Είναι μία ιδιαίτερη προσωπικότητα. Συναντηθήκαμε στον τελευταίο όροφο ενός ψηλού κτιρίου στου Ψυρρή σε μία από τις σπάνιες επισκέψεις της στην Αθήνα – έρχεται για να κάνει σεμινάρια γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Όσο η συζήτηση μαζί της προχωρά -και η ίδια λύνεται-, τόσο πιο ενδιαφέρουσα γίνεται. Η Έφη Χατζηγιαννοπούλου-Bersoux είναι -τρόπον τινά- μία αυτοδίδακτη επαγγελματίας, που πλέον με έδρα το Λονδίνο επιχειρεί σε όλο τον κόσμο. Η ΑΙ ήταν κλειδί για εκείνη – κι άνοιξε σειρά από πόρτες.
Η ιδρύτρια της Growth Girls χρησιμοποιεί καθημερινά AI για να αναπτύσσει επιχειρήσεις, να σχεδιάζει συστήματα και να εκπαιδεύει στελέχη. Κι όμως, πιστεύει ότι η πραγματική απειλή δεν βρίσκεται στις μηχανές μα στον πειρασμό του ανθρώπου να εκχωρήσει τη σκέψη του σε αυτές.
Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν και μαθαίνουν, σε οποιαδήποτε ηλικία και άνθρωποι που δεν μπορούν και δεν θέλουν να εξελιχθούν. Το κριτήριο είναι ένα και μόνο. «Ή έχεις περιέργεια ή δεν έχεις».
Ξεκινώ από τις επιχειρήσεις και δη τις startups. «Η καινοτομία έχει γίνει λίγο αυτοσκοπός. Βλέπεις τώρα start-uppers που, όταν περιγράφουν τη startup τους, λένε ‘we are disrupting το τάδε business’». Οι περισσότερες, σχολιάζει, δεν θα τα καταφέρουν· «έτσι είναι φτιαγμένο το σύστημα. Η αληθινή καινοτομία δεν βγαίνει από ένα pitch deck. Η πραγματική καινοτομία προκύπτει από τη δυσκολία. Θα έχεις μπροστά σου εμπόδια, ατυχία, προβλήματα, θα αναγκαστείς να βρεις λύση για να ελιχθείς. Κι εκεί προκύπτουν οι ωραίες ιδέες».
Ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη. Έγινε με τον δικό της τρόπο δημοσιογράφος γιατί λάτρευε τις συναυλίες – κι έφτιαξε ιστοσελίδα. Το ένα έφερε τ’ άλλο και μπήκε στον χώρο των επιχειρήσεων. Πάντα εφευρίσκοντας μόνη της τον δρόμο – είπαμε, η καινοτομία ήταν το κλειδί που άνοιγε μελλοντικές θύρες.
Της ζητώ να μιλήσει για επιχειρηματικότητα, για AI agents, για δουλειές που χάνονται. Αλλά ό,τι κι αν την ρωτήσεις, η βελόνα γυρίζει στο ίδιο σημείο: στη σκέψη. Στο ότι η αξία μετακινείται από την πληροφορία, που πλέον την παράγει άφθονη η μηχανή, στην κρίση, που παραμένει σπάνια.
Η γενιά της επισφάλειας
Το ότι σκέφτεται έτσι, το χρωστάει στην οικονομική κρίση της χώρας μας. «Το ότι μεγάλωσα στην Ελλάδα, μέσα στην κρίση, τα προβλήματα που συνάντησα στη ζωή μου, είναι που με ανάγκασαν να βρίσκω συνέχεια λύσεις». Την ρωτάω αν αυτό την έκανε καλύτερη επιχειρηματία. «Ευέλικτη, τολμηρή, δεν είχα τίποτα να χάσω. Όταν δεν έχεις τίποτα να χάσεις, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τολμήσεις».
Υπάρχει κάτι που η γενιά της το αντιμετωπίζει ως τραύμα, αλλά αποδεικνύεται όπλο στο επιχειρείν: μια βαθιά ριζωμένη οικονομική ανασφάλεια. «Όταν μεγαλώνεις και ξαφνικά κλείνουν τράπεζες, ή στην Κύπρο που χάσανε τα λεφτά τους, ξέρεις ότι δεν είσαι ποτέ ασφαλής. Η ασφάλεια, άλλες γενιές λέγανε, είναι να μπεις στο δημόσιο, να έχεις ένα κεραμίδι. Ούτε αυτό υπάρχει».
«Εμείς, που κινούμασταν στο εξωτερικό, ζήσαμε φοβερό ρατσισμό. Ήμασταν τεμπέληδες, ήμασταν κλέφτες».
Από αυτή την ανασφάλεια βγαίνουν δύο δρόμοι. Ο ένας οδηγεί στο ρίσκο και στην ευελιξία. Ο άλλος, σε έναν κυνισμό όπου τίποτα δεν έχει νόημα και το ζητούμενο είναι «μια δουλίτσα να έχουμε». Η ίδια πήρε τον πρώτο.
Το ρίσκο, βέβαια, το πλήρωσε και σε ένα πεδίο που σπάνια αναφέρεται: τον ρατσισμό. Η γενιά της έζησε πρώτα τα μεγαλεία του 2004, μια υπερηφάνεια που σου επέτρεπε να δηλώνεις Έλληνας και να ακούς «wow!», και αμέσως μετά την ταπείνωση. «Εμείς, που κινούμασταν στο εξωτερικό, ζήσαμε φοβερό ρατσισμό. Ήμασταν τεμπέληδες, ήμασταν κλέφτες». Το ζούσε στο ίδιο της το πρόσωπο, στο πεδίο, επειδή ήταν Ελληνίδα. «Μέχρι και σήμερα, κάποιοι το κρατάνε – μάλλον δεν έχουν πάρει χαμπάρι».
Πώς της φαίνεται πλέον η Ελλάδα; «Έχει ένα πάρα πολύ περίεργο μείγμα ανατολής και δύσης, και νομίζω αυτό το είχε πάντα. Ο καθένας βλέπει όποια Ελλάδα θέλει. Πιστεύω στη Gen Z, ειδικά τους ανθρώπους οι οποίοι πέρασαν και λίγο από εξωτερικό και έχουν αναμείξει τα καλά που σου δίνει η Ελλάδα και τα καλά που σου δίνει το εξωτερικό». Απέναντι, βλέπει μια μερίδα «πάρα πολύ βαθιά συντηρητική, που δεν θέλει την πρόοδο, έχει παραιτηθεί».
Θα γύριζε μονίμως στην Ελλάδα; Για μόνιμη κατοικία, όχι. «Η καθημερινότητα είναι πάρα πολύ δύσκολη».

Super brains
Η εταιρεία της λέγεται Growth Girls, έχει έδρα την Αγγλία και ξεκίνησε το 2017. «Το growth hacking είναι μία τεχνική προσέγγιση στο marketing. Δεν είναι το marketing που κάνουμε ιδέες, καμπάνιες, concepts. Είναι data driven, βασίζεται πάρα πολύ σε δεδομένα, στο γρήγορο experimentation, ακολουθεί την agile μεθοδολογία του προγραμματισμού». Η ταυτότητα της ομάδας τα λέει όλα: «Είμαστε όλοι marketing engineers και όχι άνθρωποι της επικοινωνίας».
Αυτό το τεχνικό DNA είναι που εξηγεί γιατί η τεχνητή νοημοσύνη δεν την ξάφνιασε. «Όταν ήρθε η AI, έδεσε τέλεια με αυτή την τεχνική προσέγγιση στο marketing». Δεν περιορίστηκαν στο να χρησιμοποιούν εργαλεία· άρχισαν να φτιάχνουν δικά τους. «Φτιάξαμε δικά μας super brains για τη δουλειά μας». Σήμερα η εταιρεία λειτουργεί σχεδόν εξ ολοκλήρου με AI agents. «Αυτή τη στιγμή, όλα είναι agentic. Όλα τα έργα που τρέχουμε εκ μέρους πελατών είναι μέσα σε ένα σύστημα που έχουμε χτίσει εμείς, το οποίο μάλιστα το πουλάμε κιόλας».
Το μηχάνημα δεν είναι εκεί για να σκεφτεί αντί για εκείνη. Είναι εκεί για να πολλαπλασιάσει τη σκέψη της.
Η δουλειά που δεν χρειάζεται πια
Πάμε στο εργασιακό. «Κάποιοι άνθρωποι δεν τους χρειαζόμασταν πια». Ποιοι; Όσοι έκαναν δουλειά «που δεν περιελάβανε ιδιαίτερη σκέψη», δουλειά που δεν χρειαζόταν την κρίση τους, «που μπορεί να αντικατασταθεί από έναν αυτοματισμό». Οι άνθρωποι που έμπαιναν στις συναντήσεις μόνο για να κρατούν σημειώσεις. Οι άνθρωποι του data entry.
Το αντιστάθμισμα είναι η εκπαίδευση: δίνει σε όλους την ευκαιρία να μάθουν. Αλλά η πόρτα κάπου κλείνει. «Όποιος δεν θέλει να διδαχθεί και να γίνει upskill στην AI, δεν έχει θέση». Ποιοι μένουν πίσω; «Δεν έχει να κάνει με την ηλικία, έχει να κάνει με την προσωπικότητα». Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν και μαθαίνουν, σε οποιαδήποτε ηλικία και άνθρωποι που δεν μπορούν και δεν θέλουν να εξελιχθούν. Το κριτήριο είναι ένα και μόνο. «Ή έχεις περιέργεια ή δεν έχεις».
Ο εκδημοκρατισμός και η παγίδα του
Ως fractional CMO αναλαμβάνει εταιρείες που συχνά ξεκινούν από το μηδέν, από το επίπεδο της ιδέας. Εκεί βλέπει την άλλη όψη. «Η AI έχει επιτρέψει σε ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν πρόσβαση σε κεφάλαια να χτίζουν πράγματα. Μια ομάδα δύο ατόμων μπορεί να χτίσει ένα προϊόν που πριν από 5 χρόνια θα χρειαζόταν μια ομάδα 20 ατόμων και 10 φορές το budget. Ο καθένας, από οπουδήποτε στον κόσμο, αν έχει την ικανότητα και την περιέργεια να μάθει πώς να χρησιμοποιεί αυτά τα εργαλεία, μπορεί να ανταγωνιστεί παίκτες από τη Silicon Valley ή το Λονδίνο».
«Αυτό που λείπει από τους ανθρώπους είναι η βαθιά μόρφωση, να σκέφτονται σε βάθος. Να μάθουν να ρωτάνε τις σωστές ερωτήσεις. Ο κόσμος πήγε κατευθείαν στο κομμάτι του να παίρνει απαντήσεις χωρίς να ξέρει να ρωτάει».
Ο εκδημοκρατισμός έχει και μια πιο προσωπική διάσταση για εκείνη, γιατί το χρήμα των επενδυτών δεν μοιράζεται ίσα. «Οι γυναίκες δεν σηκώνουν εύκολα λεφτά, με τα ίδια χαρακτηριστικά. Όποιος έχει δει pitching από γυναίκες, δέχονται διαφορετικές ερωτήσεις από τους άντρες». Το ίδιο ισχύει και για την καταγωγή και γι’ αυτό δημιουργούνται πλέον επενδυτικά σχήματα από γυναίκες για γυναίκες. Το εργαλείο, δηλαδή, ανοίγει πόρτες. Αλλά ανοίγει και μία που δεν θα έπρεπε. Την πιέζω για τα αρνητικά, και η απάντηση έρχεται χωρίς περιστροφές. «Βλέπω πολύ κόσμο που μπαίνει στον πειρασμό να σταματήσει να σκέφτεται». Δεν μιλάει για ανίκανους ανθρώπους. Μιλάει για έξυπνους ανθρώπους, με κρίση, που τους γνωρίζει. «Εκχωρούν τη σκέψη τους για λόγους ευκολίας και βολικότητας. Αντικαθιστούν τους εαυτούς τους. Αυτό είναι η μεγαλύτερη παγίδα».
Στους δικούς της ανθρώπους το θέτει με έναν κανόνα που μοιάζει σύνθημα: «Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το μηχάνημα, αλλά θέλω εσάς! Εσένα, τη δική σου νοημοσύνη». Κι επιμένει: «Αν ήτανε να μου απαντήσει το ChatGPT, θα ρωτούσα το ChatGPT, δεν θα ρωτούσα εσένα. Έχω εσένα για κάποιο λόγο, γιατί εκτιμώ εσένα και το δικό σου μυαλό».
Πίσω από την παγίδα κρύβεται μια ανασφάλεια. «Πολλοί άνθρωποι εμπιστεύονται την AI γιατί νομίζουν ότι οι ίδιοι δεν είναι επαρκείς». Κάποιος σκέφτεται πως ό,τι πει «μπορεί να είναι βλακεία», οπότε προτιμά να αφήσει το ChatGPT να βγάλει «30 σελίδες ανάλυση». Η δουλειά του καλού manager ξεκινάει ακριβώς από εκεί: όχι από τον έλεγχο, αλλά από το να πείσει τους ανθρώπους ότι το δικό τους μυαλό έχει αξία.
Αν αλλάζει κάτι θεμελιώδες, είναι το τι σημαίνει να ηγείσαι. «Ο leader πρέπει να είναι ένας άνθρωπος που ξέρει να κάνει lead ανθρώπους και agents. Πρέπει να είσαι leader και στα AI agents. Είμαι πάρα πολύ προσεκτική στο πώς ενορχηστρώνω την ανθρώπινη ομάδα μου και την agent ομάδα μου». Η κρίση μένει στον άνθρωπο. Η μηχανή εκτελεί.
Οι δεξιότητες που μένουν όρθιες
Φτάνουμε στο ερώτημα των δεξιοτήτων. «Αυτό που λείπει από τους ανθρώπους είναι η βαθιά μόρφωση, να σκέφτονται σε βάθος. Να μάθουν να ρωτάνε τις σωστές ερωτήσεις. Ο κόσμος πήγε κατευθείαν στο κομμάτι του να παίρνει απαντήσεις χωρίς να ξέρει να ρωτάει».
Η αξία δεν είναι στην απάντηση, μα στην ερώτηση. Κι εκεί ακριβώς είναι που δεν χαρίζεται στο επάγγελμα που όλοι θεωρούσαν ασφαλές. Ο προγραμματισμός ως καθαρή τεχνική δεξιότητα τελείωσε. Ο developer που κράτησε το τεχνικό του μυαλό μαζί με λίγο business mindset και κρίση παραμένει πολύτιμος. Ο άλλος, όχι. «Ο developer, ο οποίος το μόνο που έμαθε είναι να γράφει κώδικα, δεν είναι χρήσιμος».