Λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα της «Οδύσσειας» του Christopher Nolan, η Lupita Nyong’o, που υποδύεται την Ελένη της Τροίας στην ταινία, ρωτήθηκε τι θα έλεγε στον Όμηρο αν καθόταν δίπλα του. «Λοιπόν, Όμηρε, πώς νιώθεις για τον χρόνο που δίνεται σε αυτές τις γυναίκες στην οθόνη, αν σκεφτείς πόσο λίγο τους αφιέρωσες εσύ;» απάντησε.
Το κλιπ έγινε viral και η ερώτηση της Nyong’o προστέθηκε σε έναν κατάλογο αντιδράσεων που συνοδεύει την ταινία εδώ και μήνες, για το καστ, για τη γλώσσα, για τις πανοπλίες, για την ατμόσφαιρα. Στον θόρυβο αυτής της «μάχης», όμως, χάνονται πιο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις.
Η ταυτότητα του δημιουργού της Ιλιάδας και της Οδύσσειας παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα άλυτα μυστήρια, το γνωστό «Ομηρικό Ζήτημα». Δεν γνωρίζουμε αν ήταν ένας άνθρωπος ή πολλοί, δεν ξέρουμε ποια ήταν η καταγωγή του, δεν μπορούμε καν να απαντήσουμε με πλήρη σιγουριά για το φύλο του.
Ένα ζήτημα που οι ομηριστές συζητούν πάνω από έναν αιώνα και το ευρύ κοινό δεν ακούει συχνά: ποιος -ή ποια, ή ποιες- έφτιαξαν στην πραγματικότητα τα έπη;
«Η έννοια του συγγραφέα δεν εφαρμόζεται εδώ»
Η σύγχρονη ομηρική έρευνα έχει απομακρυνθεί από την εικόνα ενός μοναχικού ποιητή που κάθισε κάποτε και έγραψε την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια». Τα έπη θεωρούνται προϊόν μιας μακράς προφορικής παράδοσης, που διαμορφωνόταν ξανά και ξανά μέσα από τις παραστάσεις, τους αοιδούς και τα ακροατήριά τους.
Μέσα σε αυτή την παράδοση, οι γυναίκες μπορεί να είχαν πολύ μεγαλύτερο ρόλο από όσο υποθέταμε.
Η ταυτότητα του δημιουργού της Ιλιάδας και της Οδύσσειας παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα άλυτα μυστήρια, το γνωστό «Ομηρικό Ζήτημα». Δεν γνωρίζουμε αν ήταν ένας άνθρωπος ή πολλοί, δεν ξέρουμε ποια ήταν η καταγωγή του, δεν μπορούμε καν να απαντήσουμε με πλήρη σιγουριά για το φύλο του.
Σε αυτό το πλαίσιο, το 1897, ο Βρετανός συγγραφέας Samuel Butler δημοσίευσε το «The Authoress of the Odyssey», υποστηρίζοντας ότι το έπος της Οδύσσειας γράφτηκε από νεαρή γυναίκα στη Σικελία. Η θεωρία του δεν έπεισε τους φιλολόγους, αλλά η ερώτηση δεν έφυγε ποτέ εντελώς.
Η πρώτη απάντηση στο ερώτημα «ήταν ο Όμηρος γυναίκα;» έρχεται από τους ίδιους τους ομηριστές: μάλλον όχι. Τουλάχιστον όχι με την έννοια που καταλαβαίνουμε σήμερα τη συγγραφή.
Το WIRED Greece απευθύνθηκε σε δύο από τους πιο γνωστούς ειδικούς διεθνώς.

Ο Joel Christensen, καθηγητής Κλασικών Σπουδών και κοσμήτορας ακαδημαϊκών υποθέσεων στο Graduate Center του CUNY στη Νέα Υόρκη, που μόλις εξέδωσε το βιβλίο «Why Odysseus?: Survivor, Scoundrel, (Anti)hero», είναι ευθύς: «Δεν γνωρίζω κανέναν ομηριστή που να παίρνει στα σοβαρά την υπόθεση της γυναικείας συγγραφής της Οδύσσειας. Aλλά αυτό συμβαίνει κυρίως επειδή λίγοι από εμάς ενδιαφερόμαστε πια για τη συγγραφή με την παραδοσιακή έννοια».
Η διάκριση είναι κρίσιμη. Η σύγχρονη έρευνα δεν ψάχνει έναν συγγραφέα, άνδρα ή γυναίκα. Bλέπει τα έπη ως προϊόν προφορικής παράδοσης που χτιζόταν ξανά σε κάθε παράσταση, μπροστά σε κοινό. «Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι γυναίκες ήταν μέρος του ομηρικού ακροατηρίου και βοήθησαν να διαμορφωθεί η σύνθεση των επών στην παράσταση», λέει ο Joel Christensen. «Πιστεύουμε επίσης ότι τα γυναικεία τραγουδιστικά είδη -τραγούδια της δουλειάς, γενεαλογικές αφηγήσεις και μοιρολόγια- επηρέασαν βαθιά το περιεχόμενο και τη μορφή της Οδύσσειας και της Ιλιάδας όπως τις έχουμε σήμερα».
Ακόμα και η Σαπφώ, προσθέτει, μπαίνει πλέον στη συζήτηση: «Παλαιότεροι μελετητές θα αρνούνταν ότι η Σαπφώ θα μπορούσε να έχει επηρεάσει τα ομηρικά έπη. Οι σημερινοί είναι πιο πρόθυμοι να το εξετάσουν». Για τους ραψωδούς, πάντως, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία γυναικείας παρουσίας, σημειώνει, και καταλήγει: «Δεν νομίζω ότι πολλοί σύγχρονοι ομηριστές θα θεωρούσαν αδύνατη τη γυναικεία συγγραφή έπους. Αλλά προσωπικά θα φανταζόμουν αυτή τη συμβολή ως μέρος μιας ευρύτερης συλλογικής σύνθεσης των ποιημάτων».

Η Mary Ebbott, καθηγήτρια Κλασικών Σπουδών στο College of the Holy Cross και συνεπιμελήτρια του Homer Multitext του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Χάρβαρντ, έχει μελετήσει την ίδια την ιστορία της θεωρίας. Το 2003 δημοσίευσε άρθρο για τον Samuel Butler και τις έμφυλες αναγνώσεις του Ομήρου.
«Δεν γνωρίζω πολλή σύγχρονη ομηρική έρευνα που να υποστηρίζει την υπόθεση μιας γυναίκας συγγραφέως της Οδύσσειας», λέει στο WIRED Greece, θυμίζοντας ότι και η πιο πρόσφατη απόπειρα, το βιβλίο του Andrew Dalby στα μέσα των 00s, δεν άφησε αποτύπωμα στο πεδίο.
Το πρόβλημα, εξηγεί, είναι η ίδια η έννοια: «Η σύγχρονη ιδέα της “συγγραφής” απλώς δεν εφαρμόζεται με τον συνηθισμένο τρόπο στο έπος, όποιο φύλο κι αν φανταστούμε για τον συγγραφέα. Το τραγούδι συντίθεται εκ νέου κάθε φορά που τραγουδιέται, με αποτέλεσμα ο ίδιος ο τραγουδιστής να είναι ο “δημιουργός”, ενώ η παράδοση είναι συλλογική κληρονομιά και κοινή γλώσσα. Ανήκει στους τραγουδιστές και στο ακροατήριο». Παραθέτει τον Albert Lord, θεμελιωτή της θεωρίας της προφορικής σύνθεσης: ο εκτελεστής «δεν είναι απλός μεταφορέας της παράδοσης, αλλά δημιουργικός καλλιτέχνης που φτιάχνει την παράδοση».
«Τα παραμύθια της γιαγιάς» και ο ρόλος της εργασίας
Στην Ελλάδα, τη συζήτηση επανέφερε πρόσφατα ανάρτηση του Θεόδωρου Ρακόπουλου, καθηγητή Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Όσλο, ποιητή και πεζογράφου, ο οποίος σπεύδει να ξεκαθαρίσει από την πρώτη κουβέντα ότι δεν είναι φιλόλογος και ότι όσα λέει είναι γνωστά ως πτυχή του λεγόμενου ομηρικού ζητήματος. Αυτό που τον εκπλήσσει είναι ότι στην ελληνική δημόσια συζήτηση δεν τα ανέδειξε κανείς.

Το επιχείρημά του ξεκινά από κάτι που ερευνά ως ανθρωπολόγος: την εργασία. «Εργασία δεν είναι μόνο το τι κάνουμε στο εργοστάσιο», λέει στο WIRED Greece. «Κατεξοχήν εργασία είναι αυτό που κάνουν οι γυναίκες εδώ και χιλιάδες χρόνια. Και δεν το κάνουν μόνες τους, το κάνουν παρέα».
Θυμάται τη Δυτική Μακεδονία όπου μεγάλωσε, τις γειτόνισσες που καθάριζαν φασολάκια μαζί, κεντούσαν μαζί και τραγουδούσαν -η γιαγιά του και στα μακεδονίτικα- κρατώντας μια παράδοση που ανακυκλώνεται στα Βαλκάνια από στόμα γυναίκας σε στόμα γυναίκας. «Από γιαγιά σε μάνα και από μάνα σε κόρη. Λέμε “τα παραμύθια της γιαγιάς”, ποτέ “τα παραμύθια του παππού”. Το μυθικό κομμάτι το έχει επωμιστεί η γιαγιά, όπως έχει επωμιστεί και την παράδοση. Παράδοση σημαίνει κυριολεκτικά παραδίδω».
Τα ομηρικά έπη, θυμίζει, έζησαν ακριβώς έτσι: δημωδώς, ψαλλόμενα σε τραπέζια και δρόμους επί αιώνες, πριν το κείμενο «αιχμαλωτιστεί» από τον φιλολογικό κανόνα. Οι ραψωδοί που τα απήγγειλαν ήταν κατά πάσα πιθανότητα άνδρες. Αλλά η δημώδης ζωή ενός έργου, η μεταφορά του από γενιά σε γενιά, πέρασε ιστορικά, πολύ συχνά από γυναικεία χέρια. Και εδώ ο Θεόδωρος Ρακόπουλος προσθέτει μια λεπτομέρεια που σπάνια ακούγεται. Tα τραγούδια εκείνου του κόσμου δεν τα έλεγαν κατ’ ανάγκην ελεύθερες γυναίκες. «Η βάση αυτού του κόσμου είναι δουλοκτητική. Οι γυναίκες στην αυλή της πριγκίπισσας ήταν συχνά πολύ μορφωμένες, αλλά ανήκαν στην πριγκίπισσα».
Ένα κείμενο τόσο ρευστό, τόσο συλλογικό, χωράει πολλά χέρια. Γιατί όχι και γυναικεία.
Το δεύτερο σκέλος του επιχειρήματος βρίσκεται μέσα στο ίδιο το κείμενο. Μεγάλο μέρος των επών, παρατηρεί, περιγράφει δουλειά: σφάζουν, γδέρνουν, σουβλίζουν, υφαίνουν, ναυπηγούν. Και αυτή η δουλειά έχει έμφυλα χαρακτηριστικά. «Οι περιγραφές του κεντήματος και του εργόχειρου είναι πολύ πιο λεπτομερείς, πολύ πιο ακριβείς, από τις ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες του Οδυσσέα. Ένας αριστοκράτης άνδρας θα ήταν εύλογο να ξέρει καλύτερα τη ναυσιπλοΐα και την τέχνη του πολέμου παρά το κέντημα. Άρα έχουμε μια ένδειξη γυναικείας υποκειμενικότητας από πίσω».
Δεν πρόκειται για απόδειξη, ξεκαθαρίζει, καθώς το ομηρικό ζήτημα «δεν έχει λυθεί ούτε θα λυθεί ποτέ». Αλλά το κείμενο ήταν ανοιχτό επί αιώνες, γεμάτο αναχρονισμούς. Ο Όμηρος περιγράφει την εποχή του Χαλκού, τέσσερις αιώνες πριν από τον ίδιο, και βάζει στους ήρωες σιδερένια όπλα. «Αν δεις τα όπλα της εποχής του Αγαμέμνονα στο Αρχαιολογικό Μουσείο, δεν είναι σιδερένια».
Ένα κείμενο τόσο ρευστό, τόσο συλλογικό, χωράει πολλά χέρια. Γιατί όχι και γυναικεία.
«Ο τραγουδιστής φτιάχνει την παράδοση»
Εκεί που ο Joel Christensen και η Mary Ebbott συγκλίνουν απόλυτα με τον Θεόδωρο Ρακόπουλο είναι στον ρόλο των γυναικείων τραγουδιών. «Η γυναικεία παράδοση του μοιρολογιού για τους νεκρούς επηρέασε σημαντικά τα ομηρικά έπη και ενσωματώθηκε σε αυτά», λέει η Mary Ebbott.
«Προσφέρει εναλλακτικές οπτικές γωνίες μέσα στα ίδια τα ποιήματα», σημειώνει. Η Βρισηίδα, η Ανδρομάχη, η Εκάβη και η Ελένη μοιρολογούν μέσα στην Ιλιάδα. Ο λόγος των γυναικών σε όλο το εύρος των επών αντανακλά τη γλώσσα του θρήνου. Και στην Οδύσσεια, εξηγεί, η Πηνελόπη, όταν μαθαίνει στη ραψωδία δ ότι ο Τηλέμαχος έφυγε κρυφά από την Ιθάκη, θρηνεί ταυτόχρονα για τον γιο της, φοβούμενη τι θα πάθει, και για τον άντρα της, που δεν ξέρει αν είναι ζωντανός ή νεκρός.
Οι γυναίκες δεν λείπουν από τα έπη. Η φωνή τους είναι υφασμένη μέσα στον ίδιο τον ιστό τους, από τα μοιρολόγια μέχρι, ενδεχομένως, τα χέρια που τα μετέφεραν από γενιά σε γενιά.
«Η γνώση της σημασίας αυτής της γυναικείας τραγουδιστικής παράδοσης, καθώς και των κανόνων της γλώσσας και της ερμηνείας της, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε βαθύτερα την Οδύσσεια στο σύνολό της, κάτι που με τη σειρά του προσφέρει περαιτέρω πληροφορίες για τον ρόλο των γυναικών στη δημιουργία, τη μετάδοση και την υποδοχή του έπους από το κοινό στην αρχαιότητα», καταλήγει η Mary Ebbott.
Η ερώτηση της Nyong’ο, δηλαδή, έχει μια απάντηση πιο σύνθετη. Οι γυναίκες δεν λείπουν από τα έπη. Η φωνή τους είναι υφασμένη μέσα στον ίδιο τον ιστό τους, από τα μοιρολόγια μέχρι, ενδεχομένως, τα χέρια που τα μετέφεραν από γενιά σε γενιά. Ο Θεόδωρος Ρακόπουλος σημειώνει πως οι σύγχρονες συζητήσεις περί αναπαράστασης, φυλής και σεξουαλικότητας των ομηρικών ηρώων φαίνονται, όπως λένε οι μαθηματικοί, «not even wrong». «Δεν υπάρχει η έννοια της φυλής στην αρχαιότητα· η ανθρωπότητα την ανακαλύπτει πολλούς αιώνες αργότερα».
«Ο παγανιστικός κόσμος, σε αντίθεση με τον χριστιανικό, έχει μια εγγενή συμβολική ισότητα», εξηγεί ο Θεόδωρος Ρακόπουλος, ξεκαθαρίζοντας ότι οι σύγχρονες προσεγγίσεις γύρω από το θέμα πάσχουν από μια παρερμηνεία. «Οι συζητήσεις για τη θέση της γυναίκας στην εποχή του Ομήρου γίνονται με αναχρονιστικό τρόπο και αυτό δεν είναι μόνο λάθος πολιτικά, είναι πάνω από όλα λάθος επιστημολογικά»..
Αυτή ακριβώς η επιστημονική ματιά είναι που επαναφέρει το έργο στις πραγματικές του διαστάσεις, μακριά από τις επιφανειακές αναγνώσεις. «Αυτή είναι η ανθρωπολογική σκοπιά: ότι εντάσσουμε το λογοτεχνικό φαινόμενο στην κοινωνία τη σημερινή, στην κοινωνία που αφορά, γιατί ο Όμηρος αφορά εμάς, δεν αφορά την εποχή του. Εμείς σήμερα συζητάμε αυτή τη στιγμή στο τηλέφωνο για έναν άνθρωπο ή πολλούς ανθρώπους που έγραψαν κάτι πριν από 2.800 χρόνια. Αυτό είναι συγκλονιστικό, εμάς αφορά. Αλλά οι όροι με τους οποίους μας αφορά είναι οι όροι της εποχής του».