24.09.2026
14’ READ TIME

Αl Pacino ή Robert De Niro;

Το δυσκολότερο κινηματογραφικό δίλημμα που έθεσε το WIRED Greece μέχρι στιγμής, καλώντας 5 ανθρώπους να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο ογκόλιθους της αμερικανικής υποκριτικής, δυο πρόσωπα άμεσα συνδεδεμένα με το μισό σινεμά που αγαπήσαμε.
Αλ Πατσίνο και Ρόμπερτ Ντε Νίρο σε κοινή εικονογράφηση
Pacino και De Niro έχουν τη μοναδική ικανότητα να εντοπίζουν έναν ενδέκατο τρόπο από τους δέκα που υπάρχουν για να παίξεις μια σκηνή και να επιλέγουν αυτόν. Φωτ.: wired staff; getty images
Billboard 1

Είναι αδύνατο να εννοήσουμε το αμερικανικό σινεμά των ‘70s, αλλά και το σινεμά γενικότερα, αν απαλείψουμε τους δύο άνδρες του σεπτεμβριανού κινηματογραφικού μας διλήμματος. Αφαιρώντας τους από την εξίσωση, θα είναι σαν να αφαιρούμε μαζί και το μισό σινεμά που αγαπήσαμε. 

Είναι, ομολογουμένως, ένα από τα πλέον απάνθρωπα κινηματογραφικά διλήμματα που έχουμε θέσει από αυτή εδώ τη στήλη. Έναν έναν ξεχωριστά αν μάς ρωτούσες, θα παρακαλούσαμε και οι πέντε για το ευεργέτημα του λευκού, μα το λευκό δεν χωρεί στους αμείλικτους κανόνες τούτης της εκλογικής διαδικασίας. Pacino ή De Niro, λοιπόν, με μισό και βάλε αιώνα ογκώδους φιλμογραφίας στις πλάτες τους, με εξέχοντες τίτλους του κινηματογραφικού κανόνα στο βιογραφικό τους, με ερμηνείες που διδάσκονται στις σχολές υποκριτικής, με ερμηνευτικά τικ που επιχείρησαν να αντιγράψουν μυριάδες ηθοποιοί, με κινηματογραφικές ατάκες που έγραψαν ιστορία χάρη σ’ αυτούς, στην εκφορά τους, στο ανάστημά τους, στη μοναδική τους ικανότητα να εντοπίζουν έναν ενδέκατο τρόπο από τους δέκα που υπάρχουν για να παίξεις μια σκηνή και να επιλέγουν αυτόν.

Δεν θέλουμε να μακρηγορήσουμε στην εισαγωγή μας για το τι κάνει και τι πρεσβεύει ο καθένας τους – και το ’χουμε εύκολο. Είναι προτιμότερο να αφήσουμε να προκύψει μέσα από την αιτιολογική έκθεση της ψήφου καθενός από τους συμμετέχοντες. Κι αυτό αφού γράψαμε, ο λόγος στα μέλη του εκλογικού σώματος.

Προμηθέας Αλειφερόπουλος

Ηθοποιός/Σκηνοθέτης της επερχόμενης παράστασης «Ακριβοί μας Γονείς»

Υπάρχουν πολλά δύσκολα διλήμματα. Στους ηθοποιούς του σινεμά υπάρχει κατα βάση ένα. Για τη δική μας γενιά, ο Ντε Νίρο και ο Πατσίνο δεν είναι απλώς δύο τεράστιοι ηθοποιοί. Είναι, κάπως, οι Αμερικανοί υποκριτικοί μας μπαμπάδες. Δύο ηθοποιοί που τους είδαμε πριν ακόμα καταλάβουμε ακριβώς τι είναι αυτό που κάνουν και που αργότερα, όταν αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε λίγο περισσότερο, επιστρέψαμε στις ίδιες ταινίες και ανακαλύψαμε ότι έκαναν πολλά περισσότερα απ’ όσα είχαμε δει την πρώτη φορά.

Ο Ντε Νίρο πάντα με γοήτευε με κάτι που δεν φαίνεται. Με αυτό που κρατάει. Με τη σιωπή, την οικονομία, το βλέμμα που μοιάζει να συνεχίζει μια σκέψη που έχει αρχίσει πολύ πριν ανοίξει η σκηνή. Από τον Ταξιτζή, το Godfather, το Raging Bull, το Deer Ηunter, στο Goodfellas, το King of Comedy, το Awakenings , το Heat, το Silver Linings Playbook και το Killers of the Flower Moon νιώθεις ότι ο χαρακτήρας δεν κατασκευάζεται μπροστά σου. Υπάρχει ήδη. Εσύ απλώς έτυχε να τον πετύχεις.

O Robert De Niro στο Taxi Driver του Martin Scorcese. Φωτ.: Michael Ochs Archive/Getty Images/Ideal Image

Ο Πατσίνο είναι διαφορετικό θηρίο. Είναι φωτιά, ρυθμός, φωνή, νεύρο. Κι όμως, το παράδοξο είναι ότι στις πιο μεγάλες στιγμές του μπορεί να είναι απίστευτα εσωτερικός. The Panic in Needle Park, The Godfather, Serpico, Donnie Brasco είναι μάθηματα για το πόσα μπορείς να κάνεις χωρίς να δείξεις τίποτα. Και μετά υπάρχει το Dog Day Afternoon, το Scarface, το Scent of a Woman, όπου αυτή η ενέργεια ξεχύνεται και σχεδόν παρασύρει τον χώρο γύρω του λες και βρίσκεσαι σε θεατρική αίθουσα. Ως ηθοποιός, νομίζω ότι έχω ζηλέψει πράγματα και από τους δύο. Από τον Πατσίνο την ελευθερία. Από τον Ντε Νίρο την ακρίβεια. Από τον έναν την τόλμη να φτάσει στα άκρα και από τον άλλον την αυτοπεποίθηση να μη χρειάζεται να πάει πουθενά. 

Αλλά αν κάποιος με στριμώξει πραγματικά και μου πει «έναν»; Ντε Νίρο. Όχι πολύ. Ίσως μισό βήμα. Ίσως και λιγότερο. Μπορεί επειδή ο Ντε Νίρο με έχει κάνει και να γελάσω πολύ. Μπορεί επειδή είναι πιο ντροπαλός. Μπορεί επειδή δεν βλέπω το ναρκισσισμό του να φανερώνεται όταν παίζει. Κυρίως όμως γιατί όσο μεγαλώνω, με συγκινεί όλο και περισσότερο αυτό που δεν γίνεται. Αυτό που ο ηθοποιός επιλέγει να μην κάνει. 

Αλλά αν αυτή τη στιγμή ανοίξει η πόρτα, μπει ο Πατσίνο και με κοιτάξει με αυτό το βλέμμα, πιθανότατα θα πω ότι έκανα λάθος.

Ψηφίζει: Robert De Niro

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Ιστορικός Κινηματογράφου/Διευθυντής Τμήματος Πρόσβασης και Έρευνας στην Ελβετική Ταινιοθήκη

Μεγαλώνοντας ως αγόρι στην Αθήνα των late 80s-early 90s, σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που ενέτεινε την ποδοσφαιροποίηση των πάντων, η πραγματικότητα γινόταν αντιληπτή μέσω διπολικών φίλτρων, εμποτισμένων με επιταγή στράτευσης – ή μαζί μας ή με τους άλλους. Το άγουρο μυαλό γέμιζε έτσι με διλήμματα όπου μία επιλογή έμοιαζε «φυσικά» ορθή, κι ας έλειπε παντελώς η γνώση που θα στέριωνε τη γνώμη με επιχειρήματα. ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, MEGA ή ΑΝΤ1, Κέλλυ ή Μπρέντα, Ραφαέλο ή Μικελάντζελο – – για χελώνες μιλάμε… Και πιο κοντά στα δικά μας, Πατσίνο ή Ντε Νίρο, Κόπολα ή Σκορσέζε.

Δεν έχω ιδέα γιατί, αλλά στο δικό μου by default προγραμματισμό σκέψης έπρεπε να είμαι με Πατσίνο, κι ας μην είχα δει καμία ταινία του, σε αντίθεση με τον Ντε Νίρο, όπου τα περάσματα του Ελαφοκυνηγού στην τηλεόραση συνοδεύονταν στο σπίτι από την αύρα σημαντικού γεγονότος. Ώσπου, έφηβοι πια, είδαμε την Ένταση και τα κόζα άλλαξαν. Να φταίει η έλξη του «κακού», η ναρκισσιστική προβολή στον λακωνικό Ντε Νίρο για μας τους φωνακλάδες που ήμασταν πιο κοντά στους Πατσίνο αυτού του κόσμου ή η συμβατότητα του ψηλότερου Μπόμπι με μία κυρίαρχη αρρενωπότητα που στραβοπερπατάει και ηγείται με πράξεις, αφήνοντας τα αισθήματα στην άκρη;

Al Pacino Robert De Niro στο Heat του Michael Mann. © 1995 Twentieth Century Fox Home Entertainment

Ήταν μόνο η αρχή μιας σειράς κοσμογονικών κινηματογραφικών εμπειριών. Θα ακολουθούσαν Ταξιτζής, Οργισμένο Είδωλο, Καζίνο, Κακόφημοι Δρόμοι: η υπόκωφη ένταση του Ντε Νίρο ως περιθωριακού αντι-ήρωα συναντούσε υπέροχα το νεανικό αίσθημα ανυποταξίας που έκαιγε μέσα μας. Το πόσο πελώριος ερμηνευτής είναι ο Ντε Νίρο δεν χρειάζεται να το πω εγώ. Έχω όμως την εντύπωση ότι τα χρόνια έφεραν μια περιρρέουσα υποτίμηση του μεγέθους του Πατσίνο, με τα κλισέ και παντελώς αβάσιμα επιχειρήματα περί μονο-υφολογικής ερμηνείας. Δύο τιτάνες, δύο πυλώνες της σινεφιλίας μερικών γενεών. Αλλά στο δικό μου κιτάπι παίζει «Jumpin’ Jack Flash» όταν μπαίνουμε στα μπαρ.

Ψηφίζει: Robert De Niro

Αλεξάνδρα Σκαράκη

Δημοσιογράφος –  Καθημερινή/ «Στούντιο 4», ΕΡΤ

Δύσκολη μάχη, αναμφίβολα. Μιλάμε για δύο θηρία του σινεμά, δύο ηθοποιούς που δεν άφησαν απλώς το αποτύπωμά τους στην ιστορία του, αλλά διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την ίδια την έννοια της μεγάλης κινηματογραφικής ερμηνείας. Ο Αλ Πατσίνο και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο έχουν χαρίσει ρόλους που έγιναν σημείο αναφοράς, από τον Μάικλ Κορλεόνε και τον Τόνι Μοντάνα μέχρι τον Τράβις Μπικλ και τον Τζέικ ΛαΜότα. Αν, όμως, η μονομαχία κρίνεται με δύο βασικά κριτήρια -την απόλυτη πιστότητα στον χαρακτήρα και το vibe στον θεατή- τότε ο νικητής, έστω και οριακά, είναι ο Αλ Πατσίνο.

Το πρώτο και ίσως πιο καθοριστικό του όπλο είναι η ικανότητά του να κάνει έναν χαρακτήρα απολύτως δικό του, χωρίς ποτέ να χάνει την αίσθηση ότι παρακολουθούμε έναν πραγματικό άνθρωπο. Στον Νονό, ο Μάικλ Κορλεόνε ξεκινά ως ο γιος που θέλει να μείνει έξω από τις οικογενειακές επιχειρήσεις και καταλήγει αδίστακτος αρχηγός. Ο Πατσίνο αποτυπώνει τη μεταμόρφωση σχεδόν ανεπαίσθητα, μέσα από το βλέμμα, τις παύσεις και τη φωνή του. 

Στον Νονό, ο Μάικλ Κορλεόνε ξεκινά ως ο γιος που θέλει να μείνει έξω από τις οικογενειακές επιχειρήσεις και καταλήγει αδίστακτος αρχηγός. Φωτ.: Paramount/Getty Images/Ideal Image

Κι αν στον Μάικλ η δύναμή του είναι η εσωτερικότητα, στο Dog Day Afternoon συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ως Σόνι, είναι νευρικός, τρυφερός, αστείος, απελπισμένος και απρόβλεπτος. Δεν παρακολουθείς απλώς έναν άνθρωπο σε μια ακραία κατάσταση, αισθάνεσαι την πίεση που τον διαλύει. Στο Scarface ο Τόνι Μοντάνα γίνεται μια εκρηκτική φιγούρα, γεμάτη ματαιοδοξία και ανασφάλεια. Στο Taxi Driver ο Ντε Νίρο κάνει τον Τράβις Μπικλ αξέχαστο χωρίς σχεδόν να χρειάζεται λόγια: με το βλέμμα, τη σιωπή και τη στάση του σώματος αποτυπώνει τη μοναξιά, την αποξένωση και την παράνοια ενός ανθρώπου που βυθίζεται στη βία. 

Ο Ντε Νίρο μπορεί να είναι πιο μεταμορφωτικός. Ο Πατσίνο, όμως, έχει το σπάνιο χάρισμα να ηλεκτρίζει την οθόνη. Ο Ντε Νίρο σε κάνει να κοιτάς τον χαρακτήρα. Ο Πατσίνο, να τον αισθάνεσαι. Και αυτή τη φορά, αυτό του χαρίζει τη νίκη. 

Ψηφίζει: Al Pacino

Ελισάβετ Φωτοπούλου

Κινηματογραφίστρια, Συγγραφέας των Βιβλίων «Στη Γύρα», «Κύριος Λάκης»

«Εννοείς να τους συγκρίνω σαν ηθοποιούς με βάση όλη τους την καριέρα;», ρώτησα τον Γιάννη όταν μου έθεσε το δίλημμα Al Pacino ή Robert De Niro. «Carte blache», μου απάντησε, «μπορεί να μην είναι καν με βάση όλη τους την καριέρα, τα κριτήρια είναι ανοιχτά. Μπορεί πχ. να σε ενοχλεί το γρέζι του πρώτου». 

Μ’ άρεσε αυτό γιατί υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ καλύτερου και αγαπημένου. Το αγαπημένο δημιουργεί ρωγμή στο καθεστώς που κρίνει με βάση τη δεξιοτεχνία, την επιτυχία, τον αριθμό βραβείων, το ποιος τον έχει μεγαλύτερο. Μέσα σε αυτή τη ρωγμή επιβιώνει το προσωπικό μακριά από επιχειρήματα και λογικές αποδείξεις. Είναι κάτι πιο βαθύ, ας πούμε κάτι που έτυχε να δεις σε μια συγκεκριμένη φάση της ζωής σου και για κάποιο λόγο χαράχτηκε μέσα σου. 

Όσο λοιπόν περνούν τα χρόνια και η μνήμη κάνει ξεσκαρτάρισμα για να χωρέσει νέες πληροφορίες, στο δικό μου κεφάλι οι σκούπες και τα ξεσκονόπανα δεν πλησιάζουν ποτέ την τελευταία σκηνή από το The Devil’s Advocate με τον Al Pacino να κοιτάζει μέσα απ΄ την κάμερα τα σωθικά του θεατή και να λέει «Vanity. Definitely my favorite sin», ρίχνοντας χαστούκι σε όσους πρόλαβαν να ξαλαφρώσουν με την υποψία happy end.

Ψηφίζει: Al Pacino

Γιάννης Βασιλείου

Στα κιτάπια μου ο De Niro είναι κάποιος που θα μελετήσει πολύ για τον εκάστοτε ρόλο του και θα κάνει ό,τι απαιτεί η σκηνή και το ευρύτερο σκηνοθετικό όραμα, όχι με τον τρόπο ενός εργαλείου στα χέρια του σκηνοθέτη, αλλά με εκείνον ενός συν-δημιουργού της ταινίας. Ο Pacino είναι εκείνος που θα έρθει για να καταπιεί το κάδρο, ένας σολίστας larger than life παρουσίας και, από ένα σημείο κι έπειτα, εντελώς jazz ερμηνευτικής προσέγγισης, την οποία πολλοί προσπάθησαν να μιμηθούν, μα σπανίως τα κατάφεραν – ο Nicolas Cage, o Jake Gyllenhaal, εσχάτως ο Robert Pattinson, για να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα. Ω ναι, είναι αδιαμφισβήτητη η επίδρασή τους σε μεταγενέστερους ηθοποιούς και ερμηνείες: ο Daniel Day Lewis θα έπρεπε να εφεύρει έναν δικό του τρόπο για να παίξει τον Bill the Butcher στο σκορσεζικό Gangs of New York αν δεν υπήρχε ο De Niro, ενώ ο Javier Bardem δεν θα κινούσε πρώτα το κεφάλι κι έπειτα το βλέμμα για να δείξει το άχθος και την ψυχική κόπωση του χαρακτήρα, αν δεν το είχε κάνει πρώτος για εκείνον ο Pacino.

Στη ζυγαριά μου βαραίνει το μέτρο του De Niro, αυτή η ταπεινότητα, το γεγονός ότι δεν θα κάνει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο παρά μόνο αν κρίνει ότι το απαιτεί η σκηνή. Κι από την άλλη ο Pacino, ακόμα κι εκείνη την περίοδο που τού χάρισε το προσωνύμιο «shouty Al», φέρνει μια performance δίχως την οποία η ταινία θα γινόταν μια άλλη, πιθανότατα λιγότερο ενδιαφέρουσα  – κι οι σκηνοθέτες που το αντιλαμβάνονται, φροντίζουν να προσαρμόσουν τα πάντα γύρω από τον τρόπο του και βγαίνουν κερδισμένοι. 

Μοιραία, για να καταλήξω στην ψήφο μου, οφείλω να στραφώ στις κοινές τους εμφανίσεις στο πανί. Στο Godfather II, όπως και στο πρώτο, ο Pacino δίνει την πιο ντενιρικής λογικής ερμηνεία του, την ίδια ώρα που ο De Niro πρέπει να βαδίσει ταυτόχρονα και στα χνάρια του Pacino, ώστε να ευδοκιμήσει το εύρημα των παράλληλων βίων, αλλά και στα χνάρια του Brando, για να βεβαιωθούμε ότι βλέπουμε τον ίδιο χαρακτήρα. Ας πούμε ότι το αποτέλεσμα εδώ είναι ισοπαλία κι ας διαφώνησε η Οσκαρική Ακαδημία μαζί μας, δίνοντας στον Bobby Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου, κι ας έπρεπε ο τελευταίος να παίξει σε μια γλώσσα και μια διάλεκτο που δεν γνώριζε. 

Al Pacino και Robert De Niro στο Irishman.

Στο Heat η μανιακή mentalite του ενός χρειάζεται την ήρεμη δύναμη του δεύτερου, αλλιώς δεν θα είχαμε να κάνουμε με τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Υπάρχει, όμως, εκείνη η σκηνή πίσω από το τιμόνι, όπου το όνειρο μιας άλλης ζωής έρχεται σε σύγκρουση με τον κώδικά του χαρακτήρα, όπου ο De Niro μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα μάς δείχνει μινιμαλιστικά όλη την πορεία της σκέψης του, χωρίς να χρειαστούμε voice over ή διάλογο. Είναι που υπογραμμίζει τη σφοδρότητα της εσωτερικής σύγκρουσης δίχως να «φωνάζει», είναι και που, όποτε θέλω να δείξω σε κάποιον τι σημαίνει μεγάλος ηθοποιός, σε αυτή τη σκηνή θα τον παραπέμψω. Αντίστοιχα, και στο Irishman έχει εκείνο το αβάσταχτο τηλεφώνημα, όπου ο ήρωας χάνει τα λόγια του, καθώς διαπράττει την ύψιστη ύβρη, εκείνη που στο μέλλον τον οδήγησε να αφήσει αναπάντητο το «γιατί» της αποξενωμένης κόρης του. Εκεί ο De Niro δεν κάνει απλώς πολλά με λίγα, «εξηγεί» με τρεμάμενη φωνή, τσακισμένο βλέμμα και επικαλυπτόμενες συλλαβές που αδυνατούν να σχηματίσουν λέξεις το κρυμμένο κρίμα πίσω από το φαντασματικό πέπλο που σκεπάζει όλη την ταινία. 

Οκ, υπάρχει και το Righteous Kills, όπου αμφότεροι στρέφονται στη μανιέρα που ανέπτυξαν με τα χρόνια. Κανονικά εκεί δεν ξεχωρίζουμε κανέναν τους, προσωπικά το μόνο που θυμάμαι από την ταινία είναι το «when you walk outside, watch your back» του Bobby σε μια σκηνή δικαστηρίου. Kι αυτό σίγουρα κάτι σημαίνει.

Ψηφίζει: Robert De Niro

ΤΕΛΙΚΟ ΣΚΟΡ: Al Pacino – Robert De Niro  2-3

Το αποτέλεσμα θα ήταν αδύνατο να προβλεφθεί και ότι το παιχνίδι θα ήταν ντέρμπι το είχε κλειδώσει ο ΟΠΑΠ. Τελικά ο Bobby επικράτησε του Al με 3-2. Παρατηρώντας ότι τα αγόρια στήριξαν De Niro και τα κορίτσια Pacino, πέρα, προφανώς. από την τυχαιότητα του πράγματος κι από το μικρό μέγεθος του δείγματος, αναρωτιόμουν αν υποσυνείδητα επηρέασε την απόφαση τους το γεγονός ότι ο Bobby της οθόνης έχει υπάρξει συστηματικά φριχτός απέναντι στις γυναίκες, τόσο που ο Richard T. Kelly ονόμασε ένα απολαυστικό βιβλίο του με random κινηματογραφικές λίστες «Ten Bad Dates with De Niro», εμπνευσμένος από μια λίστα του με πολύ άσχημα κινηματογραφικά ραντεβού του ηθοποιού. Αντίθετα, ο Al σε γενικές γραμμές τα προσέχει τα κορίτσια, τα χορεύει tango και άλλους λατινοαμερικάνικους χορούς, θα έλεγες ότι το χειρότερο πράγμα που τους έχει κάνει είναι να πάρει την τηλεόραση του σπιτιού και να την πετάξει έξω από το αυτοκίνητό του, όταν γύρισε από τη δουλειά και βρήκε άλλον άντρα στο σπίτι –  και να σημειωθεί πως ήταν δική του τηλεόραση. 

Σε σοβαρότερο τόνο και με βάση το παραπάνω, εξετάζοντας την πορεία τους, θα έλεγα ότι ο Pacino μόνο μια φορά έχει υποδυθεί το μεγαλύτερο κάθαρμα της οικουμένης και μερίμνησε να γίνει αντιπαθής, ως Michael στον δεύτερο Νονό. Στις υπόλοιπες ταινίες του, ακόμα και όταν παίζει αρνητικούς χαρακτήρες, φέρνει μια γοητεία στον ρόλο, σε αντίθεση με τον De Niro που δεν τον νοιάζει πόσο απωθητικός θα γίνει, όταν ο χαρακτήρας και ο στόχος του στη σκηνή είναι τέτοιος – σκεφτείτε τον πχ. στο Casino.

Παρατηρώ, επίσης, ότι στα κείμενα που γράφτηκαν για τους δυο τους, ο De Niro συνδυάζεται με το μέτρο και την προσήλωση και ο Pacino με την έξαρση και τη θεατρικότητα. Στην πραγματικότητα υπάρχουν και ταινίες όπου αμφότεροι κάνουν το αντίθετο. Θα μπορούσε να πει κάποιος πως όταν θέλεις τραγωδία και οπερατισμό στρέφεσαι ασυζητητί στον Pacino, αλλά μετά σκέφτεσαι εκείνη τη συγκλονιστική σκηνή του De Niro, όπου βουτηγμένος στο σκοτάδι ρίχνει γροθιές στον τοίχο και φωνάζει «δεν είμαι τόσο κακός» στο «οργισμένο είδωλό» του και το ξανασκέφτεσαι. Κι από την άλλη, θα έλεγε ένας άλλος πως όταν ζητάς εσωτερική ένταση και αμφισημία πηγαίνεις καρφί στον De Niro, αλλά μετά θυμάσαι τη θαυμάσια δουλειά του Pacino στο Insomnia του Nolan και το ξανασκέφτεσαι.

Ω, ναι, μπορεί ο Bobby να επικράτησε τελικά, μα είναι κι ο Al απολύτως απαραίτητος. Τούς χρωστάμε το μισό σινεμά που αγαπήσαμε και γνωρίζουμε πως, όταν φύγουν από αυτό τον κόσμο, θα πάρουν ένα μεγάλο μέρος του. Ευχόμαστε αυτή η θλιβερή μα αναπόφευκτη ημέρα να αργήσει κι ελπίζουμε να συνεχίσουν και οι δυο να ευλογούν την οθόνη μας με την παρουσία τους, ακόμα κι αν η παραγωγικότητά τους οδηγεί συχνά σε ποιοτικά συζητήσιμες επιλογές. Και σε αυτές τις ταινίες, οι ίδιοι τιμούν το ψωμί τους και, που και που, κάνουν κάτι πραγματικά ενδιαφέρον που δίνει μια στιγμιαία αναλαμπή στην ταινία. Και αρκετοί από εμάς για κάτι τέτοιες «αναλαμπές» βλέπουμε ταινίες.

© WIRED Greece. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση αποσπασμάτων μόνο με ενεργό σύνδεσμο προς το πρωτότυπο άρθρο και σαφή αναφορά στο WIRED Greece.
Για πλήρη αναδημοσίευση απαιτείται προηγούμενη γραπτή άδεια.
Γιάννης Βασιλείου, Γεννήθηκε το 1985 στη Λαμία. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών, άσκησε δικηγορία επί σειρά ετών, ενώ… Περισσότερα

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO