Από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022, κανένα οπλικό σύστημα δεν έχει απασχολήσει τη διεθνή επικαιρότητα περισσότερο από τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones). Και δύσκολα θα βρει κανείς κατηγορία που να ξεπερνά αυτή του drone αυτοκτονίας μακράς εμβέλειας, όπως το ιρανικό Shahed και οι «κλώνοι» του, σαν το ρωσικό Geran-2.
Ο «πύραυλος cruise των φτωχών»
Το εν λόγω μη επανδρωμένο έχει χαρακτηριστεί και «πύραυλος cruise των φτωχών». Ελικοφόρο, δελταπτέρυγο, με βάρος περίπου 200 κιλά και εκρηκτική κεφαλή 40-90 κιλών, καθοδηγείται στον προγραμματισμένο στόχο του μέσω δορυφορικών συστημάτων πλοήγησης (GNSS-Global Navigation Satellite Systems όπως τα GPS, GLONASS).
Η ταχύτητά του κινείται γύρω στα 185 χλμ/ώρα και η εμβέλειά του από 1.000 μέχρι 2.500 χλμ, ανάλογα με την έκδοση. Δεν μπορεί να συγκριθεί ως «ποιότητα» όπλου με βλήματα cruise όπως οι πύραυλοι Tomahawk. Όμως, η ποσότητα έχει τη δική της ποιότητα, και το κόστος του στα 20.000-50.000 δολάρια, συγκριτικά με τα 2 εκατομμύρια δολάρια από τα οποία αρχίζει ένας Tomahawk, εγγυάται ακριβώς αυτό.
Η «ψαλίδα» ανοίγει ακόμα περισσότερο αν σκεφτεί κανείς το κόστος των πυραύλων εδάφους-αέρος ή αέρος-αέρος. Ένας πύραυλος Patriot κοστίζει γύρω στα 4 εκατομμύρια δολάρια, ενώ πύραυλοι αέρος-αέρος όπως o MICA, ο IRIS-T, ο AMRAAM και ο Meteor κινούνται στη σφαίρα των 1-2 εκατ. δολαρίων. Η άμυνα κοστίζει πολύ περισσότερο από την επίθεση. Ο επιτιθέμενος εξαπολύει μεγάλους αριθμούς drones εναντίον στόχων σε μεγάλες αποστάσεις, και η αναχαίτισή τους προϋποθέτει όπλα πολύ μεγαλύτερου κόστους.
Τα drones κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο ευρύτερο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, δεδομένης της φύσης της εξ Ανατολών απειλής, που έχει κάνει άλματα στα drones τα τελευταία χρόνια.
Αν και έχουν σχετικά μικρό ίχνος και συχνά χρησιμοποιούνται παράλληλα με άλλα παραπλανητικά drones-«δολώματα», δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολοι στόχοι: Μπορούν να αντιμετωπίζονται και μέσω φθηνότερων μεθόδων, όπως παρεμβολές, GNSS spoofing, αντιαεροπορικά πυροβόλα ή άλλα φθηνά drones, και οι στόχοι τους είναι κατά κανόνα στατικοί ή όχι πολύ προστατευμένοι -εγκαταστάσεις, υποδομές, εμπορικά πλοία.
Ακόμα και έτσι, όμως, συμφέρουν: Είναι φτιαγμένα από απλά υλικά και τροποποιούνται εύκολα, και ο χρήστης τους μπορεί να τα αναπληρώνει και να τα αναβαθμίζει διαρκώς.
Στην Ουκρανία τέτοια drones χρησιμοποιούνται και από τις δύο πλευρές (η Ουκρανία έχει τα δικά της αντίστοιχα), ενώ στη Μέση Ανατολή αποτελούν σημαντικό βραχίονα της στρατηγικής του Ιράν καθώς, μέσω αυτών, δείχνει με σχετικά μικρό κόστος πως παραμένει ικανό να πλήττει τον αντίπαλο. Παρόμοια drones χρησιμοποιούν και οι Χούθι της Υεμένης, όπως και η Χεζμπολά.
Οι ΗΠΑ έχουν το LUCAS, δικό τους «κλώνο» του Shahed — στην υπόλοιπη Δύση όμως τα πράγματα κινούνται αργά, ακόμα κι αν το ίδιο το Shahed θεωρείται από κάποιους πως έχει «δυτικό DNA», καθώς θυμίζει παλαιότερα σχέδια όπως το γερμανικό Dornier Drohne Anti-Radar και το ισραηλινό Harpy.

Οι στρατοί της Δύσης καθυστερούν – τι γίνεται στην Ελλάδα;
Η Ουκρανία, θέλοντας και μη, πρωτοπορεί στον πόλεμο των drones απέναντι στη Ρωσία, η οποία προσαρμόζεται και αυτή αρκετά γρήγορα, αν και εμφανίζει μεγαλύτερη δυσκαμψία. Την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ κάνουν «ταχύρρυθμα μαθήματα» στη Μέση Ανατολή.
Οι άλλες χώρες της Δύσης, ωστόσο, κινούνται με αργά βήματα, κάτι που προκαλεί αίσθηση, καθώς πρόκειται για μέσο ούτε πολύπλοκο, ούτε ακριβό. Μία εξήγηση είναι ο παραδοσιακά «counterforce» προσανατολισμός τους, που στοχεύει στην εξουδετέρωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του αντιπάλου, σε αντιδιαστολή με το «countervalue» που εστιάζει σε υποδομές και πόλεις, προς το οποίο ρέπουν τα drones αυτής της κατηγορίας.
Τα drones κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο ευρύτερο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, δεδομένης της φύσης της εξ Ανατολών απειλής, που έχει κάνει άλματα στα drones τα τελευταία χρόνια. Βασικός πυλώνας της φιλοσοφίας που αναπτύσσεται είναι η εξέλιξη του ελληνικού αμυντικού οικοσυστήματος ώστε να έχει δυνατότητα τόσο μαζικής παραγωγής όσο και ταχείας προσαρμογής στο μεταβαλλόμενο τεχνολογικό περιβάλλον. Κοινώς, ένα «ουκρανικό μοντέλο», όπου οι παραγωγικές δυνατότητες δεν θα μένουν δεσμευμένες σε σχέδια που, λόγω των ταχύτατων εξελίξεων στην τεχνολογία, θα έχουν μείνει πίσω ακόμα και μέσα σε μήνες, αλλά θα μπορούν να τα τροποποιούν και να τα θέτουν σε παραγωγή γρήγορα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η δημιουργία χαμηλού κόστους βλημάτων για πλήγματα μεγάλης εμβέλειας απασχολεί ιδιαίτερα σε ερευνητικό και εξοπλιστικό επίπεδο. Η κεντρική ιδέα είναι να μειωθεί το κόστος των βλημάτων και να αυξηθεί το βάθος. Δυνατότητες τέτοιου χαρακτήρα, πάντα σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, βρίσκονται στο «τραπέζι» (με την ελληνική ιστορία και μυθολογία να αναμένεται να δώσουν τα αντίστοιχα ονόματα). Φορείς όπως το ΕΛΚΑΚ και το ΚΕΤΑΚ επεξεργάζονται διδάγματα από την Ουκρανία και αλλού, εξετάζοντας παράλληλα και προβλήματα που παρουσιάζονται σε τέτοια μέσα, σημεία τρωτότητας και λύσεις.
Ωστόσο, πέρα από το τεχνολογικό, το κύριο ζήτημα βρίσκεται αλλού: στην αντίληψη.
«Like there is no box», όχι «out of the box».

«Πρέπει να σκεφτόμαστε “like there is no box”, όχι απλώς “out of the box”» τονίζει, μιλώντας στο WIRED Greece, ο Αλκιβιάδης Στεφανής, στρατηγός ε.α., τέως υπουργός Εθνικής Άμυνας και επίτιμος Αρχηγός ΓΕΣ.
Όπως υπογραμμίζει ο κ. Στεφανής, για κάθε θέμα προμήθειας ή σχετικής σκέψης, τα δομικά θέματα είναι δύο: «Να προτεραιοποιηθεί η ανάγκη από τις Ένοπλες Δυνάμεις και να ξεπεραστούν δομικά προβλήματα αντίληψης στο ελληνικό αμυντικό οικοσύστημα. Εμείς, εδώ και δεκαετίες, είμαστε αυστηρά “δυτικοί” στον τρόπο αντίληψης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα σύστημα που έχει προφανώς μεγάλα πλεονεκτήματα, μα ταυτόχρονα είναι “βαρύ”».
Ο κ. Στεφανής εξηγεί πως η προσέγγισή μας στον αμυντικό σχεδιασμό ήταν, για πολλά χρόνια, «thread-based». «Τι έχει ο δυνητικός αντίπαλος, και με βάση αυτό κινούμασταν ανάλογα και εμείς». Τώρα, λέει, έχουμε πάει στο στο scenario-based και στο capability-based, αλλά «δεν βγήκαμε εκτός “κουτιού”- να σκεφτούμε τι θα “τρελάνει” τον αντίπαλο;»
«Όταν οι Αμερικανοί στήνουν το δικό τους “ΕΜΠΑΕ”, συγκεντρώνουν τις εταιρείες, παρουσιάζουν τα κενά, “χτίζουν” τις απαιτήσεις. Σε εμάς είναι άκρως απόρρητο, οπότε το ερώτημα που τίθεται είναι πώς θα είμαστε ανοιχτοί στις νέες ιδέες και σε προβληματισμούς όπως αυτός για το συγκεκριμένο σύστημα» προσθέτει ο κ. Στεφανής.
Και, όπως τονίζει, όταν κρατάς κάτι απόρρητο, το διαχειρίζεσαι και πιο εύκολα. Αλλά όταν το έχεις ανοιχτό, τότε συμμετέχει πραγματικά η ελληνική βιομηχανία. «Πρέπει να υπάρξει εκπαίδευση και είναι ανάγκη να αλλάξει και ο τρόπος που σκέφτονται τα στελέχη. Έχουν μπει σε έναν ΝΑΤΟϊκό σχεδιασμό, που δημιουργεί ίδια φιλοσοφία και τυποποιημένο τρόπο σκέψης».
Ο κ. Στεφανής υπογραμμίζει πως αυτό είναι καλό, αλλά επίσης λέει ότι «πρέπει κάποιος να μπορεί να βγει και έξω».
«Είναι πολλά τα παραδείγματα των τελευταίων ετών όπου είχαν αποτελέσματα αυτοί που σκέφτηκαν ασύμμετρα απέναντι σε υπέρτερους αντιπάλους -άρα έτσι πρέπει να σκέφτεται και η Ελλάδα. Το ερώτημα που πρέπει να πρυτανεύει στο μυαλό αυτών που σχεδιάζουν είναι “τι είναι αυτό που μπορεί να ταράξει το νευρικό σύστημα ενός αντιπάλου, να τον κάνει να μην κοιμάται;”».
Από αυτή την άποψη, υπογραμμίζει ο κ. Στεφανής, μέσα τέτοιου είδους θα ήταν σίγουρα χρήσιμα: «φθηνά, ασύμμετρα και αξιόλογα. Πρέπει να συζητηθούν».
«Η καινοτόμος σκέψη, ο πρωτοποριακός σχεδιασμός, η δυνατότητα να αναλύεις το περιβάλλον απορρίπτοντας κάθε συμβατικό box που σου δημιουργεί πλαίσιο, όρια και σου περιορίζει τον ορίζοντα, δημιουργούν ένα αμυντικό οικοσύστημα που σε οδηγεί σε προσκτήσεις πολεμικού υλικού που λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής της ισχύος σου», συνεχίζει. Τίποτα όμως από τα παραπάνω δεν θα είναι αποτελεσματικό, τονίζει, «εάν το κυρίαρχο οπλικό σου σύστημα, το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, δεν είναι ικανό και εκπαιδευμένο να αξιοποιήσει καινοτόμες δυνατότητες».
Και καταλήγει πως σε αυτό πρέπει να στοχεύει η στρατιωτική υπηρεσία. «Με ποια μέθοδο θα δημιουργήσει στελέχη που θα μπορούν να αναλύσουν, να αφομοιώσουν, να εξάγουν συμπεράσματα, να προτείνουν επιλογές, να υλοποιήσουν αποφάσεις με ταχύτητα, διαύγεια, ισορροπία, αποφασιστικότητα και ψυχραιμία».
«Τι θέλουμε να κάνουμε»: Το δόγμα

«Οτιδήποτε καινούριο αλλάζει τα δεδομένα είναι θεμιτό να έρθει, όμως πώς το ενσωματώνουμε στους οργανισμούς μας;» υπογραμμίζει στο WIRED Greece ο Κωνσταντίνος Αλεξάκης, αντιστράτηγος ε.α. και επίτιμος Διοικητής της Διακλαδικής Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων.
«Κάθε τι καινούριο, κάθε τεχνολογία αλλάζει τη φύση με την οποία πολεμάμε. Όταν έρχονται αυτά, πώς τα χρησιμοποιούμε; Πώς αλλάζουμε τη νοοτροπία μας, αν αυτή χρειάζεται να αλλάξει;» προσθέτει, τονίζοντας τη σημασία του να διαπιστώνονται οι τάσεις. «Το διακύβευμα γενικότερα με τα drones είναι πως έχουμε πλέον διαφανές πεδίο αντιπαράθεσης. Όλα είναι ορατά και πιο ευάλωτα απέναντι σε φθηνά όπλα. Αυτό αλλάζει τελείως τη φιλοσοφία και πρέπει να μας απασχολήσει. Να δουλεύεις παράλληλα δόγμα, κανονισμούς, εκπαίδευση, επιμόρφωση, ώστε όταν όλα αυτά εισαχθούν, να είσαι έτοιμος».
Κατά τον κ. Αλεξάκη, για τις ΗΠΑ οι εξελίξεις στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή αποτελούν πρακτικά ένα «εργαστήρι», με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων όσον αφορά στο τι θα αντιμετώπιζαν τα επόμενα χρόνια σε μια ενδεχόμενη αντιπαράθεση με την Κίνα. Για την Ελλάδα αυτά τα ίδια συμπεράσματα δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν «copy-paste» -αξίζει να σημειωθεί, για παράδειγμα, πως οι χώρες της Βαλτικής είναι από αρκετές απόψεις πιο κοντά στα ελληνικά δεδομένα- μα το κύριο ζήτημα είναι η προσαρμογή του τρόπου σκέψεως.
«Πρώτα πρέπει να αναθεωρήσεις το δόγμα σου, πάνω στο οποίο θα στοιχίσεις τον τρόπο που πολεμάς», λέει ο κ. Αλεξάκης. Αυτό θα καθορίσει τι ακριβώς θέλουμε και αν είμαστε οργανωμένοι για αυτό, σημειώνει. «Αυτή τη στιγμή αλλάζουν τα πάντα στον πόλεμο… Πρέπει να δούμε τι είναι η τάση πραγματικά σε παγκόσμιο επίπεδο, να τα φέρουμε έγκαιρα εδώ και να τα διδάξουμε στους αξιωματικούς μας και όχι μόνο. Ας πούμε πως αύριο το πρωί αποκτούμε drones σαν τα Shahed. Πώς θα τα χρησιμοποιήσουμε αποτελεσματικά; Πώς θα σχεδιάσουμε αν έχει και ο αντίπαλος; Πώς θα εκπαιδευτούμε;».
Οπότε, το κύριο ζήτημα δεν είναι τόσο το αν η Ελλάδα θα έπρεπε ή θα μπορούσε να αποκτήσει και αυτή drones σαν τα Shahed, μα πώς αυτά θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους στρατηγικούς στόχους που αυτή έχει θέσει σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση.
Καταλήγοντας, ο κ. Αλεξάκης εκτιμά πως αυτή τη στιγμή ενδεχομένως να παρατηρείται ένας γενικότερος «τεχνολογικός φετιχισμός», σε μεγάλο βαθμό λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, όπου υπήρξε τεχνολογική «έκρηξη».
«Θεμιτά όλα αυτά, μα πρέπει να συνοδεύονται και από άλλα. Δείτε για παράδειγμα τι συνέβη με το Ιράν: ΗΠΑ και Ισραήλ ήρθαν αντιμέτωποι με ένα κράτος με το οποίο τεχνολογικά και από άποψης σκληρής ισχύος δεν υπήρχε μέτρο σύγκρισης. Προετοιμάζονταν επί χρόνια, στοχοποίησαν τους πάντες και τα πάντα, χρησιμοποίησαν ΑΙ για δεδομένα και πληροφορίες, ωστόσο 4 μήνες μετά δεν έχει επιτευχθεί πολιτικό αποτέλεσμα. Οπότε είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως επιχειρησιακά και τακτικά λάθη μπορείς να κάνεις και να επανορθώσεις, ωστόσο τα στρατηγικά είναι ανεπανόρθωτα».