια της. «Το είδατε αυτό;» φώναζε. «Χάθηκε η πλατεία! Ο Τσίκο προπορευόταν… τον κρατούσα από το λουρί… και ξαφνικά…». Αναλύθηκε σε λυγμούς. «Μα δεν το είδατε; Η πλατεία διπλώθηκε σαν σεντόνι και βρέθηκε ο Τσίκο από τη μια μεριά κι εγώ από την άλλη!»

17 Μαρτίου 2034

Σήμερα εξαφανίστηκε το Facebook. Ο κόσμος δεν εμπιστεύεται τις εφαρμογές. Ούτε το χαρτί και το μολύβι. 

18 Μαρτίου 2034

Στο κτηματομεσιτικό απέναντι από το σπίτι μας αυξήθηκαν οι αγγελίες. Οι περισσότεροι ιδιοκτήτες προσπαθούν να πουλήσουν τα σπίτια τους προτού εξαφανιστούν. Μια αγγελία έγραφε: «Πωλείται το ρετιρέ του πα» (Φαίνεται πως γενικεύεται το φαινόμενο των ξεγραμμένων λέξεων.)

Οι άνθρωποι έξω από τη βιτρίνα έβαζαν στοιχήματα: 

«Το ρετιρέ του πα-ρόντος;»

«Του πα-ρολίγο σπιτιού;»

«Του πα-ραλογισμού;»

«Του πα-ράνομου παράθυρου;»

«Υπάρχουν ακόμη πα-ρανομίες;» ρώτησε κάποιος.

«Εγώ λέω ότι πωλείται το ρετιρέ του πα-ραδείσου κι εκεί χωράμε όλοι», είπε κάποιος άλλος κι έσκασαν στα γέλια. 

Έχουν εξαφανιστεί και κάποιες ανθρώπινες αντιδράσεις: ο δισταγμός, η αμφισβήτηση και η ευαισθησία.

23 Μαρτίου 2034

Υπάρχουν εξελίξεις.

Από χθες κολλάμε το πρόσωπο στη βιτρίνα του κτηματομεσιτικού και διαβάζουμε:

Ενοικιάζεται бêôéñÊ¿ мʵ ôñÍ©± нпδωмÃτι± اωÏͮς κпüضͮнб σε τͮмͩ εۧκαιϱͮϱς (*)

Τα γράμματα δεν χάθηκαν, τρελάθηκαν. Στα πηγαδάκια συζητούσαν το σφάλμα συστήματος 404, τη θεωρία των δυο γλωσσολόγων για τα σπασμένα αρχεία. «Πράγματι», είπε στο ραδιόφωνο η φιλόμουση προγραμματίστρια, που έχει γίνει εγχώρια σταρ: «Το δοξάρι τρίβεται στις χορδές του βιολιού. Μόνο που βγάζει ανατριχιαστικούς ήχους».

1η Απριλίου 2034

Θεέ μου, αν υπάρχεις, 

αλγόριθμε, αν με ακούς, 

παντοδύναμε άγιε των χαμένων αρχείων, 

σε θερμοπαρακαλώ.

Κάνε να μην τρελαθούν όσα γράφω στο ξεγραμμένο βιβλίο. Είναι το τελευταίο που μου έχει απομείνει. (Οι φίλοι μου δεν απαντούν στις κλήσεις μου και δεν ξέρω αν έχει εξαφανιστεί το τηλέφωνό τους ή το κουράγιο τους.) Μόνο οι λέξεις μου υπάρχουν – και ακολουθούν η μία την άλλη χωρίς να σβήνονται ή να τρελαίνονται, σαν αδίστακτες μονάδες, σαν νουκλεοτίδια. Συνδέονται μεταξύ τους, φτιάχνουν γραμμικές αλυσίδες που στριφογυρίζουν με τη σειρά τους σε διπλές έλικες και ονειρεύονται να πετάξουν από το χαρτί και να εξηγήσουν τον κόσμο. 

Ο μπαμπάς λέει: «Συγκεντρωθείτε στη δουλειά σας και μη φοβάστε. Συνεχίστε να πλένετε τα δόντια σας και να διαβάζετε τα βιβλία σας. Η γνώση σώζει. Τι σας έμαθαν στο πανεπιστήμιο;»

Στο πανεπιστήμιο μάς έμαθαν πως η αυτοοργάνωση της ύλης προέκυψε χωρίς εξωτερικό σχέδιο, από τυχαίες αλληλεπιδράσεις σωματιδίων. Δεν πιστεύω πια στη Βιολογία, στους φυσικούς νόμους, στον πολλαπλασιασμό. 

Το χέρι μου τρέμει. 

Το DNA της πραγματικότητας αραιώνει και αραιώνει μέχρι που τελικά Ð§Í©Î½ÊµÏ„Î±Ø¯(**)

(*) ρετιρέ με τρια υπνοδωμάτια χωρίς κουζίνα σε τιμή ευκαιρίας
(**) χάνεται

Αμάντα Μιχαλοπούλου

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO