«Ο κόσμος δεν διασκεδάζει όπως παλιά. Δεν υπάρχουν μαγαζιά για να χορέψεις πραγματικά, εκτός από μεγάλα πάρτι με DJs ή συναυλίες, όπου κι εκεί οι περισσότεροι το ζουν μέσα από το κινητό τους», αναφέρει στο WIRED Greece κάτοικος της Αθήνας, η οποία βγαίνει 2-3 φορές την εβδομάδα.
Με μια απλή αναζήτηση στο Google ή ένα σκρολ στα social media, θα συναντήσει κανείς πολύ συχνά αναρτήσεις του τύπου «όλες οι εκδηλώσεις στην Αθήνα για τη νέα σεζόν» ή «τα καινούργια μαγαζιά που άνοιξαν στη Θεσσαλονίκη όσο εμείς λείπαμε για διακοπές». Όχι μόνο φαίνονται ατελείωτες οι επιλογές, αλλά πλέον ανανεώνονται σε μηνιαία βάση, αν όχι εβδομαδιαία.
Παρότι αρκετοί συμμετέχοντες θεωρούν ότι τα μαγαζιά είναι «ικανοποιητικά» και υπάρχει μεγαλύτερη ποικιλία σε σχέση με το παρελθόν, ένα σημαντικό 33,3% νιώθει ότι δεν τον εκφράζει πλέον η νυχτερινή ζωή στην περιοχή του.
Παραδόξως, τα τελευταία χρόνια, η κοινωνικοποίηση, η «έξοδος» και η ψυχαγωγία έχουν αλλάξει δραματικά παγκοσμίως. Σύμφωνα με έρευνα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, που δημοσιεύτηκε το 2025 και στην οποία συμμετείχαν 21 χώρες, για το έτος 2006, το 22% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι συναντά φίλους σε καθημερινή βάση. Το 2022, το ποσοστό αυτό έπεσε στο 12%, ενώ η διαδικτυακή επικοινωνία σημείωσε αντίστροφη τάση, ανεβαίνοντας από το 24% το 2006 στο 28% το 2022.
Μια άλλη έρευνα του Night Time Industries Association (NTIA) για το 2025, στην οποία συμμετείχαν 2.001 άτομα ηλικίας 18-30 ετών από το Ηνωμένο Βασίλειο, έδειξε ότι το 61% των ερωτηθέντων βγαίνουν λιγότερο σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, με το 68% να το αποδίδει σε οικονομικούς λόγους.
Το WIRED Greece αποφάσισε να τρέξει τη δική του έρευνα, στην οποία συμμετείχαν 52 άτομα διαφορετικών ηλικιών – τα οποία μένουν τόσο σε ελληνικά αστικά κέντρα και στην επαρχία όσο και στο εξωτερικό – για να απαντήσει στο «πόσο τελικά βγαίνουν οι Έλληνες».
«Πάμε για ποτάκι;»
Οι περισσότεροι συμμετέχοντες της έρευνάς μας βγαίνουν κατά μέσο όρο 2-3 φορές την εβδομάδα – αυτό ισχύει για το 25% της ηλικιακής ομάδας 25-34 και το 15,4% των 35-49. Μάλιστα, το 11,5% των 25-34 δηλώνει ότι ορισμένες φορές βγαίνει πάνω από 4 φορές.
Σε όλα τα ηλικιακά γκρουπ, ο «νικητής» της εξόδου είναι με διαφορά τα εστιατόρια και οι ταβέρνες (73,1%). Ακολουθούν οι μαζώξεις στα σπίτια (63,5%), το casual καθιστό μπαράκι για ποτό και κοκτέιλ (50%), ο καφές και το brunch (44,2%) και τέλος οι πολιτιστικές έξοδοι, όπως το σινεμά, το θέατρο και οι συναυλίες (42,3%). Αν εξαιρέσουμε τις εξορμήσεις στη φύση και τη γυμναστική, στον πάτο της κατάταξης βρίσκονται τα κλαμπ, τα λεγόμενα «ορθάδικα» και τα πάρτι (13,5%).
Ωστόσο, ακόμα κι αυτοί που παρτάρουν θα προτιμήσουν το λεγόμενο soft-clubbing. Θα επιλέξουν, δηλαδή, εκδηλώσεις που ξεκινούν και τελειώνουν νωρίς, θα αποφύγουν την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και ουσιών και θα περιορίσουν τον χρόνο της εξόδου τους, προτεραιοποιώντας τη σωματική και ψυχική τους υγεία, αλλά και ασφαλέστερους τρόπους κοινωνικοποίησης.
Μια έρευνα της πλατφόρμας εκδηλώσεων Eventbrite για το 2025 έδειξε ότι στην Αμερική τα «coffee clubbing» events έχουν αυξηθεί κατά 478%. Δεν πρόκειται για κάτι παραπάνω από αυτό που αναγράφεται: στήνεται μια κονσόλα σε μια καφετέρια, έναν φούρνο, ενίοτε μια πιτσαρία, και παίζει κυρίως ηλεκτρονική μουσική τις πρωινές και τις απογευματινές ώρες. Ο κόσμος κουνάει το κεφάλι του ρυθμικά όσο πίνει τον καφέ του ή τρώει την πίτσα του και αργότερα επιστρέφει στο σπίτι για ξεκούραση.

Σε κάθε περίπτωση, οι συμμετέχοντες στην έρευνά μας δήλωσαν ότι πιο πολύ έχουν μειώσει παρά αυξήσει τις εξόδους τους, τα τελευταία 2-3 χρόνια. Το μεγάλο χάσμα συναντάται στους late GenZers και early Millennials (25-34). Το 43,1% δηλώνει ότι βγαίνει λιγότερο, έναντι του 7,8% που έχει αυξήσει τις εξόδους του και του 1,9% που δεν έχει παρατηρήσει κάποια αλλαγή στις συνήθειές του.
Παρόμοιες τάσεις συναντώνται και στους 35-49, με το 31,4% να δηλώνει ότι έχει περιορίσει τις εξόδους του, ενώ ακόμα και στους μικρότερους GenZers (18-24), το ποσοστό ανέρχεται στο 7,8%.
«Έχει κουράσει το κιτς της αθηναϊκής καλοπέρασης»
Οι λόγοι που οι έξοδοι έχουν μειωθεί δεν είναι ομοιόμορφοι, αλλά πολυπαραγοντικοί και πολλές φορές περίπλοκοι. Η πλειονότητα των ερωτηθέντων (76,2%) πολύ απλά δεν έχει χρόνο λόγω της δουλειάς, της φροντίδας των παιδιών ή λοιπών υποχρεώσεων. Οι έντονοι ρυθμοί, η ρουτίνα και η εξαντλητική καθημερινότητα στα αστικά κέντρα αναφέρονται συχνά. Για το 59,5%, βασικός λόγος είναι η έλλειψη ενέργειας, ενώ το 31% δεν έχει αρκετά χρήματα για να υποστηρίξει μια έξοδο.
Παρότι αρκετοί συμμετέχοντες θεωρούν ότι τα μαγαζιά είναι «ικανοποιητικά» και υπάρχει μεγαλύτερη ποικιλία σε σχέση με το παρελθόν, ένα σημαντικό 33,3% νιώθει ότι δεν τον εκφράζει πλέον η νυχτερινή ζωή στην περιοχή του.
Σκανδιναβικοί φούρνοι, άβολες καρέκλες, μπεργκεράδικα που έχουν το δικό τους merch και μπαράκια με αστεία σουβέρ και νέον ταμπέλες που γράφουν «πάρε με από εδώ» ή κάνουν ωδή στο Παγκράτι.
«Ανοίγει ένα καινούργιο, fancy μαγαζί. Τον πρώτο χρόνο είναι sold-out και αναγκάζεσαι να κλείσεις τρεις εβδομάδες νωρίτερα για να βρεις ένα στριμωγμένο τραπέζι μια τυχαία Τετάρτη απόγευμα», λέει 27χρονος κάτοικος εξωτερικού, ο οποίος επισκέπτεται συχνά την Ελλάδα και πιστεύει ότι η αγορά είναι τυποποιημένη. «Τον δεύτερο χρόνο, όταν η μόδα αρχίζει να ξεφτίζει, ο “ψαγμένος” κόσμος έχει ήδη μετακινηθεί αλλού. Τον τρίτο πια χρόνο το μαγαζί πάει για κλείσιμο και ο ιδιοκτήτης σχεδιάζει το επόμενο σε διαφορετική γειτονιά, για να καβαλήσει ξανά το ίδιο κύμα hype», προσθέτει.
Μια άλλη GenZer εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο πλέον προγραμματίζεται μια έξοδος. «Το κονέ και η ελάχιστη κατανάλωση δημιουργούν ένα αίσθημα ταλαιπωρίας. Αισθάνομαι ανεπιθύμητη στο μαγαζί. Λείπει ο αυθορμητισμός», τονίζει.
Άλλοι αναφέρουν πιο πρακτικούς λόγους, όπως την απελπιστική κίνηση και την έλλειψη πάρκινγκ, τη δυσκολία μετακίνησης από τη μία περιοχή στην άλλη λόγω του ανεπαρκούς δικτύου των ΜΜΜ, καθώς και τα αυξανόμενα αλκοτέστ. Βέβαια, υπάρχουν κι αυτοί που νιώθουν απλά πελαγωμένοι από τις πολλές επιλογές που υπάρχουν, με αποτέλεσμα να προτιμούν να κάτσουν σπίτι, επειδή δεν μπορούν να διαλέξουν.
Το βασικό πρόβλημα που εντοπίζουν πολλοί είναι το gentrification και η απόλυτη ομογενοποίηση: σκανδιναβικοί φούρνοι, άβολες καρέκλες, μπεργκεράδικα που έχουν το δικό τους merch και μπαράκια με αστεία σουβέρ και νέον ταμπέλες που γράφουν «πάρε με από εδώ» ή κάνουν ωδή στο Παγκράτι. Τα μαγαζιά της γειτονιάς πλέον δεν είναι «στέκια», αλλά εξυπηρετούν τους τουρίστες και το περιστασιακό κοινό.
«Όπου και να πας, συναντάς το ίδιο στυλ μαγαζιού, τον ίδιο τύπο ανθρώπων, τον ίδιο τρόπο “διασκέδασης”», λέει κάτοικος της Αθήνας, η οποία παραδέχεται ότι «ζηλεύει» την έξοδο αρκετά συχνά, αλλά μετά σκέφτεται ότι δεν χάνει και κάτι που δεν έχει ήδη δει. Μια άλλη συμμετέχουσα αναφέρει ότι «μεγαλύτερη αξία έχει ένα καλό στέκι στη γειτονιά, όπου πας για την παρέα, την ατμόσφαιρα και την οικειότητα, και όχι απλώς για ένα check-in ή επειδή έγινε viral».
Σπίτι μου, σπιτάκι μου
Το αίσθημα αποστροφής για το «έξω» δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ένα ευρύτερο κοινωνικό φαινόμενο. Είτε αυτό οφείλεται στην οικονομική ανασφάλεια, στο αίσθημα εξάντλησης που επικρατεί ή στον αφανισμό της αυθεντικότητας, ειδικά οι νέοι προτιμούν πλέον το «άραγμα» στο σπίτι και την αυτοφροντίδα. Η παγκόσμια αγορά του wellness άγγιξε τα $6,3 τρισεκατομμύρια το 2026 και αναμένεται να φτάσει τα $9,8 τρισεκατομμύρια μέσα στην επόμενη τριετία.
Κατά κύριο λόγο, οι Gen Z έχουν ανταλλάξει το ποτό με τον καφέ και το μάτσα, το τσιγάρο με το άτμισμα, τα ξενύχτια με τις πεζοπορίες και τη γυμναστική, και τέλος τις νυχτερινές εξόδους με τις χαλαρές πρωινές βόλτες.
Από το πλέξιμο και την κεραμική μέχρι τη ζαχαροπλαστική, την κηπουρική και κάθε λογής χειροτεχνία, το hobby-maxxing είναι από τη μία νοσταλγία για τη ξεγνοιασιά των παιδικών χρόνων, και από την άλλη ένας τρόπος διαφυγής από την καθημερινότητα και τις κοινωνικές πιέσεις.
«Αν είναι να βρεθώ με φίλους, προτιμώ αυτό να περιλαμβάνει μια δραστηριότητα από το να πάω απλά κάπου για ποτό. Να βγούμε να περπατήσουμε μία ώρα στο πάρκο και να πούμε τα νέα μας», λέει στο WIRED Greece millennial που έχει μειώσει αρκετά τις εξόδους της τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με την έρευνά μας, η πιο δημοφιλής δραστηριότητα για αυτούς που μένουν στο σπίτι φαίνεται να είναι το χουχούλιασμα στον καναπέ και η προβολή ταινιών ή σειρών σε πλατφόρμες streaming (79%). Στο κομμάτι της ευεξίας, το 48,1% προτιμά την ξεκούραση, τον ύπνο και τον διαλογισμό, ενώ ένα 13,5% απολαμβάνει τις δραστηριότητες στη φύση. Όσον αφορά άλλες δραστηριότητες, το 40,4% επιλέγει να διαβάζει, να μαγειρεύει και να ακούει μουσική, ενώ το 23,1% ασχολείται με το gaming.
Μεταξύ άλλων, θα μπορούσε κάποιος να αποδώσει τη στροφή αυτή στο φαινόμενο του hobby-maxxing, το οποίο έχει γίνει viral τον τελευταίο χρόνο. Πρόκειται για μια νέα τάση όπου οι άνθρωποι προσπαθούν να γεμίσουν το πρόγραμμά τους με διάφορα χόμπι, αντί να σκρολάρουν άσκοπα στο κινητό.
Από το πλέξιμο και την κεραμική μέχρι τη ζαχαροπλαστική, την κηπουρική και κάθε λογής χειροτεχνία, το hobby-maxxing είναι από τη μία νοσταλγία για τη ξεγνοιασιά των παιδικών χρόνων, και από την άλλη ένας τρόπος διαφυγής από την καθημερινότητα και τις κοινωνικές πιέσεις. Βέβαια, δεν είναι όλοι «μοναχικοί λύκοι». Το 63,5% μοιράζεται τον χρόνο του με φίλους, παραγγέλνοντας φαγητό ή παίζοντας επιτραπέζια – σε κάθε περίπτωση, παραμένοντας στο σπίτι.
Joy of Missing Out
Ωστόσο, η συνειδητή επιστροφή μας στο «κουκούλι» δεν έχει εξαλείψει τελείως το FOMO (Fear of Missing Out) – δηλαδή τον φόβο του να χάνεις μια έξοδο ή μια εκδήλωση. Το 36,5% των ερωτηθέντων της έρευνάς μας βιώνει FOMO, κυρίως γιατί δεν θέλει να χάνει τα νέα της παρέας του και επειδή νιώθει ότι «μουχλιάζει» ή δεν είναι αρκετά κοινωνικό.
Βασικός λόγος: η έκθεσή τους σε μια συνεχή επίδειξη «διασκεδάσης» στα social media. «Δεν μπορούμε να εννοήσουμε τη διασκέδαση πια δίχως την προβολή της στα social κι αυτό γεννά έναν ψυχαναγκασμό που εμμέσως κάμπτει τη βούληση και τις πραγματικές επιθυμίες μας», λέει συμμετέχουσα, η οποία έχει περιορίσει τις εξόδους της στη μία φορά την εβδομάδα. «Θέλουμε να δείξουμε ότι είμαστε κοινωνικά σημαντικοί, ότι καθόμαστε με τα “κουλ” παιδιά στην τάξη», προσθέτει.
Το υπόλοιπο 63,5% είτε δεν ένιωθε ανέκαθεν FOMO είτε το έχει αφήσει πλέον πίσω του. «Δεν με ενδιαφέρει να είμαι κάπου επειδή θα είναι “όλοι” εκεί. Αυτή η εμμονή τείνει να αντικαθιστά κάθε ψήγμα προσωπικότητας, το οποίο είναι σημάδι των καιρών μας μεν, βαθύτατα προβληματικό και λυπηρό δε», αναφέρει millennial, η οποία πιστεύει ότι ο κόσμος πια βγαίνει μαζικά και αψυχολόγητα, αλλοιώνοντας την εμπειρία του εκάστοτε μέρους.
Ίσα ίσα, η νέα «καυτή» τάση είναι πλέον το JOMO (Joy of Missing Out). Σύμφωνα με το λεξικό του Merriam-Webster, πρόκειται για τη χαρά του να χάνεις ένα κοινωνικό δρώμενο ή να καταλήγεις να μην πηγαίνεις κάπου που σε έχουν καλέσει, απλά και μόνο επειδή νιώθεις μια υποχρέωση ή έχεις ήδη ακυρώσει αρκετές φορές.
Πάντως, είτε πρόκειται για οικονομική ανάγκη, είτε για άμυνα απέναντι στην τυποποίηση της νύχτας, η έξοδος στην Ελλάδα δεν πέθανε – απλώς ίσως έχει αρχίσει να γίνεται πιο εσωστρεφής και να μετατοπίζεται εκεί που υπάρχει η παρέα, η ηρεμία και η αυθεντικότητα.